Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΕΒΙΖΙΟΝΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΕΒΙΖΙΟΝΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2016

Η ΑΡΧΙΑΚΗ ΚΑΙ ΣΥΝΕΠΗΣ ΠΑΛΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΡΕΒΙΖΙΟΝΙΣΜΟ ΗΤΑΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΜΑΣ.


Η ΑΡΧΙΑΚΗ ΚΑΙ ΣΥΝΕΠΗΣ ΠΑΛΗ ΕΝΑΝΤΙΑ
ΣΤΟΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΡΕΒΙΖΙΟΝΙΣΜΟ
ΗΤΑΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΜΑΣ.

Τελική ομιλία στην 21η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΕΑ, 20 Δεκέμβρη 1960.



(Σημείωση: Σ' αυτή την Ολομέλεια ο Σύντροφος Ενβέρ Χότζια παρουσίασε την έκθεση «Για την Σύνοδο των Αντιπροσωπειών των Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων που έγινε τον Νοέμβρη του 1960 στην Μόσχα». Η Ολομέλεια ενέκρινε πλέρια και ομόφωνα την δράση της αντιπροσωπείας της ΚΕ του ΚΕΑ σε αυτήν την σύνοδο.)

Θα προσπαθήσω να είμαι σύντομος, αφού η συμβολή των συντρόφων στην Ολομέλεια για αυτό το σημαντικό ζήτημα, τόσο αποφασιστική για την υπεράσπιση του Μαρξισμού-Λενινισμού και την γραμμή του Κόμματος μας, ήταν στον κατάλληλο επίπεδο και συμπλήρωσαν πολύ σωστά την έκθεση που παρουσιάστηκε στην Ολομέλεια από την μεριά του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής.
Πρώτ' απ' όλα θέλω να τονίσω ότι αυτό που κάναμε στη Μόσχα, όπου αποτυπώσαμε την γραμμή του Κόμματός μας, δεν οφείλεται προσωπικά σε μένα ή στην αντιπροσωπεία μας μόνο, αλλά οφείλεται σ' ολόκληρο το Κόμμα μας, και ιδιαίτερα, στην ηγεσία του, την Κεντρική Επιτροπή, η οποία πάντοτε καθοδήγησε το Κόμμα σωστά, πάντοτε ανέλυσε τις καταστάσεις υπό το φως του Μαρξισμού – Λενινισμού, πάντοτε έμεινε πιστή στην ένδοξη θεωρία μας, εφάρμοσε κατά γράμμα όλες τις σωστές αποφάσεις που υιοθέτησε και, παρομοίως, γνώριζε πως να μεταδώσει σωστά αυτές τις αποφάσεις στο Κόμμα και να το εξοπλίσει με δύναμη. Για αυτούς τους λόγους ολόκληρη η γενική γραμμή του Κόμματός μας πραγματοποίησε μεγάλες επιτυχίες. Οπότε, πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι ότι τα εύσημα για αυτό ανήκουν στην Κεντρική Επιτροπή και σε ολόκληρο το ηρωικό μας Κόμμα.
Οι ρεβιζιονιστές μπορεί να νομίζουν και να λένε ότι, αν το Κόμμα μας θα μάθαινε για τη στάση που κράτησε η αντιπροσωπεία μας στην διεθνή σύνοδο στην Μόσχα, δεν θα το ανέχονταν η Κεντρική του Επιτροπή. Αλλά κανένας από εμάς δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία για την ατσάλινη ενότητα που υπάρχει στην ηγεσία μας, για την ατσάλινη ενότητα του Κόμματος γύρω από την Κεντρική Επιτροπή και το Πολιτικό γραφείο. Αυτό αποτελεί την μεγάλη δύναμη του Κόμματός μας, και αυτή η ενότητα έκανε δυνατό για το Κόμμα μας να συνεισφέρει στην υπεράσπιση του Μαρξισμού – Λενινισμού και σε διεθνές επίπεδο επίσης. Ως αναφορά αυτό, φυσικά, δεν κάναμε τίποτα άλλο παρά το καθήκον μας ως Μαρξιστικό Κόμμα, ως διεθνιστές. Με αυτή την σωστή αντίληψη για το καθήκον του, που είναι χαρακτηριστικό του Κόμματός μας, είμαστε πλέρια πεπεισμένοι ότι όλοι μας, σε συμπαγή ενότητα, θα βάλουμε τα δυνατά μας για την σωστή εφαρμογή του Μαρξισμού – Λενινισμού, μέχρι τέλους, αταλάντευτα και σε όλες τις συνθήκες.
Όπως είπαν οι σύντροφοι, είμαστε μπροστά σε μεγάλη και δύσκολη πάλη. Όλοι μας έχουμε επίγνωση της πάλης που μας περιμένει, αλλά δεν φοβόμαστε. Δεν το λέμε αυτό επειδή θέλουμε να δώσουμε θάρρος ο ένας στον άλλον· όλη η ζωή του Κόμματός μας το δείχνει αυτό, ειδικά τα τελευταία γεγονότα, το απόδειξαν. Στην αρχιακή του, συνεπή στάση, υπερασπίζοντας την σωστή του γραμμή, δηλαδή τον Μαρξισμό-Λενινισμό, το Κόμμα μας δεν έδωσε σημασία είτε στις τωρινές δυσκολίες είτε στις μελλοντικές. Άρα, οι δυσκολίες και η πάλη δεν μας φοβίζουν. Αυτό είναι Μαρξιστικό χαρακτηριστικό. Δεν ήμασταν ούτε θα γίνουμε απαισιόδοξοι για το μέλλον. Αντίθετα, θα είμαστε αισιόδοξοι, γιατί πειστήκαμε ότι ο Μαρξισμός θα νικά πάντα τον οπορτουνισμό και τον ρεβιζιονισμό, όπως επίσης και τον ιμπεριαλισμό.
Αλλά γιατί είναι δύσκολη αυτή η πάλη; Επειδή, όταν λέμε ότι είμαστε αντιμέτωποι με τον σύγχρονο ρεβιζιονισμό, δεν σημαίνει μόνο ότι είμαστε αντιμέτωποι με τον Γιουγκοσλάβικο ρεβιζιονισμό, που στην Δήλωση της Μόσχας περιγράφεται ως η ουσία του σύγχρονου ρεβιζιονισμού, αλλά ότι αντιμετωπίζουμε ακόμα πιο επικίνδυνους ρεβιζιονιστές. Για τα προσχήματα, ο καθένας, ακόμα και οι άλλοι ρεβιζιονιστές, ακόμα και ο Χρουτσόφ και οι συνεταίροι του που είναι τέτοιοι οι ίδιοι, το δεχτήκαν αυτό. Το έκαναν αυτό για να καμουφλαριστούν, επιλέγοντας το μικρότερο από τα δυο κακά. Αλλιώς, θα έδειχναν ύποπτοι και αυτά που προσπαθούσαν να αποκρύψουν θα ξεσκεπάζονταν. Πάλεψαν και θα συνεχίσουν να παλεύουν, καταφεύγοντας επίσης σε όλων των ειδών τα τεχνάσματα για να καμουφλαριστούν.
Αυτοί πρότειναν να μην ειπωθεί τίποτα για τον Γιουγκοσλάβικο ρεβιζιονισμό στην Διακήρυξη και μόνο μετά από πολύωρη πάλη συμφώνησαν να συμπεριληφθεί αυτό το ζήτημα. Αλλά ο ρεβιζιονισμός δεν επικεντρώνεται μόνο στη Γιουγκοσλαβία. Είναι μια επικίνδυνη τάση σε ολόκληρο το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Έγινε επικίνδυνη ιδιαίτερα εξαιτίας των προσπαθειών των οπορτουνιστών να αποκοιμίσουν τους λαούς διαδίδοντας την άποψη ότι ο ρεβιζιονισμός υπάρχει μόνο στην Γιουγκοσλαβία, οπότε, παλεύουν να περιορίσουν τον αγώνα ενάντια στην Γιουγκοσλαβία. Με αυτό τον τρόπο ο διεθνής ρεβιζιονισμός προκαλεί μεγάλη σύγχυση και θα συνεχίζει να το κάνει και στο μέλλον, θα προσπαθεί να κρύψει αυτόν τον σοβαρό κίνδυνο που απειλεί το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και θα συνεχίζει να προκαλεί σύγχυση και να εξαπάτα άλλους λαούς στο μέλλον. Μπροστά σε αυτόν τον κίνδυνο, ένα από τα Μαρξιστικά-Λενινιστικά κόμματα που πρέπει και θα διεξάγει μια αδιάλλακτη και συνεπή πάλη ενάντια στον ρεβιζιονισμό, είναι το Κόμμα μας.
Είναι δεδομένο ότι δεν είμαστε μόνοι σε αυτή την πάλη. Όταν ο Xρουτσώφ είπε στους εκπροσώπους του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας ότι «Θα συμπεριφερθούμε την Αλβανία το ίδιο όπως την Γιουγκοσλαβία», ή ότι, «Οι Αλβανοί μας συμπεριφέρονται ακριβώς όπως τον Τίτο», μπλοφάριζε και δεν μπορούσε να εξαπατήσει κανέναν. Ο Τίτο δεν είναι εχθρός του Χρουτσόφ, αλλά εμείς είμαστε εχθροί του Τίτο. Αλλά, αφού καταδικάστηκαν οι Γιουγκοσλάβοι ρεβιζιονιστές, ενάντια στην επιθυμία του Χρουτσόφ, από το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα ως προδότες και αποστάτες του Μαρξισμού-Λενινισμού, τότε ο Χρουτσόφ και Σία, ενώ δεν τον υπερασπίζουν άμεσα, προσπαθούν να σπιλώσουν τις θέσεις των πραγματικών Μαρξιστών και να βάλουν τους «δογματικούς», στην πραγματικότητα εκείνους που υπερασπίζουν τις αρχές του Μαρξισμού-Λενινισμού, στην ίδια μοίρα με τους ρεβιζιονιστές, με τους οποίους, όπως μας διδάσκει ο Μαρξισμός, μια ωραία μέρα ο Χρουτσόφ και εκείνοι που τον ακολουθούν θα φτάσουν σε πλέρια συμφωνία στο δρόμο που ακολουθούν. Έτσι ο Χρουτσόφ λέει ότι εμείς οι Αλβανοί δεν είμαστε ρεβιζιονιστές αλλά «δογματικοί» και ότι δήθεν παλεύουμε ενάντια στους Σοβιετικούς το ίδιο όπως και ενάντια στους Τιτοϊκούς, δηλαδή, σύμφωνα με αυτόν, αυτός και οι στενοί του φίλοι είναι δήθεν Μαρξιστές, ενώ εμείς αποτελούμε την «αριστερή» πτέρυγα του Μαρξισμού: «Άρα», λέει, «και ο Τίτο από τα δεξιά και οι Αλβανοί από τα αριστερά παλεύουν εναντίον μας, τους Μαρξιστές.» Αλλά, δεν είναι οι ρεβιζιονιστές που είναι οι εχθροί του Χρουτσόφ και όλης της ομάδας του. Η ζωή δείχνει ότι μόνο οι Μαρξιστές είναι οι εχθροί αυτής της ομάδας. Το Πoλιτικό Γραφείο τονίζει ότι, επιδιώκοντας τον ερχομό τους στην εξουσία, ο Χρουτσόφ και η ρεβιζιονιστική του ομάδα επεξεργάστηκαν ένα πλήρες σχέδιο: Πρέπει να αναιρεθεί ο Μαρξισμός-Λενινισμός και όλες εκείνες οι τάσεις και τα πρόσωπα που ξεσκεπάστηκαν, υπέστησαν επίθεση και ηττήθηκαν ως αντι-Μαρξιστές, ή αυτοί που εξαλείφθηκαν από τον Μαρξισμό-Λενινισμό στην πράξη, θα αποκαθιστούνταν· ολόκληρη η πάλη της Σοβιετικής Ένωσης και του ΚΚΣΕ ενάντια στους αποστάτες του Μαρξισμού-Λενινισμού, πάλη που ενσαρκώθηκε στο ΚΚΣΕ(ΜΠ) καθοδηγούμενο από τον Λένιν και τον Στάλιν, θα αναιρούνταν.
Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να γίνει επίθεση και στο Λένιν και στο Στάλιν. Αλλά ήταν αδύνατη η επίθεση ενάντια στον Λένιν· θα ήταν μεγάλη καταστροφή για τους ρεβιζιονιστές, κατά συνέπεια περιορίστηκαν στον Στάλιν και είπαν χίλια και ένα εναντίον του. Σήμερα έγινε ακόμα πιο φανερό ότι αυτοί οι μηχανορράφοι, οι ψεύτες, οι οπορτουνιστές και ρεβιζιονιστές τα κάνουν όλα αυτά ανοιχτά, κληροδοτώντας όλες αυτές τις αισχρότητες στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, οργανώνοντας στα παρασκήνια επαίσχυντες συνωμοσίες μέσα στα αδελφά κόμματα.
Βλέποντας όλες αυτές τις ποταπές μεθόδους που χρησιμοποιούν οι ρεβιζιονιστές, το Κόμμα μας είναι πλέρια πεπεισμένο ότι διατυπωθήκαν τέτοιες τερατώδεις κατηγορίες και συκοφαντίες ενάντια στον Στάλιν για να δυσφημήσουν και αυτόν σαν πρόσωπο και το έργο του ως μεγάλου Μαρξιστή-Λενινιστή. Οι ρεβιζιονιστές, οι καριερίστες, τα μη Μαρξιστικά στοιχεία στην Σοβιετική Ένωση δέχτηκαν αυτές τις επινοήσεις. Δέχτηκαν τις θέσεις του Χρουτσόφ και της ομάδας του ως αναφορά τα «λάθη του Στάλιν», κο.
Το Πολιτικό Γραφείο τονίζει ότι η Σοβιετική ηγεσία με επικεφαλής τον Χρουτσόφ προσπάθησε να αποκαταστήσει την Τιτοϊκή κλίκα και αυτό είναι γεγονός. Δεν πρέπει να ξεγελαστούμε από τις διακυμάνσεις και τα ζιγκ-ζαγκ. Για αυτο δεν μπορούσε να τα αποφύγει αυτά αφού δεν ήταν σε θέση να αλλάξει την κατάσταση σε μια μέρα· υπήρχαν ισχυρές Μαρξιστικές-Λενινιστικές δυνάμεις στο κόμμα που δεν του επέτρεπαν να ακολουθήσει το δρόμο του με την ταχύτητα που ήθελε, οπότε αυτός και η ομάδα του να εφάρμοζαν τα σχέδιά τους αμέσως. Αλλά είναι γεγονός ότι έκανε ότι μπορούσε για να αποκαταστήσει πλέρια όλους τους εχθρούς του Μαρξισμού-Λενινισμού που καταδικάστηκαν μέχρι τότε στην Σοβιετική Ένωση. Έβγαλε στη φόρα κατηγορίες ενάντια στον Στάλιν, όπως αν ναι ή όχι έπρεπε να εκτελεστούν ο Κάμενεφ και ο Ζινόβιεφ, που πρόδωσαν τον Λένιν. Άσχετα από το αν τουφεκίστηκαν ή όχι από τον Στάλιν αυτοί οι προδότες, τουφεκίστηκαν για την προδοσία που διέπραξαν ενάντια στην Σοβιετική Ένωση και τον κομμουνισμό. Τώρα ο Χρουτσόφ ξεφουρνίζει όλα αυτά και προσπαθεί να αποκαταστήσει τέτοιους ανθρώπους. Κατά συνέπεια, για να αποκαταστήσει και τους Γιουγκοσλάβους ρεβιζιονιστές επίσης, έπρεπε να σκαρφιστεί όλων των ειδών τα ψέματα ενάντια στον Στάλιν.
Δεν πρέπει να έχουμε καμιά αυταπάτη ότι θα αλλάξει η γραμμή του Χρουτσόφ και της ομάδας του. Αυτή η γραμμή δεν θα αλλάξει ούτε στο ελάχιστο ως αναφορά την διεθνή πολιτική και την υπεράσπιση του ρεβιζιονισμού. Ο Χρουτσόφ και η ομάδα του πήραν τον ρεβιζιονιστικό δρόμο. Αυτή του η στάση είχε και θα έχει πολύ σοβαρές επιπτώσεις στο διεθνή στίβο.
Αλλά θα φέρει σε πέρας τα σχέδιά του ο Χρουτσόφ και η ομάδα του; Πιστεύουμε πλέρια ότι δεν θα τα καταφέρει. Όμως θα συναντήσουμε μεγάλες δυσκολίες στον δρόμο μας. Πρέπει να έχουμε στον μυαλό μας την πολιτική του και να τον χειριστούμε πολύ προσεκτικά αφού δεν είναι ένας συνηθισμένος ρεβιζιονιστής, αλλά ένας πανούργος σατανάς και επίσης ένας επιδέξιος ακροβάτης. Αν αναλύσουμε προσεκτικά την δράση του από τότε που ήρθε στην εξουσία, θα δούμε ότι κατέλαβε θέσεις κλειδιά παντού, χρησιμοποίησε όλων των ειδών τις μεθόδους για να καμουφλαριστεί, και συνεχίζει να κάνει αυτό το επικίνδυνο έργο. Στην αρχή, μέσω των ταχυδακτυλουργιών του, κατάφερε να δημιουργήσει μια κατάσταση που εμπόδιζε την εμφάνιση οποιασδήποτε αντιπολίτευσης, υιοθέτησε μερικά συνθήματα για την διεθνή πολιτική ζωή και την ανάπτυξη της οικονομίας και τα εξύμνησε παντού με πολύ θόρυβο με σκοπό να προκαλέσει προς στιγμή σύγχυση στους λαούς.
Την ίδια τακτική εφάρμοσε και στην Σοβιετική Ένωση, διακηρύσσοντας ένα είδος αλλαγής, ακόμα και για τον τρόπο ζωής του λαού. Σάλπισε ότι, την εποχή του Στάλιν, η ζωή του εργαζόμενου λαού στην Σοβιετική Ένωση ήταν κόλαση, ενώ τώρα ο Χρουτσόφ έγινε ο «απόστολος νέας ζωής, δημοκρατικής και πλούσιας από την οικονομική πλευρά.» Μέτα έθεσε επίσης το ζήτημα της ειρήνης στον κόσμο, που επρόκειτο να «επιβάλει» στους ιμπεριαλιστές, κλπ.
Αυτή η πολιτική προπαγανδίστηκε με πολύ θόρυβο από την αρχή της καριέρας του, όταν τα μαθήματά του δεν έδωσαν ακόμα το αποτέλεσμά τους. Λόγια ειπώθηκαν πολλά, αλλά δεν βγήκε τίποτα από αυτά. Όλο αυτό έγινε για να προετοιμάσει το έδαφος και να δημιουργήσει ευνοϊκές συνθήκες. Ο Χρουτσόφ συνέχισε να ακολουθεί αυτό το δρόμο.
Αυτός ο δρόμος είχε σοβαρές συνέπειες στη διεθνή πολιτική. Αποκοίμισε τους λαούς μπρος στον ιμπεριαλιστικό κίνδυνο, τον ρεβιζιονιστικό κίνδυνο, και όλες τις άλλες οπορτουνιστικές τάσεις που απειλούν το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα.
Με αυτές τις απόψεις του και την οπορτουνιστική και ρεβιζιονιστική του πολιτική, ο Χρουτσόφ ξεσήκωσε και δραστηριοποίησε όλα τα ρεβιζιονιστικά στοιχεία, άρα έγινε πολύ επικίνδυνος. Οι ρεβιζιονιστές που υπήρξαν στο παρελθόν σε άλλες χώρες δεν κάναν αισθητή την παρουσία τους, όχι επειδή φοβόνταν τον Στάλιν, όχι επειδή θα τους τουφέκιζε, στην Βουλγαρία, στην Αλβανία και αλλού, ακόμα και αν το ήθελε ο Στάλιν, ή ήταν πραγματικά όπως τον παρουσιάζει τώρα ο Χρουτσόφ, αυτοί ήταν έξω από την εμβέλειά του· δεν έκαναν αισθητή την παρουσία τους επειδή εκείνη την περίοδο, σε όλα τα κόμματα υπήρχε σωστή Μαρξιστική-Λενινιστική γραμμή, που δεν επέτρεπε να δραστηριοποιηθεί ο ρεβιζιονισμός.
Ο Γιουγκοσλάβικος ρεβιζιονισμός ξεσκεπάστηκε και καταδικάστηκε από το ΚΚΣΕ και τον Στάλιν. Αυτή την γραμμή την ασπάστηκαν όλα τα άλλα κόμματα. Όταν ο Χρουτσόφ και η παρέα του ήρθε στην εξουσία, όλοι οι ρεβιζιονιστές είδαν ότι είχαν ένα πανίσχυρο στήριγμα σε αυτούς, επειδή ήταν άνθρωποι επικεφαλής της Σοβιετικής Ένωσης. Άρα τώρα μπορεί να κατανοηθεί που στη διάρκεια αυτής της περιόδου μέσα σε πολλά Μαρξιστικά-Λενινιστικά κόμματα που κρατούσαν συνεπή στάση, σήκωσαν το κεφάλι τους άνθρωποι με οπορτουνιστικές και ρεβιζιονιστικές τάσεις και ακόμη κατάφεραν να είναι εκλεγμένοι στην ηγεσία κάποιων κομμάτων.
Για λίγο ο Χρουτσόφ σκέφτηκε ότι θα επέβαλε τη γραμμή του χωρίς αντίσταση, συνεπώς ήταν απερίσκεπτος στην προπαγάνδα των απόψεών του, και στα εσωτερικά οικονομικά και οργανωτικά μέτρα που πάρθηκαν στην Σοβιετική Ένωση και στην διεθνή πολιτική του. Οπότε, στην εφαρμογή της οπορτουνιστικής και ρεβιζιονιστικής του γραμμής, μπορούσε να έλεγε ότι του κατέβαινε στο κεφάλι και να έκανε επαναλαμβανόμενες παραχωρήσεις στον ιμπεριαλισμό. Στα λόγια, μπορεί να απειλείς τους ιμπεριαλιστές όσο θέλεις, άλλα δεν είναι χαζοί, κάνουν καλά τους λογαριασμούς τους, κρίνουν τους άλλους όχι μόνο από τις δηλώσεις τους και τις τακτικές τους, αλλά και από το νόημά τους και την βαρύτητά τους. Οι ιμπεριαλιστές επίσης έχουν την βοήθεια των ρεβιζιονιστών οι οποίοι γνωρίζουν την συγκεκριμένη πραγματικότητα στις χώρες τους.
Είναι γεγονός ότι από τότε που ο Νικίτα Χρουτσόφ και η ομάδα του ήρθαν στην εξουσία, ο ιμπεριαλισμός δεν έκανε καμιά παραχώρηση. Αντίθετα. Εξοπλίστηκε ακόμα πιο πολύ, και προετοιμάζεται για πόλεμο. Έχουμε απόλυτα δίκιο όταν λέμε ότι το στρατόπεδο του σοσιαλισμού και οι δυνάμεις της ειρήνης είναι πολύ πιο ισχυρές από εκείνες του ιμπεριαλισμού. Αλλά αυτές οι δυνάμεις μπορούν να αποδυναμωθούν εάν χαλαρώσουμε την επαγρύπνησή μας, εάν δεν υπερασπίσουμε τον Μαρξισμό-Λενινισμό αποφασιστικά, εάν δεν σταματήσουμε αυτές τις δραστηρίοτητες των ρεβιζιονιστών και δεν ξεσκεπάζουμε ασταμάτητα τον ιμπεριαλισμό και τον ρεβιζιονισμό, εάν δεν διαπαιδαγωγήσουμε τον λαό πολιτικά και δεν τον εξοπλίσουμε έτσι ώστε να είναι πάντα έτοιμος να αντιμετωπίσει κάθε πιθανό κίνδυνο.
Είναι ξεκάθαρο ότι οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν από τον Νικήτα Χρουτσόφ και εκείνοι που τον βοήθησαν είχαν σαν αποτέλεσμα την μείωση της επαγρύπνησης ως προς τον αυτόν κίνδυνο. Άρα, όπως τονίζει η έκθεση του Πολιτικού Γραφείου, ήρθε ο καιρός που δεν μπορούσαμε να περιμένουμε περισσότερο, δεν μπορούσαμε να προχωρήσομε παραπέρα με αυτές τις μεθόδους. Όταν οι Σοβιετικοί ηγέτες λένε, «εσείς αρχίσατε την πολεμική», κλπ, λένε ψέματα, προσπαθώντας να καλύψουν τα ίχνη τους. Το κύριο ζήτημα είναι ότι άρχισαν να ακολουθούν οπορτουνιστική γραμμή, η οποία γινόταν όλο και πιο φανερή μέχρι την στιγμή που πήραν την εξουσία.
Η υπεράσπισή τους αποτελείται μόνο από κατηγορίες ενάντια σε άλλους που είπαν αυτό και εκείνο. Αλλά αυτό δεν ευσταθεί. Είδαμε ότι ακόμα και μέχρι να έρθουν στην εξουσία, ακολουθούσαν ρεβιζιονιστική γραμμή και επιδίωκαν την αποδυνάμωση της πάλης ενάντια στον ιμπεριαλισμό, την επαγρύπνηση των λαών και με την βοήθεια του ρεβιζιονισμού πήραν τον έλεγχο του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.
Τώρα, όμως, είπαμε στοπ! σε όλη αυτή την δουλειά τους. Οπότε, απειλήθηκε όλη η οπορτουνιστική γραμμή, με επικεφαλής τον Χρουτσόφ. Ήθελε να νικήσει την Μαρξιστική-Λενινιστική αντίσταση στις γραμμές του με έναν οπορτουνιστικό τρόπο. Σκέφτηκε ότι αυτή η αντίσταση στην Σοβιετική Ένωση θα συντρίβονταν με την προβολή του ζητήματος του Στάλιν, καταδικάζοντας την «προσωπολατρία» του Στάλιν. Σκέφτηκε, επίσης, ότι, στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, υπήρχαν πολλές διαθέσιμες δυνάμεις για να εξαπολύσουν αποφασιστικό χτύπημα στην Μαρξιστική-Λενινιστική επίθεση ενάντια στην οπορτουνιστική γραμμή. Αυτό έγινε ξεκάθαρα ολοφάνερο στην Σύνοδο στο Βουκουρέστι όπου έγιναν προσπάθειες να καταδικαστεί και εξαλειφθεί η κατάσταση που τους εμπόδιζε, αλλά, όπως γνωρίζουμε, απέτυχαν.
Το Κόμμα μας έπαιξε σημαντικό ρόλο στη Σύνοδο του Βουκουρεστίου. Ήταν το μόνο κόμμα που αντιτάχτηκε σε ότι γίνονταν εκεί. Και από τότε η εχθρότητα εναντίον μας, μέχρι τότε συγκαλυμμένη, εκδηλώθηκε ανοιχτά. Από αυτό μπορούμε να κρίνουμε πόσο σοβαρή και επιζήμια ήταν για αυτούς η στάση του Κόμματός μας.
Πρέπει να πιστεύουμε πλέρια ότι η κατάσταση που ο Χρουτσόφ δημιούργησε σε πολλά κομμουνιστικά κόμματα της Ευρώπης, που κατάφερε να τα πάρει με το μέρος του, είναι προσωρινή. Βασίζουμε αυτή την πίστη στην δύναμη του Μαρξισμού-Λενινισμού. Ωστόσο, προς το παρόν, αυτός δημιούργησε αυτή την αρρωστημένη κατάσταση φέρνοντας ανθρώπους με οπορτουνιστικές – ρεβιζιονιστικές απόψεις στην ηγεσία ενός αριθμού κομμάτων με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Σε αυτές τις ευνοϊκές συνθήκες που δημιούργησε για τον εαυτό του, εκτός από το μεγάλο Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας, υπήρξε και ένα μικρό Κόμμα, που συνειδητοποίησε τον κίνδυνο αυτής της γραμμής, και όρθωσε το ανάστημά του για να πει αποφασιστικά: «Στοπ! Δεν είμαι μαζί σας σε αυτό το ζήτημα, δεν υποστηρίζω το δρόμο που ακολουθείτε!». Μέχρι τώρα, για τα συμφέροντα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, και εμείς χρησιμοποιήσαμε τακτικές, αλλά τώρα που ο Xρουτσώφ προσπαθεί να χτυπήσει το υγιές τμήμα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και του επιβάλει να ακολουθήσει την οπορτουνιστική του γραμμή, λέμε σε αυτόν, «Στοπ!». Φυσικά, πρόκειται για μεγάλη απώλεια για αυτούς.
Αλλά η κατάσταση έγινε πιο πολύπλοκη για αυτούς στην Διάσκεψη της Μόσχας. Η Διάσκεψη της Μόσχας δεν κύλησε όπως προέβλεπαν. Η απόδειξη αυτού είναι η Διακήρυξη της Μόσχας, το οποίο είναι ένα κάλο ντοκουμέντο, εγκεκριμένο από όλους. Φυσικά, αν υπήρχε εκεί υγιής κατάσταση, θα έβγαινε από αυτήν την Διάσκεψη πιο φλογερή, πιο μαχητική διακήρυξη. Όμως αυτό το ντοκουμέντο είναι αποδεκτό και πρέπει να κατανοηθεί σωστά, ακριβώς όπως είναι.
Τώρα τίθεται το ερώτημα: Μπορεί να ειπωθεί ότι αυτοί που υπογράψαν τέτοιο ντοκουμέντο θα αλλάξουν; Πρέπει να πούμε στην Κεντρική Επιτροπή ότι αυτοί δεν θα αλλάξουν την γραμμή τους. Αυτό αποδεικνύεται από τα λογία που είπε ο Χρουτσόφ, που αναφερθήκαν στην έκθεση, και που δεν πρέπει να ξεχαστούν. Σε σχέση με την Διακήρυξη είπε ότι «αυτό είναι ντοκουμέντο συμβιβασμών». Για τον Χρουτσόφ αυτό είναι ένας συμβιβασμός, επειδή αυτός εισέρχεται σε άλλη φάση, αλλά και η τακτική μας, επίσης, εισέρχεται τώρα σε άλλη φάση.
Όλα τα Μαρξιστικά-Λενινιστικά κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα αγαπούσαν με θέρμη την Σοβιετική Ένωση, το ΚΚΣΕ και την ηγεσία του ΚΚΣΕ, με επικεφαλής τον Στάλιν και είχαν ακλόνητη εμπιστοσύνη σε αυτούς. Αυτή ήταν εμπιστοσύνη που την άξιζαν, σωστή, Μαρξιστική-Λενινιστική εμπιστοσύνη. Όταν ήρθε στην εξουσία η ομάδα του Χρουτσόφ, δεν υπήρχε πια αυτή η θέρμη στις καρδιές των Αλβανών κομμουνιστών και εκείνων άλλων χωρών όπως πριν. Συνεχίσαμε να τρέφουμε τα ίδια αισθήματα αγάπης και εμπιστοσύνης όπως πριν για την Σοβιετική Ένωση και το ΚΚΣΕ, με τη διάφορα ότι, στηριζόμενοι στα γεγονότα που συνέβησαν, είπαμε ότι έγινε αδικία στο ΚΚΣΕ, ότι η γραμμή διαστρεβλώθηκε εκεί. Στην αρχή υπήρξε αριθμός ασαφών ζητημάτων, αλλά αργότερα έγιναν συγκεκριμένα.
Ακόμα σε αυτή την φάση, διατηρήσαμε την αγάπη μας για την Σοβιετική Ένωση, αλλά σε αυτό το διάστημα είδαμε και καταλάβαμε ότι η ηγεσία του ΚΚΣΕ κινούνταν προς τα δεξιά, προς την οπορτουνιστική, ρεβιζιονιστική κατεύθυνση. Υπό αυτές τις συνθήκες, υιοθετήσαμε την τακτική της σιωπής δημοσία, ιδιαίτερα μπροστά στην παγκόσμια κοινή γνώμη. Αυτή ήταν μια σωστή τακτική της ηγεσίας μας, που δεν την υιοθέτησε κατά τύχη. Ο σκοπός της ήταν η υπεράσπιση του Μαρξισμού-Λενινισμού, η υπεράσπιση της γραμμής του Κόμματός μας.
Αλλά ποια είναι η γραμμή μας; Πάλη ενάντια στον ρεβιζιονισμό και σε κάθε οπορτουνιστική ή δογματική τάση η οποία επιτίθεται και στοχεύει στην συντριβή του Μαρξισμού-Λενινισμού, ιδεολογικό και πολιτικό ξεσκέπασμα του ιμπεριαλισμού και του Γιουγκοσλάβικου ρεβιζιονισμού και κάθε είδους ρεβιζιονισμού, όξυνση της επαγρύπνησης, εξοπλισμός και διαρκή ετοιμότητα αντιμετώπισης κάθε πιθανού κίνδυνου, και άρρηκτη φιλία με τα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα και με τις χώρες του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, άσχετα από το αν ο Χρουτσόφ, ο Ζίβκοφ, ο Γκομούλκα και άλλοι άρεζαν ή δεν άρεζαν την γραμμή μας. Δηλαδή, δεν κάναμε πολιτικές ή ιδεολογικές παραχωρήσεις στη γραμμή μας, ήταν αυτοί που έκαναν παραχωρήσεις. Προσπαθήσαμε αποφασιστικά να υπερασπίσουμε την γραμμή μας και την αγάπη μας για το ΚΚΣΕ και την Σοβιετική Ένωση, αλλά με τον Χρουτσόφ και Σία, δεν συμφωνούσαμε και δεν συμφωνούμε. Αυτό το κατάλαβαν και το γνωρίσαν.
Τώρα μπήκαμε σε ένα νέο στάδιο, που ξεκίνησε στις Συνόδους του Βουκουρεστίου και της Μόσχας. Και σε αυτό το στάδιο επίσης, η τακτική τους πήραν και θα πάρουν νέες μορφές. Αλλά και η τακτική μας επίσης, δεν θα μείνουν πίσω· αυτοί θα προσαρμοστούν στην εξέλιξη των γεγονότων, αλλά εμείς πάντα θα συνεχίζουμε την αποφασιστική υπεράσπιση του Μαρξισμού – Λενινισμού, θα ξεσκεπάζουμε όλους τους εχθρούς του Μαρξισμού – Λενινισμού.
Μετά την Σύνοδο στο Βουκουρέστι και ιδιαίτερα μετά την Σύνοδο στη Μόσχα, οι θέσεις αυτών των ανθρώπων, που νόμισαν ότι νίκησαν, κλονίστηκαν. Για αυτό δεν έχει κανένας αμφιβολία. Ο Νικίτα Χρουτσόφ δεν μπορεί να προκαλεί τον θαυμασμό στο θρόνο που κατέχτησε στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, εξαιτίας της αρχιακής πάλης που διεξήγαγε το Κόμμα μας και πολλά άλλα κόμματα που κράτησαν Μαρξιστική – Λενινιστική στάση.
Αυτές οι θέσεις είναι μεγάλης ιστορικής σημασίας, γιατί είπαν Στοπ! στον Χρουτσόφ. Κλόνισαν από τα θεμέλια τις θέσεις του ανάμεσα στα διάφορα κόμματα, αν και τις θεωρούσε απόρθητες.
Αλλά πρέπει να έχουμε στο νου μας ότι ο Χρουτσόφ θα προσπαθήσει να κρατήσει όλους εκείνους που τον ακολούθησαν στις Συνόδους στο Βουκουρέστι και στην Μόσχα με την πλευρά του, επειδή συμβιβάστηκαν σε υπερβολικό βαθμό. Οι Σοβιετικοί ρεβιζιονιστές και οι κόλακές τους που ήταν παρόντες στην Σύνοδο της Μόσχας, νοιάζονταν πάρα πολύ να μην τους κριτικάραμε, κατά συνέπεια προσπάθησαν να ρίξουν σκόνη στα μάτια μας με καλοπιάσματα. Αυτό είναι που προσπάθησε να κάνει ο Μικογιάν πριν να μιλήσουμε στη Σύνοδο. «Και εμείς συμφωνούμε με εσάς για το ζήτημα του Στάλιν, για την ‘καταδίκη’ του Γιουγκοσλάβικου ρεβιζιονισμού, οπότε πείτε μας τι παραπάνω θέλετε;» ήταν πάνω - κάτω αυτά που είπε.
Αν κοιτάξουμε το πρόβλημα από την ιδεολογική σκοπιά θα πειστούμε για αυτό που ήταν μεγάλης σημασίας: εάν θα μιλήσουμε για εκείνα τα σοβαρά αρχιακά ζητήματα του κομμουνιστικού κινήματος, ή για κάτι άλλο, για ότι είπαν, για παράδειγμα, ο Μαλινόφσκι και οι άλλοι. Φυσικά, η υπεράσπιση των αρχιακών ζητημάτων του κομμουνιστικού κινήματος, πρώτα και κύρια, ήταν μεγαλύτερης σημασίας από το να αναφέρουμε αυτά που μας έκαναν οι Σοβιετικοί, αλλά και αυτά επίσης προκάλεσαν εξαιρετική δυσπιστία σε βάρος τους, οπότε προσπάθησαν να μας πείσουν να μην τα αναφέρουμε στην ομιλία μας, γιατί αυτό θα ξεσκέπαζε όχι μόνο την οπορτουνιστική τους γραμμή, αλλά επίσης τις ύπουλες, τις καταχθόνιες και βρόμικες μεθόδους, που χρησιμοποίησαν εναντίον μας και εναντίον πολλών άλλων οι Σοβιετικοί ρεβιζιονιστές και η ηγεσία τους, που τώρα κουκούλωσαν με μια κρούστα, αλλά αυτά δεν ξεχνιούνται και είχαν την επίδρασή τους στα λάθη που έγιναν σε πολλά σοβαρά ζητήματα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.
Ο Μορίς Τορές, για παράδειγμα, μπορεί να είχε άλλους λόγους για την στάση που κράτησε εναντίον μας στη Σύνοδο της Μόσχας, αν και, όταν βρίσκονταν για διακοπές στην Αλβανία, συμφωνούσε πλέρια σε όσα κουβέντιασα μαζί του. Αλλά η ομιλία της αντιπροσωπείας του Κόμματός μας στη Μόσχα του άγγιξε στο ευαίσθητο σημείο, επειδή όπως οι αντιπρόσωποι και ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γαλλίας, φέρνει μεγάλη ευθύνη, αφού επέτρεψε τέτοιο σοβαρό ζήτημα όπως η στάση προς τους Γιουγκοσλάβους ρεβιζιονιστές, τους οποίους καταδίκασε το Πληροφοριακό Γραφείο, να κανονιστεί από τον Χρουτσόφ και τους υποστηρικτές του, όχι σε Μαρξιστικό – Λενινιστικό δρόμο, αλλά απλώς μέσω ενός τηλεγραφήματος.
Ο Γκομούλκα σηκώθηκε και ζήτησε το ζήτημα της Αλβανίας να εξετάζονταν μέσα στο σύμφωνο της Βαρσοβίας, άλλα το είπε αυτό επίσης επειδή οι αντιπροσωπεία του Κόμματός μας εναντιώθηκε στην πολιτική του και δεν συμφώνησε με τις προτάσεις του Γκομούλκα στον ΟΗΕ. Αυτό είναι ζήτημα μεγάλης σημασίας, επειδή οι προτάσεις του ήταν σαν να έλεγαν στους ιμπεριαλιστές: «Διατηρήστε όλες τις πολυάριθμες στρατιωτικές βάσεις που δημιουργήσατε, κρατήστε την ατομική βόμβα και μην αφήσετε άλλους να την έχουν». Οπότε, η στάση της αντιπροσωπείας μας ήταν βαρύ πλήγμα στην τυχοδιωκτική και οπορτουνιστική πολιτική τους, σκοπός της οποίας είναι να οδηγήσει το σοσιαλιστικό στρατόπεδο στην καταστροφή. Για αυτό ο Γκομούλκα είπε ότι η Αλβανία πρέπει να αποβληθεί από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας.
Η ανάδειξη αυτών των κρίσιμων ζητημάτων για την τύχη του σοσιαλισμού είχαν πολύ μεγάλη σημασία. Η Σοβιετική ηγεσία δεν θα την ενδιέφερε πολύ εάν τονίζαμε μόνο το τι έκανε ο Ιβάνοφ στην Αλβανία. Η ανάδειξη ζητημάτων με τον τρόπο που το κάναμε τους αναστάτωσε, αφού αυτά ξεσκέπαζαν την πολιτική τους. Αλλά βάζοντας επίσης το ζήτημα της επέμβασής τους στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας μας, το ζήτημα των σκοπών τους να διασπάσουν την ηγεσία μας, άγγιξε τον Ζίβκοφ σε ευαίσθητο σημείο, αφού είναι γνωστό ότι ήταν ο Χρουτσόφ που επενέβη για να τον φέρει στην εξουσία της Βουλγαρίας.
Οπότε, η ομιλία μας στη Σύνοδο στη Μόσχα ενόχλησε εξαιρετικά τον Χρουτσόφ. Είναι κατανοητό ότι αυτό το ξεσκέπασμα δημιούργησε νέους πολύ μεγάλους μπελάδες σε αυτούς. Αυτό είναι που τους ανάγκασε να μας φορτώσουν με μη αρχιακές προσβολές, επειδή, εάν οι άλλοι ήταν να συμφωνήσουν απόλυτα με αυτά τα ζητήματα, θα οδηγούσε σε μεγάλους μπελάδες, όχι μόνο εκείνους που εκτόξευαν τις προσβολές τους εναντίον μας, αλλά επίσης και εκείνους που τους κατεύθυναν.
Είναι γνωστό ότι μετά το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ, έγιναν αλλαγές στις ηγεσίες πολλών κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων. Ο Χρουτσόφ κατάλαβε ότι τα κόμματα στα οποία δεν άλλαξε η ηγεσία αποτελούσαν μεγάλο κίνδυνο για την γραμμή τους, επειδή οι προσπάθειές του και οι απόψεις του δεν μπορούσαν να βρουν υποστήριξη μέσα σε αυτά. Έτσι, αναγκάστηκε να χαμογελά περιφρονητικά και να τα ανέχεται και, για την δημιουργία εντυπώσεων, διατήρησε φιλικές σχέσεις με το Κόμμα μας. Αλλά είδε ότι δεν μπορούσε να πετύχει τον σκοπό του και σκέφτηκε, αν όχι σήμερα, θα προσπαθήσει πάλι αύριο να το καταφέρει αυτό. Αυτό είναι που επιδίωκε για το Κόμμα μας, το ΚΚ της Κίνας και για μερικά άλλα κόμματα. Σε αυτά τα κόμματα ήταν πολύ ανίκανος να υπονομεύσει τις ηγεσίες, όποτε, βλέποντας ότι κινδύνευε από αυτά, στράφηκε σε άλλους τρόπους για να πετύχει τα σχέδιά του.
Πρώτα προσπάθησε να ισχυροποιήσει τις θέσεις του, να δημιουργήσει ατμόσφαιρα εμπιστοσύνης, επειδή, δήθεν, ήταν ο «Λένιν του σήμερα», να εξαλείψει όλες τις αμφιβολίες για τον πρόσωπό του, και στην πορεία αυτής της δράσης να προετοιμάσει τα πιστά του στελέχη που θα τον υποστήριζαν. Έβλεπε ότι γίνονταν καλή προπαγανδιστική δουλειά για την Σοβιετική Ένωση στην Αλβανία και ήλπιζε ότι θα έρθει ο καιρός που και εμείς θα ακολουθούσαμε τον δρόμο του. Αλλά δεν εξελίχθηκαν τα πράγματα με αυτό τον τρόπο.
Αν και υπέγραψαν την Διακήρυξη, δεν σημαίνει ότι άλλαξαν την κατεύθυνσή τους. Αυτή είναι μια από τις τακτικές τους. Κανείς δεν ξέρει για πόσο θα συνεχιστεί αυτή, αλλά είναι επικίνδυνη τακτική. Θα έχουμε τον νου μας σε αυτή, θα την παρακολουθούμε προσεκτικά· οι διεθνείς συνθήκες θα γίνουν πολύ πολύπλοκες, άσχετα από την προπαγάνδα του Χρουτσόφ και των υποστηρικτών του για ειρηνική εξέλιξη. Όπου και αν κοιτάξουμε, βλέπουμε απεργίες, ξεσηκωμούς, εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα από την μεριά των λαών και τρομοκρατία από την μεριά των ιμπεριαλιστών. Αυτά διαψεύδουν την άποψη του Χρουτσόφ που προπαγανδίζει τόσο πλατιά για την ειρηνική εξέλιξη των πραγμάτων.
Αλλά η μεγάλη δύναμη του διεθνούς κομμουνισμού, η δύναμη των κομμάτων που παλεύουν με συνεπεία για την υπεράσπιση του Μαρξισμού – Λενινισμού, τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει την πορεία αυτών των λαών.
Πρέπει να είμαστε αισιόδοξοι. Τα ζητήματα ξεκαθαρίζουν μέρα με την μέρα και η διεθνής κατάσταση αναμφίβολα θα επιβεβαιώσει τις θέσεις μας. Όμως είμαστε αντιμέτωποι με μια παρατεταμένη πάλη. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να σκεφτούμε ότι αυτοί θα παραδώσουν τα όπλα τους. Αντίθετα, θα προσπαθήσουν να ελιχθούν με τους πιο σκληρούς και πολύπλοκους τρόπους. Οι αντιθέσεις της πολιτικής που ακολουθούν προς ιμπεριαλιστές θα γίνουν ακόμα πιο ξεκάθαρες, οποίος είναι Μαρξιστής θα τις καταλάβει, επειδή οι ιμπεριαλιστές ετοιμάζονται για πόλεμο, ενώ οι ρεβιζιονιστές θέλουν να τους εμποδίσουν μόνο με τα λόγια. Με την πολιτική που αυτοί εφαρμόζουν αφήνουν στον ιμπεριαλισμό ελεύθερο πεδίο δράσης, οπότε, μέρα με την μέρα, αυτή η πολιτική εξελίσσεται σε μεγάλο κίνδυνο για το στρατόπεδο του σοσιαλισμού, για ολόκληρο τον κομμουνιστικό κόσμο και για την ειρήνη στον κόσμο.
Είχαμε εμπιστοσύνη στην Σοβιετική Ένωση, επειδή σε περίπτωση δυσκολιών και αυτή και οι χώρες των λαϊκών δημοκρατιών μας βοήθησαν. Αλλά ποτέ δεν θα μέναμε άπραγοι στηρίζοντας τις ελπίδες μας μόνο στην βοήθεια των φίλων. Ο Χρουτσόφ είπε πάντα δημαγωγικά: «Γιατί χρειάζεστε όπλα; Εμείς σας υπερασπίζουμε!» Θαυμάσια, αλλά τι είναι όλα αυτά που συμβαίνουν; Γιατί δεν συναντηθήκαμε ούτε μια φορά να μιλήσουμε για αυτά τα ζητήματα τόσο σημαντικά για την τύχη του σοσιαλιστικού στρατοπέδου και τον διεθνή κομμουνισμό, να μελετήσουμε αυτά τα μεγάλα ζητήματα μαζί; Γιατί ο Υπουργός μας Άμυνας διορίστηκε αναπληρωτής διοικητής των ενωμένων δυνάμεων του Συμφώνου της Βαρσοβίας; Παρόμοια, γιατί διορίστηκαν οι συνάδελφοί του της Πολωνίας, της Τσεχοσλοβακίας και άλλων; Οι διορισμοί τους ήταν πλέρια τυπικοί, επειδή κανένας δεν τους καλεί για συνομιλίες, όλα τα μέτρα που παίρνονται για λογαριασμό του σοσιαλιστικού στρατοπέδου αποφασίζονται από Χρουτσόφ και την συντροφιά του. «Μπορείτε να μας εμπιστεύεστε», λέει ο Χρουτσόφ, «είμαστε καλά εξοπλισμένοι». Αλλά κάποιος μπορεί να να μας επιτεθεί ξαφνικά και δεν έχουμε τα όπλα να αμυνθούμε. «Θα επιτεθούμε εμείς από την Σιβηρία,» λέει αυτός. Αλλά όπως εξελίσσονται τα πράγματα, όλοι μας μαζί θα ήμασταν καλύτερα προετοιμασμένοι. Θα πάμε μαζί στον πόλεμο, όποτε το πως θα υπερασπίσουμε τους εαυτούς μας πρέπει να αποφασίζονταν από κοινού. Δεν προσπαθούμε να μάθουμε τα στρατιωτικά μυστικά της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά ο Χρουτσόφ συνεχίζει να καταστρώνει την μεγάλη του στρατηγική για όλες τις χώρες του στρατοπέδου και δεν μας καλεί ούτε μια φορά να μας πει τουλάχιστον: «Έχουμε αυτά τα είδη όπλων και σε ασφαλείς τοποθεσίες.» Οι αντιπροσωπείες των χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας δεν συναντιούνται από καιρό σε καιρό να ελέγξουν τους εξοπλισμούς, να πάρουν κοινά μέτρα, έτσι ώστε οι στρατοί μας να γνωριστούν και να συναδελφωθούν ο ένας με τον άλλο. Αυτά είναι γνωστά μόνο στους φίλους του Χρουτσόφ. Είμαι σίγουρος ότι και οι άλλοι επίσης, ακόμα και ο Γκομούλκα που δεν μιλά τώρα, σίγουρα έχει αντιρρήσεις για αυτά τα ζητήματα, αλλά τώρα συμφωνεί με τον Χρουτσόφ, και, για μια κριτική που κάναμε, εκτός από τις απειλές, ζήτησε την άμεση αποπομπή μας από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας.
Άρα, η πάλη που έχουμε μπροστά μας στην υπάρχουσα κατάσταση δεν μια εύκολη πάλη. Αντίθετα, θα είναι πολύ δύσκολη. Αλλά πρέπει να αγωνιστούμε με αποφασιστικότητα, πρέπει να παρακολουθούμε την κατάσταση βήμα προς βήμα, έχοντας καθαρό στο μυαλό μας το τι άνθρωποι είναι αυτοί και τι θέλουν να κάνουν. Εάν μπουν στο σωστό δρόμο, θα αλλάξουμε την στάση μας προς αυτούς και θα προχωρήσουμε μαζί με αυτούς όπως και πριν, αλλά είναι ανεπίτρεπτο για μας να χαλαρώσουμε την επαγρύπνησή μας και να το ρίξουμε στον ύπνο. Μετά από όλα αυτά που συμβαίνουν, δεν έχουμε τυφλή εμπιστοσύνη, επειδή οι απόψεις και οι πράξεις αυτού του ανθρώπου είναι ολοφάνερα αντι-Μαρξιστικές. Ο Χρουτσόφ διαπράττει μεγάλο έγκλημα ενάντια στον Σοβιετικό λαό και τον διεθνή κομμουνισμό.

Πρέπει να πάρουμε στα σοβαρά τις απειλές που εξαπολύει εναντίον μας. Εάν δεν καταφέρουν να μας πετάξουν έξω από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, εάν δεν αποσύρουν τους ανθρώπους τους από την ναυτική βάση στη Βλόρα, εάν δεν κόψουν τις πιστώσεις, δεν θα γίνει επειδή μας αγαπούν, άλλα επειδή το σθένος τους δοκιμάστηκε στην Μόσχα, όπως επίσης λόγω των διεθνών πολιτικών συνθηκών. Αυτό που μας έκαναν για την ναυτική βάση δεν ήταν μόνο εκβιασμός, αλλά μια ολόκληρη γραμμή που σχεδιάστηκε όχι μόνο από τον Χρουτσόφ.
Γιατί δεν τήρησαν αυτή την στάση εναντίον μας όταν δεν είχαμε ακόμα εκφράσει την άποψη μας; Συμβουλεύτηκαν ο ένας τον άλλον και η Σύνοδος στο Βουκουρέστι ήταν το σήμα συνεγερμένου τους για να κάνουν ότι έκαναν. Αργότερα μας κάλεσαν να συμβαδίσουμε στον δρόμο τους, και αφού δεν τους ακολουθήσαμε, σκαρφίστηκαν την στάση που πρέπει να υιοθετήσουν προς εμάς.
Εάν η πορεία τους δεν σταματούσε στην Σύνοδο στην Μόσχα, θα προσπαθούσαν να μας τραβήξουν στον αντι-Μαρξιστικό τους δρόμο, ή, αν δεν το κατόρθωναν, να μας ξεφορτώνονταν και αν δεν μπορούσαν να μας διώξουν, να κρατήσουν την στάση που υιοθέτησαν τώρα.
Δεν μπόρεσαν να πετύχουν ούτε τον πρώτο ούτε τον δεύτερο στόχο, και έτσι έφτασαν στη λύση που ξέρουμε. Φυσικά, είχαν διαφορετικό σχέδιο για μας, αλλά δεν τους ήταν εύκολο να το πετύχουν επειδή ξεσκεπάστηκαν στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, ιδιαίτερα στα μάτια των λαών της Σοβιετικής Ένωσης. Αν και απέτυχε το σχέδιό τους προς το Κόμμα μας, ποτέ δεν θα ξεχάσουν την θαρραλέα και σωστή Μαρξιστική – Λενινιστική στάση που κράτησε το Κόμμα μας και συνεχίζει να κρατά, και θα σκαρώνουν σχεδία για να πάρουν την εκδίκηση τους, αν όχι σήμερα, αύριο. Αλλά δεν θα τους δώσουμε όπλα να μας πολεμήσουν. Δεν πρόκειται να κάνουμε λάθη· δεν θα παραβιάσουμε την γραμμή, ούτε θα σκύψουμε τη μέση σε κανένα· θα συνεχίσουμε να επαγρυπνούμε, όπως πάντα, στηριζόμενοι στις θέσεις του Μαρξισμού – Λενινισμού.
Η Μαρξιστική – Λενινιστική θέση που κρατήσαμε, όπως επίσης και η στάση του ΚΚ της Κίνας, είναι αποφασιστικής σημασίας για την ζωή των σοσιαλιστικών χωρών, για την ειρήνη και τον σοσιαλισμό σε όλο το κόσμο. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας έγινε εξαιρετικά σοβαρό εμπόδιο για αυτούς.
Νομίζουμε ότι αν ο Χρουτσόφ και η παρέα του δεν υποχωρούσαν, θα ήταν μεγάλη καταστροφή για αυτούς και για όλα τα τσιράκια τους, επειδή τα κόμματά τους δεν θα επέτρεπαν να διαπραχτεί τέτοιο έγκλημα ενάντια στο διεθνή κομμουνισμό. Αλλά ακόμα και αν τα κόμματά τους το δέχονταν προσωρινά, μετά από λίγο σίγουρα θα αποκαλύπτονταν ότι ήταν ρεβιζιονιστές και προδότες. Για αυτό προτίμησαν την οπισθοχώρηση, για να πάρουν νέα δύναμη από τις νέες θέσεις που άφησαν. Για αυτό το λόγο νομίζουμε ότι θα αντιμετωπίσουμε δύσκολη πάλη μεγάλης ευθύνης για την υπεράσπιση του σοσιαλισμού στην Αλβανία, την γενική γραμμή του Κόμματός μας και τις σωστές αρχές της Διακήρυξης της Μόσχας.

Αλλά η σοβαρή κατάσταση που δημιουργήθηκε στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και στις σχέσεις μας με την ηγεσία του ΚΚΣΕ και με τις ηγεσίες μερικών άλλων κομμάτων, μας βάζει πολύ σημαντικά καθήκοντα, που πρέπει πάντα να τα φέρνουμε σε πέρας σωστά, με Μαρξιστική – Λενινιστική σύνεση και θάρρος, όπως κάναμε μέχρι τώρα.

Πρώτ’ απ’ όλα, μέρα με την μέρα, πρέπει να εδραιώσουμε παραπέρα την ενότητα του Κόμματος. Είναι ατσάλινη η ενότητα, άλλα θα εργαστούμε ασταμάτητα για να την σφυρηλατήσουμε, αφού αυτές οι στιγμές είναι σημαντικές και κρίσιμες, και σε αυτές τις κρίσιμες στιγμές υπάρχουν άνθρωποι που ταλαντεύονται. Άρα το Κόμμα πρέπει να είναι κοντά όχι μόνο στα μέλη του αλλά σε κάθε έναν ατομικά, κοντά σε όλες τις μάζες του λαού, έτσι ώστε η ενότητα στις γραμμές του Κόμματος και η ενότητα Κόμματος – λαού να σφυρηλατείται σε Μαρξιστικό – Λενινιστικό δρόμο.

Είμαστε της άποψης ότι το Κόμμα πρέπει να γνωρίζει τις εχθρικές και ρεβιζιονιστικές δραστηρίοτητες αυτών των προδοτών, πρέπει να βλέπει ποια είναι τα άτομα που θέλουν να σκάψουν τον τάφο για το Κόμμα μας, όπως επίσης και για τον διεθνή κομμουνισμό. Γράφονται ντοκουμέντα για αυτό, αλλά πρέπει επίσης να κάνουμε δουλειά από στόμα σε στόμα για να το ξεκαθαρίσουμε στο Κόμμα ότι πρέπει να διεξαχθεί αμείλικτη πάλη ενάντια στον ρεβιζιονισμό, όχι μόνο θεωρητικά, αλλά και στη πράξη και με συγκεκριμένα παραδείγματα. Τα μέλη του Κόμματος πρέπει να επαγρυπνούν, να υπερασπίζονται την γραμμή του και να περιφρουρούν τα μεγάλα συμφέροντα του λαού μας, του Κόμματος και του Μαρξισμού – Λενινισμού.
Άρα, είναι σημαντικό να διαπαιδαγωγούμε το Κόμμα σωστά, επειδή έτσι θα κατανοηθεί σωστά η τακτική που πρέπει να χρησιμοποιήσουμε σε τέτοιες πολύπλοκες συνθήκες.
Το Κόμμα μας θα χρησιμοποιήσει τακτική· αυτό είναι αναγκαίο, ανάμεσα στα άλλα, έτσι ώστε οι Σοβιετικοί λαοί και εκείνοι στις χώρες της λαϊκής δημοκρατίας να κατανοήσουν ότι βαδίζουμε στον Μαρξιστικό – Λενινιστικό δρόμο και στο δρόμο της φιλίας μαζί τους, αλλά σε εναντίωση με εκείνους που είναι εχθροί τους και εχθροί του Μαρξισμού – Λενινισμού.
Αν οι ηγεσίες αυτών των χωρών συνεχίζουν να δρουν εναντίον μας, θα πάρουν την κατάλληλη απάντηση, αλλά θα προσπαθήσουμε να διατηρήσουμε φιλικές σχέσεις με όλες τις σοσιαλιστικές χώρες, χωρίς να κάνουμε παραχωρήσεις στις αρχές, χωρίς διαστρέβλωση της γραμμής, και κρατώντας σωστή στάση στη βάση των άρχων του Μαρξισμού – Λενινισμού.
Πρέπει να θυμόμαστε ότι θα έχουμε επαφές με τον Σοβιετικό λαό ή με τους λαούς των λαικοδημοκρατικών χωρών. Δεν θα αλλάξουμε την στάση μας, αλλά φυσικά, οι σχέσεις με αυτούς δεν θα είναι όπως ήταν πριν και όχι επειδή το προκαλέσαμε εμείς αυτό, αλλά αυτοί οι ίδιοι. Ο Μικογιάν μας είπε: «Τώρα δεν είναι ανάγκη να έχουμε στενές κομματικές σχέσεις, αλλά μόνο εμπορικές σχέσεις». Του είπαμε ότι δεν συμφωνούμε με μια τέτοια άποψη, αλλά αφού αυτό ήταν που ήθελαν, μπορούσαμε να λειτουργήσουμε και με αυτό τον τρόπο επίσης.
Όταν ο Ιβάνοφ ή ο Νοβίκοφ ήρθαν να μας συναντήσουν, εμείς οι ίδιοι τους δώσαμε τις πληροφορίες που ήθελαν με την μεγαλύτερη καλή θέληση. Το κάναμε αυτό, όχι επειδή έπρεπε να τους δώσουμε λογαριασμό, αλλά επειδή αυτή η στάση συνδέονταν με το ζήτημα της στενής και ανεπιφύλακτης φιλίας που τρέφαμε για την Σοβιετική Ένωση. Τώρα πού η κατάσταση άλλαξε, και αυτό μόνο εξαιτίας τους, όταν αυτοί έρθουν πάλι θα τους υποδεχθούμε, θα τους ρωτήσουμε τι θέλουν, αλλά θα τους δώσουμε μόνο ότι νομίζουμε ότι είναι εύλογο να γνωρίζουν και τίποτα παραπάνω.
Με τους τεχνικούς και τους ειδικούς που εργάζονται στις επιχειρήσεις μας οι σχέσεις μας πρέπει να είναι θερμές, εγκάρδιες και φιλικές. Φυσικά, μπορεί να υπάρχουν κακόβουλοι άνθρωποι ανάμεσά τους, αλλά ακόμα και αν δεν είναι τέτοιοι, κάποιοι θα πάρουν οδηγίες να γίνουν. Άρα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί και σε επαγρύπνηση, πρέπει ξεκάθαρα να διαχωρίσουμε εκείνους που είναι τίμιοι και ειλικρινείς μαζί μας από εκείνους που στάλθηκαν για να φέρουν σε πέρας τις εχθρικές οδηγίες του Χρουτσόφ και Σία. Πρέπει να υπερασπίζουμε την Μαρξιστική – Λενινιστική γραμμή μας συνέχεια και με οποιοδήποτε. Δεν πρέπει να φοβόμαστε να αντεπιτεθούμε σε αυτούς με τον κατάλληλο τρόπο όταν επιτίθενται στο Κόμμα μας, την ηγεσία μας και την ενότητά μας, με άπρεπη τρόπο. Πρέπει να επαγρυπνούμε ενάντια στις προβοκάτσιες, επειδή υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν προβοκάτσιες, αλλά υπάρχουν επίσης προβοκάτσιες στις οποίες πρέπει να απαντούμε ακαριαία και να καταφέρνουμε χτυπήματα σε εκείνους που τις σχεδίασαν.
Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί και επάγρυπνοι για να προσανατολιζόμαστε σωστά στην βάση της γραμμής του Κόμματος σε κάθε στιγμή. Είναι εύκολο να πεις στον άλλον: «Φύγε!» ή «Δεν θέλω να σε μιλήσω!» αλλά μια τέτοια στάση δεν έχει σχέση ούτε με την πολιτική ούτε με τον Μαρξισμό. Άρα πρέπει να δρούμε με ωριμότητα και ευελιξία.
Πρέπει να μιλάμε στους ξένους που μένουν στην Αλβανία για την γραμμή του Κόμματός μας, για τη στάση μας, πρέπει να προσπαθούμε να την εξηγούμε σε αυτούς, έτσι ώστε να κατανοήσουν σωστά αυτά τα ζητήματα, επειδή πολλοί απ’ αυτούς μπορεί να είναι αξεκαθάριστοι.
Τα όργανα του τύπου ιδιαίτερα πρέπει να είναι σε επαγρύπνηση και ώριμα. Ο τύπος μας πρέπει να παρουσιάζει την γραμμή και τακτική του Κόμματός μας σωστά. Αυτή η δουλειά πρέπει να γίνεται με προσοχή από την Διεύθυνση Κινητοποίησεων και Προπαγάνδας. Είναι σημαντικό να κατευθύνουμε σε σωστό δρόμο τον τύπο, επειδή ένα λάθος που κάνουμε μπορεί να το εκμεταλλευτούν οι ιμπεριαλιστές και ρεβιζιονιστές ξένοι εχθροί, ή μπορεί να προκαλέσει σύγχυση στις πλατιές μάζες του Κόμματος και του λαού.
Άρα πρέπει να δουλεύουμε προσεκτικά για να καθοδηγούμε το Κόμμα σωστά μέσω του τύπου. Πρέπει στον τύπο να αντανακλάται κάθε τι στον Μαρξιστικό – Λενινιστικό δρόμο, το συμφέρον του κόμματος, του λαού και του σοσιαλισμού, ενώ οποιοσδήποτε ελιγμός των ρεβιζιονιστών, που μπορεί να φαίνεται σωστός, αλλά που, στην πραγματικότητα, είναι επιζήμιος, δεν πρέπει να δημοσιεύεται στον τύπο και δεν θα δίνουμε λογαριασμό σε κανένα για αυτό.
Πρέπει να εξετάζουμε κάθε τι σε βάθος, πρέπει προσεκτικά να ζυγίζουμε και τις θετικές του και τις αρνητικές πλευρές του και να διαλέγουμε την καλύτερη, που εξυπηρετεί την δουλειά μας και την πορεία μας.
Πρέπει βεβαία να ξεπεράσουμε αυτές τις δυσκολίες. Άρα, πρώτ’ απ’ όλα, το Κόμμα πρέπει να κινητοποιηθεί, πρέπει να είναι ξεκάθαρο για το κάθε τι, και σε πλέρια ενότητα, πρέπει να ενισχυθεί το πολιτικό και ιδεολογικό του επίπεδο, να εφαρμόζεται με συνέπεια η Μαρξιστική – Λενινιστική γραμμή του και πρέπει να κινητοποιηθούμε ολότελα για την πραγματοποίηση των πλάνων μας.
Οι σύντροφοι που εργάζονται στο κόμμα και στα κρατικά όργανα πρέπει να έχουν αυτές τις καταστάσεις στο νου τους και να προσέχουν πάρα πολύ στο έργο της πειθούς και της διαπαιδαγώγησης των μαζών, να τις κάνουν συνειδητές για την ανάγκη υλοποίησης όλων των καθηκόντων, ιδιαίτερα την εκμετάλλευση των εσωτερικών πλουτοπαραγωγικών πηγών. Έτσι, ενώ εργαζόμαστε να ανοίξουμε νέα καλλιεργήσιμα εδάφη, δεν πρέπει να στηρίζουμε όλες τις ελπίδες μας μόνο στα τρακτέρ. Εάν είναι δυνατό, θα φέρουμε και τρακτέρ, αλλά πρέπει να δυναμώσουμε το οικονομικό μας δυναμικό με όλες τις δυνατότητες που έχουμε, για να διατηρήσουμε τον κανονικό εφοδιασμό του λάου, να αποφύγουμε να βρεθούμε σε κρίση, πρέπει να δημιουργήσουμε αποθέματα σε όλα τα πεδία μέσω της οικονομικής διαχείρισης των πλουτοπαραγωγικών πηγών μας.
Σε σχέση με αυτό, πρέπει να σχεδιαστεί πρόγραμμα δουλειάς από όλο το Κόμμα και τα κρατικά όργανα. Στην πράξη είμαστε αντιμέτωποι με πολλά καθήκοντα για αυτό το ζήτημα.
Το Κόμμα μας και ο λαός έχουν σκληραγωγηθεί στις δυσκολίες, οπότε τα πλάνα μας πάντοτε πραγματοποιήθηκαν. Έτσι θα ξεπεράσουμε και αυτές τις νέες δυσκολίες, θα έρθουν καλύτερες μέρες για το Κόμμα μας και τον λαό μας, επειδή το δίκιο είναι με το μέρος μας, επειδή έχουμε πολλούς φίλους στον κόσμο, όχι μόνο στην Κίνα, αλλά όλοι οι λαοί και οι πραγματικοί κομμουνιστές, στους οποίους η υπόθεση της λευτεριάς, της ανεξαρτησίας και του σοσιαλισμού είναι μονάκριβη.
Αυτά είχα να πω. Τώρα ας εγκρίνουμε το ανακοινωθέν. Επιπλέον, έχουμε μπροστά μας το 4ο Συνέδριο του Κόμματος, που, όπως αποφασίσαμε, θα γίνει τον Φλεβάρη του επόμενου χρόνου. Στο διάστημα αυτό, το Κόμμα πρέπει να κινητοποιήσει όλες τις δυνάμεις του, να πραγματοποιήσει μια πολύπλευρη πολιτική, ιδεολογική και οικονομική δουλειά, για να πάμε στο Συνέδριο με ατσάλινη Μαρξιστική – Λενινιστική ενότητα, με καθήκοντα που πραγματοποιήθηκαν σε όλα τα πεδία, καλά προετοιμασμένοι για να συζητήσουμε ζητήματα σε υψηλό κομματικό πνεύμα και να επωμιστούμε τα δύσκολα αλλά ένδοξα καθήκοντα που θα μας ανατεθούν.
Έργα, τομ. 19











Σάββατο 4 Ιουνίου 2016

Η στάση του ΚΕΑ προς τον Τιτοϊκό ρεβιζιονισμό


Η στάση του ΚΕΑ με επικεφαλής τον σ. Ε. Χότζια απέναντι στον Τιτοϊκό ρεβιζιονισμό την εποχή του ξεκινήματος του φλερτ Τιτοϊκών και Χρουτσοφικών ρεβιζιονιστών.

 
4ο Κεφάλαιο από του έργο του σ. Ε. Χότζια “Οι Χρουτσοφικοί”



4.

Η Λυδία λίθος .

Ο Χρουστσιόφ έχει στόχο τη Γιουγκοσλαβία. Το πρώτο σινιάλο του φλερτ: η σοβιετική επιστολή του Ιούνη του 1954· ο Χρουστσιόφ επιρίπτει το σφάλμα στο Ινφορμπυρό για την προδοσία της γιουγκοσλάβικης ηγεσίας. Συχνή και εγκάρδια αλληλογραφία Χρουστσιόφ - Τίτο. Ο Χρουστσιόφ αποφασίζει να αποκαταστήσει τους αποστάτες. Η πρώτη εναντίωσή μας: οι επιστολές του Μάη και του Ιούνη του 1955. Συνομιλία με τον πρεσβευτή Λεβίτσκιν: «πώς μπορεί να παρθούν τόσο εύκολα και μονομερώς τέτοιες αποφάσεις;!» Επίμονη πρόσκληση για να «αναπαυθώ» στη Σοβιετική Ένωση! Συνάντηση με το Σουσλόφ. Ο Μικογιάν τηλεφωνεί τα μεσάνυχτα:«συναντήσου με τον Τέμπο, εξομαλύνετε τις διαφωνίες». Η συνάντηση με το Σ. β. Τέμπο.
Το Κόμμα μας και η ηγεσία του ανησυχούσαν για όλα όσα συνέβαιναν στη Σοβιετική Ένωση ύστερα από το θάνατο του Στάλιν. Ασφαλώς εκείνη την περίοδο, ιδιαίτερα πριν από το 20ο Συνέδριο, οι υποψίες μας βασίζονταν σε ιδιαίτερα στοιχεία, που οι σοβιετικοί ηγέτες τα συγκάλυπταν με ποτάμια δημαγωγίες. Όπως και να είναι όμως οι στάσεις τους στις συναντήσεις με μας, οι ενέργειες τους στο εσωτερικό και το εξωτερικό τραβούσαν την προσοχή μας. Ιδιαίτερα ανάρμοστο ήταν το φλερτ του Χρουστσιόφ με τον Τίτο. Εμείς, από μέρους μας, συνεχίζαμε να καταπολεμούμε με τη μεγαλύτερη σφοδρότητα το γιουγκοσλάβικο τιτοϊκό ρεβιζιονισμό και υπερασπίζαμε τη σωστή μαρξιστική - λενινιστική στάση του Στάλιν και του Ινφορμπυρό προς τους γιουγκοσλάβους ρεβιζιονιστές ηγέτες. Αυτό το κάναμε όχι μόνο όσο ζούσε ο Στάλιν, αλλά και κατά τη μεταβατική περίοδο που πέρασε η Σοβιετική Ένωση μετά το θάνατο του Στάλιν, και όταν πέτυχε το πραξικόπημα του Χρουστσιόφ και όταν αυτός έκανε το νόμο, και όταν ανατράπηκε. Και τη στάση αυτή θα τηρούμε πάντα προς το γιουγκοσλάβικο ρεβιζιονισμό μέχρι την πλέρια ιδεολογική και πολιτική συντριβή του.
Εμείς παρακολουθούσαμε με μεγάλη επαγρύπνηση και προσοχή κάθε ενέργεια του Χρουστσιόφ. Από τη μια μεριά, παρατηρούσαμε ότι στη γενικότητα δε γίνονταν λόγος κατά του Στάλιν, αλλά γίνονταν λόγος για την ενότητα του σοσιαλιστικού στρατοπέδου μ' επικεφαλής τη Σοβιετική Ένωση, ο Χρουστσιόφ μιλούσε με «βόμβες» ενάντια στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, έκανε και καμιά έμμεση κριτική ενάντια στον τιτοϊσμό, ενώ από την άλλη, έσειε σ' αυτούς την άσπρη σημαία του συμβιβασμού και της υποταγής. Στην κατάσταση αυτή εμείς ακολουθούσαμε το δρόμο φιλίας με τη Σοβιετική Ένωση, παλεύαμε να διαφυλάξουμε και να δυναμώσουμε αυτή τη φιλία και αυτό για μας δεν ήταν ταχτική, αλλά ζήτημα αρχών. Μολαταύτα δεν αφήναμε αναπάντητες τις εσφαλμένες ενέργειες και τις παρεκκλίσεις γραμμής, όταν εκδηλώνονταν.
Για μας η πάλη ενάντια στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και στο γιουγκοσλάβικο τιτοϊσμό ήταν η λυδία λίθος για την εκτίμηση από μαρξιστική σκοπιά της στάσης του Χρουστσιόφ και των χρουστσιοφικών. Στην πραγματικότητα ο Χρουστσιόφ φλυαρούσε ενάντια στον καπιταλισμό και τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, αλλά σε μας δεν άρεσαν εκείνες οι τρεις ή πέντε καθημερινές συναντήσεις και δεξιώσεις με κάθε είδους αμερικάνους γερουσιαστές, δισεκατομμυριούχους και επιχειρηματίες. Ο Χρουστσιόφ είχε γίνει ένας κλόουν, που έδινε παραστάσεις όλη την ημέρα και καθημερινά, μειώνοντας την αξιοπρέπεια της Σοβιετικής Ένωσης.
«Τον εξωτερικό εχθρό — ξελαρυγγίζονταν ο Χρουστσιόφ στους λόγους του από το πρωί και μέχρι αργά τη νύχτα— τον έχουμε κάτω από το πόδια, τον κάμαμε ζάφτι, μπορούμε να τον κάμουμε στάχτη με ατομικές βόμβες». Η ταχτική του ήταν: να δημιουργούνταν ευφορία στο εσωτερικό, να αύξαινε το γόητρο της κλίκας του στις χώρες της λαϊκής δημοκρατίας και, ανεξάρτητα από τα «πομπώδικα λόγια» να αφήνονταν στους αμερικάνους και στην παγκόσμια αντίδραση να εννοήσουν ότι «Εμείς δεν είμαστε πια υπέρ της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης, επιθυμούμε να συνεργαστούμε στενά με σας, έχουμε την ανάγκη σας και πρέπει να κατανοήσετε ότι αλλάζαμε χρώμα, κάνουμε μεγάλη στροφή. Σ' αυτή τη στροφή θα έχουμε δυσχέρειες, γι' αυτό με τον ένα ή τον άλλο τρόπο πρέπει να μας βοηθήσετε».
Το γιουγκοσλάβικο ζήτημα, που για μας ήταν ξεκάθαρο και γι' αυτό δε σαλεύαμε από τη στάση μας, για τους χρουστσιοφικούς είχε διακυμάνσεις, πλημμυρίδες και αμπώτιδες. Οι χρουστσιοφικοί εκεί βρίζονταν, εκεί συμφωνούσαν με τους γιουγκοσλάβους ηγέτες.
Όταν βρίζονταν με τους τιτοϊκούς, οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές έδιναν δίκιο σε μας, όταν συμφιλιώνονταν μ' αυτούς, προσπαθούσαν να μαλακώσουμε κι εμείς τη στάση μας έναντι των τιτοϊκών ρεβιζιονιστών.
Ο Χρουστσιόφ είχε καρφώσει το βλέμμα του στη γιουγκοσλάβικη ηγεσία και ήθελε με κάθε θυσία, αν όχι να την υποτάξει, να την εντάξει στις γραμμές του. Ασφαλώς στο πρόσωπο του Τίτο αναζητούσε ταυτόχρονα και τον ιδεολογικό σύμμαχο και τον ηγέτη που θα τον κρατούσε κάτω από την αμασχάλη σαν «μεγάλος αδερφός» που ήταν. Με άλλα λόγια για το Χρουστσιόφ ο Τίτο ήταν πολύ αγαπητός, γιατί πρώτος αυτός επετέθηκε ενάντια στο Στάλιν και απέρριψε το μαρξισμό-λενινισμό. Σ' αυτή την κατεύθυνση συνταυτίζονταν πλέρια, αλλά ενώ ο ηγέτης του Βελιγραδίου ενεργούσε χωρίς προσωπείο, ο Χρουστσιόφ ήθελε να τηρεί το προσωπείο. Στο διεθνή στίβο ο Τίτο είχε γίνει ο προσφιλής «κομμουνιστής» του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και του παγκόσμιου καπιταλισμού, οι οποίοι τον χόρταιναν με βοήθειες και πιστώσεις, ώστε να επιτίθεται ενάντια στο σοβιετικό κράτος και καθεστώς και να ξεπουλάει τη Γιουγκοσλαβία στα ξένα κεφάλαια.
Ο Χρουστσιόφ ήθελε να μανουβράρει με τον Τίτο σ' όφελος του, ώστε να μετριάσει λιγάκι τον τόνο ενάντια στο σοβιετικό καθεστώς και να ελαττώσει τη μεγάλη όρεξη, που έδειχνε ο αμερικάνος πράχτορας του Βελιγραδίου για την υπονόμευση της σοβιετικής επιροής στις χώρες της λαϊκής δημοκρατίας, να διαδοθεί στη Γιουγκοσλαβία η επίδραση των χρουστσιοφικών ρεβιζιονιστικών απόψεων και να ανασχεθεί ο άμεσος προσανατολισμός της ηγεσίας του Βελιγραδίου προς το δυτικό τρόπο ζωής, προς τα αμερικάνικα κεφάλαια.
Ο Τίτο, από μέρους του, από καιρό ονειρεύονταν να μετατεθεί το κέντρο διεύθυνσης του τάχα κομμουνισμού από τη Μόσχα στο Βελιγράδι, το Βελιγράδι να αντικαταστήσει τη Μόσχα στην Ανατολική και Νοτιοανατολική Ευρώπη. Το σχέδιο του Τίτου έμεινε στάσιμο και τότε που αυτός τα χάλασε με το Στάλιν, ο οποίος ανακάλυψε και χτύπησε σκληρά το σατανικό έργο αυτού του αποστάτη. Το σχέδιο αυτό ο Τίτο το ξανάφερε στην επιφάνεια, με τη βοήθεια των αμερικάνων, τώρα που έβλεπε πως ο Νικήτα Χρουστσιόφ και η ομάδα του υπόσκαφταν το έργο του Λένιν και του Στάλιν.
Μεταξύ των δύο αυτών ηγετών του σύγχρονου ρεβιζιονισμού, του Χρουστσιόφ και του Τίτο, θα διεξάγονταν μακρά και περίπλοκη αναμέτρηση, πότε ήπια και πότε σκληρή, άλλοτε με επιθέσεις και βρισιές και άλλοτε με χάδια και χαμόγελα. Αλλά τόσο όταν τσακώνονταν, όσο και όταν αγκαλιάζονταν καμιά πλευρά δεν ενεργούσε με βάση και προς το συμφέρον του μαρξισμού – λενινισμού, ανεξάρτητα από τα τάχα μαρξιστικά λόγια και συνθήματα, ανεξάρτητα από τους όρκους του Χρουστσιόφ, ότι τάχα πάλευε να ξαναφέρει τον Τίτο στις θέσεις του μαρξισμού - λενινισμού. Στη βάση των σχέσεων τους έστεκε ο αντικομμουνισμός' από τις θέσεις του αντικομμουνισμού οι δύο αυτοί καλαντάρηδες1 θα έκαναν τον παν να υποτάξουν ο ένας τον άλλο ο καθένας προς το συμφέρον του.
Το Κόμμα μας θα παρακολουθούσε βήμα προς βήμα αυτό το προτσές με τη μεγαλύτερη επαγρύπνηση. Στην εξέλιξη αυτού του προτσές θα πείθονταν ακόμα περισσότερο ποιοι ήταν οι Χρουστσιόφ και οι χρουστσιοφικοί, τι αντιπροσώπευαν στη Σοβιετική Ένωση και στο διεθνές κομμουνιστικό και εργατικό κίνημα.
Τον Ιούνη του 1954 πήραμε το πρώτο σινιάλο πως η νέα σοβιετική ηγεσία άλλαξε την προηγούμενη γραμμή προς τον γιουγκοσλαβικό ρεβιζιονισμό.
Κατά τη διάρκεια της παραμονής μας στη Μόσχα η σοβιετική ηγεσία μας επέδωσε μακροσκελή επιστολή, υπογραμμένη από το Χρουστσιόφ, απευθυνόμενη προς τις κεντρικές επιτροπές των αδερφών κομμάτων, μέσω της οποίας μας πληροφορούσε σχετικά με τα συμπεράσματα στα οποία είχε καταλήξει η σοβιετική ηγεσία για το γιουγκοσλαβικό ζήτημα. Παρόλο που η επιστολή έφερε την ημερομηνία 4 του Ιούνη και εμείς βρισκόμασταν από μέρες στη Μόσχα, μάλιστα στις 8 Ιούνη είχαμε και επίσημες συνομιλίες με τους κυριότερους σοβιετικούς ηγέτες, το πολύ σημαντικό πρόβλημα που έγειραν σ' αυτή την επιστολή ούτε καν μας το ανάφεραν. Όπως φαίνεται ο Χρουστσιόφ, που γνώριζε καλά την αποφασιστική και αταλάντευτη στάση μας έναντι των προδοτών του Βελιγραδίου, ήθελε να ενεργήσει απέναντί μας με προσοχή και βαθμιαία.
Διαστρεβλώνοντας την ιστορική αλήθεια, ο Χρουστσιόφ και συντροφιά είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα, πως όλο το σφάλμα για την απόσπαση της Γιουγκοσλαβίας από το σοσιαλιστικό στρατόπεδο και για την «απομόνωση της εργατικής τάξης της Γιουγκοσλαβίας από τους κόλπους του εργατικού κινήματος» δεν το είχε άλλος παρά η «διακοπή των σχέσεων ανάμεσα στο ΚΚΓ και το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα» στα 1948. Σύμφωνα μ' αυτούς, η στάση που τηρήθηκε στα 1948 και 1949 έναντι του γιουγκοσλάβικου κόμματος ήταν εσφαλμένη, επειδή η στάση αυτή ώθησε τάχα «τους ιθύνοντες κύκλους της Γιουγκοσλαβίας να πλησιάσουν τις ΗΠΑ και την Αγγλία» (!), να συνάψουν την «στρατιωτικό - πολιτική συμφωνία με την Ελλάδα και με την Τουρκία» (το Βαλκανικό Σύμφωνο)2, να κάμουν «σειρά σοβαρών υποχωρήσεων στον καπιταλισμό», να βαδίσουν «προς την παλινόρθωση του καπιταλισμού»κ.λ.π. Κοντολογής, σύμφωνα με το Χρουστσιόφ, επειδή το Ινφoρ-μπυρό τήρησε αυστηρή στάση έναντι της Γιουγκοσλαβίας, η τελευταία, από πείσμα ή από κέφι, πήγε και ξεπουλήθηκε στον ιμπεριαλισμό, σαν εκείνη τη νύφη που για να σκάσει η πεθερά της πάει και κοιμάται με το μυλωνά.
Σύμφωνα με τη λογική αυτή του Χρουστσιόφ, έπρεπε και το Κόμμα μας Εργασίας, όταν αντιτάχθηκε στο χρουστσιοφικό ρεβιζιονισμό και έκοψε τις γέφυρες μ' αυτόν, να ξεπουλήσει τον εαυτό του και τη χώρα στον ιμπεριαλισμό, επειδή διαφορετικά δε μπορούσε να ζήσει! Κι αυτό το ακούσαμε αργότερα από το στόμα του Χρουστσιόφ, όταν μας κατηγόρησε, πως πουλιούμασταν «για 30αργύρια στον ιμπεριαλισμό!»
Αυτή όμως ήταν μονάχα αντιμαρξιστική και καπιταλιστική λογική. Το Κόμμα μας αντιτάχτηκε ηρωικά στο χρουστσιοφικό ρεβιζιονισμό, όπως είχε αντιταχθεί προηγούμενα και στο γιουγκοσλάβικο ρεβιζιονισμό, όπως πάλευε επίσης αποφασιστικά ενάντια σε κάθε άλλη παραλλαγή του ρεβιζιονισμού, αλλά δεν ξεπουλήθηκε και ούτε θα ξεπουληθεί ποτέ στον ιμπεριαλισμό και σε κανέναν άλλο, επειδή ένα πραγματικά μαρξιστικό - λενινιστικό κόμμα, εφ' όσον θεωρεί και σέβεται τον εαυτό του σαν τέτοιο, σ' οποιεσδήποτε συνθήκες και καταστάσεις κι αν βρεθεί, δεν επιτρέπει ποτέ ούτε να ξεπουληθεί, ούτε να αγοραστεί, αλλά ακολουθεί αποφασιστικά το δρόμο του, το δρόμο της αδιάλλαχτης πάλης ενάντια στον ιμπεριαλισμό, το ρεβιζιονισμό και την αντίδραση.
Γι' αυτό, έστω και αν η γιουγκοσλάβικη ηγεσία είχε καταδικαστεί άδικα το 1949, όπως ισχυρίζονταν ο Χρουστσιόφ, τίποτε δεν επέτρεπε και δε δικαιολογούσε το πέρασμα της στην αγκαλιά του ιμπεριαλισμού. Αντίθετα, το γεγονός που αυτή δυνάμωσε ακόμα περισσότερο τις γέφυρες με τον ιμπεριαλισμό και με την παγκόσμια αντίδραση, επιβεβαιώνει με τον καλύτερο τρόπο πόσο δίκιο είχαν ο Στάλιν, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης, το Ινφορμπυρό, το Κόμμα μας κι όλα τα άλλα κόμματα, όταν την ξεσκέπασαν και την καταδίκασαν.
Ο Νικήτα Χρουστσιόφ όμως, συνεπής στην απόφαση του να αποκαταστήσει τους ρεβιζιονιστές του Βελιγραδίου, κατηγορούσε στην επιστολή του το Ινφορμπυρό, φυσικά χωρίς να το κατονομάζει, ότι στα 1948 και 1949, «δεν εκμεταλλεύτηκε μέχρι τέλους όλες αυτές τις δυνατότητες... δεν έκαμε προσπάθειες για τη διευθέτηση των άλυτων ζητημάτων και των διαφωνιών», πράγμα, που σύμφωνα μ' αυτόν, «θα απότρεπε το πέρασμα της Γιουγκοσλαβίας στο εχθρικό στρατόπεδο». Στην επιστολή που μας επέδωσε ο Νικήτα Χρουστσιόφ έφτανε μέχρι του σημείου να υπογραμμίσει ανοιχτά πως «πολλά από τα ζητήματα που χρησίμευαν σαν αιτία διαφωνιών ανάμεσα στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης και το κομμουνιστικό Κόμμα της Γιουγκοσλαβίας.....δεν αποτελούσαν σοβαρούς λόγους για συζήτηση ή και οι παρανοήσεις που είχαν προκύψει, μπορεί να είχαν διακανονιστεί». Τίποτε δε μπορούσε να ικανοποιήσει περισσότερο τον Τίτο και τη γιουγκοσλάβικη ηγεσία! Με μια μονοκονδυλιά ο Χρουστσιόφ έσβησε τα μεγάλα προβλήματα αρχών που βρίσκονταν στη βάση της πάλης ενάντια στο γιουγκοσλάβικο ρεβιζιονισμό, τα θεωρούσε «όχι σοβαρούς λόγους» και «παρανοήσεις», επομένως ζητούσε συγγνώμη από τους προδότες γιατί τάχα τους είχαν χτυπήσει για ψύλλου πήδημα!
Ποιοί όμως έφταιγαν γι' αυτές τις «παρανοήσεις;» Ο Χρουστσιόφ στην επιστολή του δεν επιτίθονταν ονομαστικά στο Ινφορμπυρό, ούτε στο Στάλιν, ούτε στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης, ούτε στα άλλα κόμματα που είχαν ταχτεί αλληλέγγυα με τις αποφάσεις του Ινφορμπυρό το 1949, όπως φαίνεται θεωρούσε ακόμα πρόωρο να εξαπολύσει αυτές τις επιθέσεις. Τότε βρέθηκαν οι «φταίχτες»: από σοβιετική πλευρά ο Μπέρια, ο οποίος, με τις ενέργειες του είχε προκαλέσει δυσαρέσκειες «δικαιολογημένες στη γιουγκοσλάβικη ηγεσία», ενώ από τη γιουσκοσλαβική πλευρά - ο Τζίλας (τον οποίο στο μεταξύ είχε καταδικάσει ο Τίτο), που «έκανε ανοιχτή προπαγάνδα με λικβινταριστικές απόψεις», ήταν «δραστήριος οπαδός για τον προσανατολισμό της Γιουγκοσλαβίας προς τις δυτικές χώρες» κ.λπ.!
Έτσι, το πρόβλημα, σύμφωνα με το Χρουστσιόφ, παρουσιάζονταν απλούστατο: στη βάση της ρήξης με τη Γιουγκοσλαβία δεν ήταν αίτια, αλλά προφάσεις, «στα χαμένα τους πέσαμε στο λαιμό, οι φταίχτες βρέθηκαν: ο Μπέρια σ' εμάς, ο Τζίλας σ' εσάς. Τώρα κι οι δυο πλευρές καταδικάσαμε αυτούς τους εχθρούς, γι' αυτό δε μας μένει τίποτε άλλο παρά να φιληθούμε, να συμφιλιωθούμε και να λησμονήσουμε το παρελθόν».
Πολύ εύκολα έδενε και έλυε αυτά τα ζητήματα αυτός ο ακροβάτης. Εμείς, όμως οι αλβανοί κομμουνιστές, που πάνω από δέκα χρόνια παλεύαμε σκληρά με την προδοτική κλίκα του Βελιγραδίου, που δοκιμάσαμε και αντιμετωπίσαμε θαρραλέα τις προστυχιές τους, δεν ήμασταν και δε μπορούσαμε να είμαστε με κανένα τρόπο σύμφωνοι μ' αυτή τη λύση του γιουγκοσλάβικου προβλήματος. Μα ήμασταν ακόμα στα 1954. Δεν είχε ξεσπάσει ακόμα ανοιχτά η επίθεση ενάντια στο Στάλιν, δε λέγονταν ακόμα ανοιχτά κανένας κακός λόγος εναντίον του, ακόμα ο Χρουστσιόφ χρησιμοποιούσε πολύ ραφινάτη και μαστορικά συγκαλυμμένη δημαγωγία, ακόμα στα μάτια μας η Σοβιετική Ένωση διατηρούσε τα χρώματα της εποχής του Στάλιν, παρόλο που ξεθώριαζαν. Επί πλέον στην επιστολή αυτή, η οποία μας συγκλόνισε βαθιά, ο Χρουστσιόφ ορκίζονταν, ότι καθετί το κάνει «υπέρ του μαρξισμού - λενινισμού και του σοσιαλισμού», ότι η σοβιετική ηγεσία και τα άλλα αδερφά κόμματα, στη νέα αναθεώρηση του γιουγκοσλάβικου ζητήματος, δεν είχαν άλλο σκοπό παρά να «χαλάσουν τα σχέδια των αμερικάνο - άγγλων ιμπεριαλιστών και να εκμεταλλευθούν όλες τις δυνατότητες για να ενισχύσουν την επιροή τους πάνω στο γιουγκοσλάβικο λαό», «να επιδράσουν θετικά στη γιουγκοσλαβική εργατική τάξη» κ.λπ. Πρόσθετε επίσης ότι οι προσπάθειες της σοβιετικής πλευράς και των άλλων κομμάτων και χωρών της λαϊκής δημοκρατίας θα χρησίμευαν σα νέο βήμα για να αποδείξουν «πόσο πρόθυμοι και αποφασισμένοι είναι οι γιουγκοσλάβοι ηγέτες να ακολουθήσουν το δρόμο του σοσιαλισμού».
Όλα αυτά μας έκαμαν ώστε στην απάντηση μας να είμαστε μετρημένοι και προσεχτικοί. Στη διάρκεια των ημερών, που ήμασταν στη Μόσχα, συζητήσαμε πλατιά αυτό το πρόβλημα με τον Υσνί και με τους άλλους συντρόφους της αντιπροσωπείας και τελικά δώσαμε εγγράφως την απάντηση μας στη σοβιετική ηγεσία.
Στην απάντηση αυτή εμείς, χωρίς να αντιπαραταχτούμε ανοιχτά στο Χρουστσιόφ, τονίσαμε την σταθερή στάση μας έναντι της ρεβιζιονιστικής ηγεσίας του Βελιγραδίου, εκτιμήσαμε τη σημασία των αποφάσεων του Ινφορμπυρό των ετών 1948 και 19493 και δεν επιτρέψαμε κανέναν υπαινιγμό σχετικά με την αναθεώρηση της προηγούμενης στάσης, που κρατήσαμε έναντι των παρεκκλίσεων γραμμής της γιουγκοσλαβικής ηγεσίας.
Στην ιδεα τού Χρουστσιόφ, ότι «η διακοπή των σχέσεων οδήγησε τους γιουγκοσλάβους ηγέτες στους κόλπους του ιμπεριαλισμού», στην απαντητική επιστολή μας αντιπαραθέσαμε τη θέση ότι οι ίδιοι οι γιουγκοσλάβοι ηγέτες πρόδωσαν το μαρξισμό - λενινισμό και έμπασαν το λαό και την πατρίδα τους στο δρόμο της υποδούλωσης και της υπαγόρευσης των αμερικανο - άγγλων ιμπεριαλιστών, ότι η αντιμαρξιστική γραμμή τους ήταν ο παράγοντας που έβλαψε σοβαρά τα ζωτικά συμφέροντα των λαών της Γιουγκοσλαβίας, ότι αυτοί απέσπασαν τη Γιουγκοσλαβία από τους κόλπους του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, ότι αυτοί μετέτρεψαν το γιουγκοσλάβικο κόμμα σε αστικό κόμμα και το απόσπασαν από το διεθνές κίνημα του προλεταριάτου.
Υπογραμμίζοντας αυτές τις αλήθειες, σε συνέχεια τονίσαμε πως είμαστε σύμφωνοι να γίνουν προσπάθειες από τα κομμουνιστικά κόμματα για να βοηθηθούν οι λαοί της Γιουγκοσλαβίας να γλυτώσουν από την υποδούλωση και την εξαθλίωση, αλλά τονίσαμε άλλη μια φορά, ότι κατά τη γνώμη μας οι γιουγκοσλάβοι ηγέτες είχαν βυθιστεί βαθιά στον αντιμαρξιστικό δρόμο, στο δρόμο της υποταγής στους αμερικάνους και άγγλους ιμπεριαλιστές.
Μ' αυτό λέγαμε έμμεσα στο Χρουστσιόφ, ότι δεν είμαστε σύμφωνοι με τις ελπίδες και τις αυταπάτες, που έτρεφε ως προς τους γιουγκοσλάβους ηγέτες και ιδιαίτερα στο «σύντροφο Τίτο», όπως άρχισε να τον αποκαλεί. Τις σκέψεις αυτές τις εξέφρασα στο Χρουστσιόφ και κατά την άλλη συνομιλία που είχα μ' αυτόν, στις 23 του Ιούνη του 1954. Αυτός όμως προσποιούνταν, πως δεν πρόσεχε τη διαφορετική στάση, που είχαμε ανάμεσα μας σχετικά με το γιουγκοσλαβικό ζήτημα. Ίσως δεν ήθελε να δημιουργήσει διένεξη μ' εμάς από τις πρώτες επίσημες συναντήσεις που είχαμε μ' αυτόν. Ίσως μας υποτιμούσε και δεν υπολόγιζε τις εναντιώσεις μας. Θυμούμαι πως ήταν σε μεγάλη ευφορία και μιλούσε με βεβαιότητα ανθρώπου που οι δουλειές του πάνε καλά. Μόλις είχε επιστρέψει από μια αστραπιαία επίσκεψη στην Τσεχοσλοβακία (ήταν μάστορας κάθε είδους επίσκεψης: αστραπιαίας, ιγκόγνιτο, επίσημης, φιλικής, θορυβώδικης, σιωπηρής, την ημέρα, τη νύχτα, αναγκελμένης, μη αναγκελμένης, σύντομης, μακράς, με ακολουθία, ολομόναχος κ.λ.π.).
Στην Πράγα —μου είπε— μίλησα ξανά για το γιουγκοσλάβικο πρόβλημα με εκπρόσωπους μερικών αδερφών κομμάτων που βρίσκονταν εκεί. Όλοι ήταν απόλυτα σύμφωνοι μ' εμένα και θεωρούσαν τις προσπάθειες του κόμματός μας πολύ σημαντικές.
Έπειτα, κοιτάζοντάς με κατάματα, πρόσθεσε:
Εμείς, οι Ούγγροι, οι Βούλγαροι, οι Ρουμάνοι και άλλοι πραγματοποιήσαμε τελευταία καλά βήματα προς την εξομάλυνση των σχέσεων με τη Γιουγκοσλαβία...
Κατάλαβα γιατί το τόνισε αυτό. Ήθελε να μου πει: βλέπεις, όλοι εμείς είμαστε σύμφωνοι, γι' αυτό και σεις, οι Αλβανοί, πρέπει να ενωθείτε μ' εμάς.
Του είπα κοντολογής, πως η ιστορία των σχέσεών μας με το γιουγκοσλάβικο κόμμα και κράτος είναι πολύ μακρά, πως φταίχτης για τη διακοπή των σχέσεων ήταν η ίδια η γιουγκοσλάβικη ηγεσία,και, αν ακόμα οι αλβανο - γιουγκοσλάβικες διακρατικές σχέσεις βρίσκονται σε χαμηλό επίπεδο, αυτό δεν εξαρτάται από μας, αλλά από τη στάση και τις συνεχείς αντιμαρξιστικές και αντιαλβανικές ενέργειες των ηγετών του Βελιγραδίου.
Κανιέτσνο, κανιέτσνο/- πετάχτηκε ο Χρουστσιόφ και κατάλαβα πως δεν ήθελε να προχωρήσω παραπέρα στη συζήτηση αυτού του προβλήματος.
Εμείς, είπε, πήραμε όλα τα μέτρα. Αύριο ο πρεσβευτής μας στη Γιουγκοσλαβία θα πάει να συναντηθεί με τον Τίτο, που βρίσκεται στο Μπριόνι. Νομίζουμε πως υπάρχουν πολλές δυνατότητες να επιτευχθεί ο σκοπός. Αν δε γίνει τίποτε —κατέληξε— τότε έχουμε κι άλλους τρόπους.
Έτσι άρχισε το ειδύλλιο Χρουστσιόφ – Τίτο. Τις σκέψεις ή τα «συμπεράσματά» του σχετικά με τη «νέα ανάλυση» του γιουγκοσλάβικου ζητήματος, ο Χρουστσιόφ ύστερα από μερικές μέρες τα παράδοσε γραπτώς στον Τίτο. Φυσικά, ο Τίτο ικανοποιήθηκε που τα πράγματα από μέρους του Χρουστσιόφ εξελίσσονταν σύμφωνα 4 με τις προβλέψεις του, αλλά σαν παλιά αλεπού που ήταν, δε φάνηκε τόσο ελαφρόμυαλος ώστε να ριχτεί στις αγκάλες του Χρουστσιόφ. Αντίθετα, ο Τίτο σκέφτονταν και εργάζονταν, ώστε ο Χρουστσιόφ όπως έσκυψε πρώτος το κεφάλι, να έρθει επίσης πρώτος και να του ζητήσει ανοιχτά συγνώμη στο Βελιγράδι. Τόσο περισσότερο που ο Τίτο είχε βυθιστεί ως το λαιμό στο βόρβορο του ιμπεριαλισμού, ήταν δεμένος χεροπόδαρα, γι' αυτό αν θα έλεγε καμιά λέξη για το «σοσιαλισμό» και για το «μαρξισμό», αυτό έπρεπε να το κάμει μονάχα σύμφωνα με τις δόσεις, που θα του επέτρεπαν τα δυτικά αφεντικά του και προπαντός οι αμερικάνοι ιμπεριαλιστές. Αφού τον άφησε κάμποσο καιρό σε αδημονία, για να του τινάξει καλά τις ξεκουρτισμένες χορδές, τελικά περί τα μέσα Αυγούστου του 1954 ο Τίτο απάντησε στο Χρουστσιόφ επίσης γραπτώς.
Το περιεχόμενο της επιστολής του ρεβιζιονιστή του Βελιγραδίου ήταν στην ουσία περίπου το εξής: Χαίρομαι που εσύ, Νικήτα Σεργκέγιεβιτς, δείχνεσαι λογικός και πλατύκαρδος, αλλά άνοιξε περισσότερο την καρδιά σου, έβγα πιο ξεκάθαρα στο νέο δρόμο της συμφιλίωσης και του εναγκαλισμού. Εμείς, οι Γιουγκοσλάβοι, έλεγε ο Τίτο στο Χρουστσιόφ, είμαστε σύμφωνοι να συμφιλιωθούμε, αλλά, όπως γνωρίζετε, πιάσαμε καινούργιους φίλους, με τους οποίους έχουμε ισχυρούς και βαθείς δεσμούς, γι' αυτό η συμφιλίωσή μας μ' εσάς «πρέπει να αναπτυχθεί προς την κατεύθυνση, που να ανταποκρίνεται στην πολιτική μας της διεθνούς συνεργασίας», δηλαδή να μη χαλάσουν, αλλά να ενισχυθούν παραπέρα οι σχέσεις των Γιουγκοσλάβων με τον ιμπεριαλισμό.
Επίσης, με τόνο υπαγόρευσης, ο Τίτο δεν παρέλειψε να θέσει στο Χρουστσιόφ και μια σειρά άλλους όρους για τους μελλοντικούς δεσμούς:
Πρώτο, ο Τίτο ζητούσε από τη σοβιετική πλευρά να εργαστεί περισσότερο για την εξάλειψη των «αρνητικών στοιχείων» και να αφαιρεθούν τα εμπόδια, που επέδρασαν στη ρήξη του 1948 και, εννοείται, μ' αυτό ο «μάστορας» του Βελιγραδίου ζητούσε ανοιχτά να αναθεωρηθεί όλη η σωστή γραμμή αρχών που ακολούθησαν το Ινφορμπυρό, ο Στάλιν και τα άλλα κομμουνιστικά κόμματα το 1948.
Δεύτερο, η μελλοντική συμφιλίωση, υπαγόρευε ο Τίτο, δεν έπρεπε να υπονοούσε «πλήρη ενότητα στην εκτίμηση και τη στάση έναντι των γεγονότων», επομένως, να συμφιλιωθούμε, αλλά ο καθένας να ενεργεί από κεφαλιού του και. για λογαριασμό του.
Τρίτο, ο τρόπος τι δρόμο ακολουθώ εγώ και τι δρόμο ακολουθάς εσύ για την οικοδόμηση του «σοσιαλισμού», αυτό είναι υπόθεση καθενός από μας και δεν πρέπει να επιδράσει στην εξομάλυνση των σχέσεων επομένως εγώ θα οικοδομήσω τον «ειδικό σοσιαλισμό» κι εσύ να τον παραδεχτείς ασυζήτητα.
Τέταρτο, υπαίτιοι της διένεξης, έλεγε ο Τίτο, δεν είναι ούτε ο Μπέρια, ούτε ο Τζίλας, είναι βαθύτερα αίτια, γι' αυτό εσείς, οι Σοβιετικοί, κι οι άλλοι μαζί μ' εσάς, τραβάτε χέρι πλέρια από τη γραμμή της εποχής του Στάλιν, τραβάτε χέρι από τις προηγούμενες αρχές, γιατί έτσι τα πραγματικά αίτια της διένεξης ανατρέπονται αυτόματα.
Τέλος ο Τίτο απέρριψε την πρόταση του Χρουστσιόφ για διμερή συνάντηση κορυφής, θέτοντας του σαν όρο την «επίτευξη προκαταρκτικών επιτυχιών στην κατεύθυνση της εξομάλυνσης». Τα υπονοούμενα ήταν ολοφάνερα: Αν θέλεις να συναντηθείς και να συμφιλιωθείς μ' εμένα, κάμε κι άλλα βήματα στο δρόμο που άρχισες, ενεργά μέσα στη Σοβιετική Ένωση, στις άλλες χώρες και κόμματα πιο γρήγορα και πιο θαρραλέα για τη διάδοση και διεύρυνση τούτου του «νέου» δρόμου, ο οποίος ήταν και είναι ο παλιός μου δρόμος.
Και ο Χρουστσιόφ, πότε θυμωμένος και πότε ενθουσιώδης στις ενέργειές του, άρχισε να υποτάσσεται και να εφαρμόζει με ζήλο τους όρους και τις συστάσεις του Τίτο.
Σ' εμάς που παρακολουθούσαμε με προσοχή και ανησυχία αυτή τη διαδικασία, αυξήθηκαν οι υποψίες ότι αυτή η στάση οδηγούσε τη Σοβιετική Ένωση σε αντιμαρξιστικό δρόμο. Όσο περνούσαν οι μέρες όλο και περισσότερο πειθόμασταν, πως ο Χρουστσιόφ με τις ακροβασίες του έκρυβε ένα σατανικό παιγνίδι. Βλέπαμε ότι, πέφτοντας στα γόνατα μπροστά στον Τίτο5, μείωνε το γόητρο του Κομμουνιστικού Κόμματος και του σοβιετικού κράτους. Δε μας έρχονταν καλά, αλλά στο κάτω - κάτω, η βελτίωση των σοβιετο - γιουγκοσλάβικων σχέσεων ήταν δικό τους εσωτερικό πρόβλημα κι εμείς δεν είχαμε, πως να εναντιωθούμε. Εμείς όμως δεν ήμασταν και δε μπορεί να ήμασταν ποτέ σύμφωνοι με τις προσπάθειες του να εξαλείψει το παρελθόν και να χειριστεί τα αίτια και τους λόγους της καταδίκης των γιουγκοσλάβων ρεβιζιονιστών εντελώς διαφορετικά από ό,τι ήταν στην πραγματικότητα. Επίσης, δε μπορούσαμε να δεχτούμε να γίνομε εταίροι του Χρουστσιόφ σ' αυτό το επικίνδυνο και ύποπτο ιδεολογικό και πολιτικό παιγνίδι. Το τι έκαμαν οι Ρουμάνοι, οι Ούγγροι ή οι Βούλγαροι αυτό ήταν δική τους δουλειά. Φιλιά και συμφιλίωση εμείς δε θα είχαμε με τους τιτοϊκούς.
Εχτός από τις ρεβιζιονιστικές του πεποιθήσεις, για την πραγματοποίηση του αντιμαρξιστικού διαβήματος, ώθησε αναμφίβολα το Χρουστσιόφ και ο Τίτο. Αυτός δεν ήθελε να υποκλιθεί μπροστά στο Χρουστσιόφ, γι' αυτό ζήτησε επίμονα να πάει ο Χρουστσιόφ και να υποκλιθεί σ' αυτόν στο Βελιγράδι, να πάει να κάμει αυτοκριτική στην Κανόσσα (Βελιγράδι). Έτσι και έγινε. Ύστερα από ένα χρόνο και κάτι μυστικών και φανερών επαφών διαμέσου ειδικών απεσταλμένων, ύστερα από μακρά και πολύ φιλική αλληλογραφία ανάμεσα στο «σύντροφο Χρουστσιόφ» και το «σύντροφο Τίτο» και αντίστροφα, τελικά ο Τίτο έστειλε είδηση τον Απρίλη του 1955 στο νέο αγαπητό του, πως ήταν σύμφωνος να στεφανωθούν και τον προσκαλούσε να τελέσουν το «γάμο» ή «σ' ένα πλοίο στο Δούναβη, ή, αν εσείς είστε σύμφωνοι, να τον κάνουμε στο Βελιγράδι. Κατά τη γνώμη μας —συνέχιζε ο κράλης6 του Βελιγραδίου — η συνάντηση πρέπει να είναι ανοιχτή και να ανακοινωθεί». Ο Χρουστσιόφ, που περίμενε ανυπόμονα, πήγε στο Βελιγράδι, φιλήθηκε και αγκαλιάστηκε με τον Τίτο, έκαμε αυτοκριτική, εξάλειψε με «αποφασιστικότητα τα επιστρώματα του παρελθόντος» και άνοιξε την «εποχή της φιλίας ανάμεσα στους δυο λαούς και τα δύο κόμματά» τους.
Το Κόμμα μας καταδίκασε τη μετάβαση του Χρουστσιόφ στο Βελιγράδι και ιδιαίτερα την απόφαση του να πλύνει τον άπλυτο Τίτο. Μονάχα δύο τρεις μέρες πριν ξεκινήσει «για την Κανόσσα» ο Χρουστσιόφ μας ειδοποίησε για το διάβημα που θα έκανε, αυτό όμως εμείς το περιμέναμε, γιατί τα νερά στα οποία κολυμπούσε ο Χρουστσιόφ, σ' εκείνο το μύλο τον οδηγούσαν. Να πήγαινε ή να μη πήγαινε στο Βελιγράδι, αυτό ήταν δική του δουλιά, ας έκανε όπως ήθελε. Εκείνο που μας εξόργισε και μας τάραξε βαθιά ήταν η ανακοίνωση, που μας έκανε στην ίδια επιστολή, πως είχε αποφασίσει να ακυρώσει σαν άδικη την απόφαση του Ινφορμπυρό του Νοέμβρη του 1949 σχετικά με την καταδίκη της γιουγκοσλάβικης ηγεσίας να ανακοινώσει αυτή τη νέα απόφαση του στον Τίτο και να δημοσιεύσει έτσι στο όργανο «Για σταθερή ειρήνη, για τη λαϊκή δημοκρατία!» μια ανακοίνωση. Σ' αυτή την ανακοίνωση ο Χρουστσιόφ τόνιζε πως τάχα τα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα, μέλη του Ινφορμπυρό, εξέτασαν άλλη μια φορά το ζήτημα της τρίτης Απόφασης της σύσκεψης του Ινφορμπυρό, που εγκρίθηκε το Νοέμβρη του 1949 σχετικά με το γιουγκοσλάβικο πρόβλημα και αποφάσισαν να θεωρηθούν αβάσιμες οι κατηγορίες προς την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας, που περιείχε αυτή η Απόφαση και να ακυρωθεί η απόφαση του Ινφορμπυρό σχετικά με το γιουγκοσλάβικο ζήτημα.
Εμείς γράψαμε επιστολή προς την Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης σχετικά μ' αυτό και διαμαρτυρηθήκαμε έντονα7. Μια τέτοια απόφαση για έναν εχθρό του διεθνούς κομμουνισμού, ο οποίος είχε καταδικαστεί από κοινού απ' όλα τα κόμματα, δεν ήταν δυνατό να παρθεί μονομερώς από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης χωρίς να ρωτηθούν και τα άλλα κόμματα, μεταξύ των οποίων κι εμείς. Τα άλλα κόμματα υποτάχτηκαν στην απόφαση του Χρουστσόφ και στη θέληση του Τίτο να μεταβούν στο Βελιγράδι ύστερα από το Χρουστσιόφ, οι ηγέτες των κομμάτων του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, να φιλήσουν το χέρι του Τίτο και να του ζητήσουν συγγνώμη. Μετέβηκαν εκεί οι Ντεζ και συντροφία, αλλά εμείς όχι. Εμείς συνεχίσαμε την πάλη ενάντια στους ρεβιζιονιστές. Στα χαμένα ήρθε σ' εμάς ο Λεβίτσκιν, ο σοβιετικός πρεσβευτής στα Τίρανα, να μας πείσει να παραιτηθούμε από την εναντίωση.
Εγώ δέχτηκα το Λεβίτσκιν και του εξέθεσα κατ' αρχήν άλλη μια φορά όσα γράψαμε στην επιστολή προς τη σοβιετική ηγεσία.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης, του είπα ανάμεσα στα άλλα, μας έμαθε να εκφράζουμε ανοιχτά και ειλικρινά, σαν διεθνιστές, τη γνώμη μας για κάθε ζήτημα που σχετίζεται με τη γραμμή του κόμματος. Η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης μας πληροφόρησε πρωτύτερα και μας ζήτησε τη γνώμη για όλα τα ζητήματα που σχετίζονται με την κοινή πολιτική έναντι της Γιουγκοσλαβίας. Εμείς μελετήσαμε προσεχτικά τις απόψεις της σοβιετικής ηγεσίας, εκφράσαμε και τη γνώμη μας για τα προβλήματα αυτά και, όπως ξέρετε, μείναμε σύμφωνοι να καταβάλουμε προσπάθειες για τη βελτίωση των σχέσεων με τη Γιουγκοσλαβία.
Εσείς όμως στη χθεσινή απάντησή σας εναντιώνεστε στο νέο διάβημα του σύντροφου Χρουστσιόφ - μου είπε ο Λεβίτσκιν.
Μάλιστα —του είπα— και έχομε λόγους γι' αυτό. Εμείς φρονούμε πως σχετικά με το γιουγκοσλάβικο ζήτημα υπάρχουν μεγάλες διαφορές ανάμεσα στο περιεχόμενο των προηγούμενων επιστολών της σοβιετικής ηγεσίας και της τελευταίας επιστολής.
Για ποια διαφορά μιλάτε - ρώτησε ο Λεβίτσκιν. Εγώ νομίζω πως η άποψη του κόμματός μας δεν άλλαξε.
Ας το ιδούμε —του είπα— και πήρα τις επιστολές της σοβιετικής ηγεσίας. Να, λόγου χάρη, στην επιστολή της 4 του Ιούνη1954 η ηγεσία σας γράφει: «Επανεξετάζοντας τα υλικά που σχετίζονται με την ιστορία της διακοπής των σχέσεων του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γιουγκοσλαβίας με τα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα, καθώς και την μετέπειτα αποχώρηση της Γιουγκοσλαβίας από το δημοκρατικό στρατόπεδο, η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας, αναμφίβολα απομακρύνθηκε σοβαρά από το μαρξισμό - λενινισμό, γλίστρησε στις θέσεις του αστικού εθνικισμού και πέρασε σε επιθέσεις ενάντια στο σοβιετικό κράτος. Την εχθρική τους πολιτική ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, οι ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας την επέχτειναν και ενάντια στις λαϊκοδημοκρατικές χώρες, προς τις οποίες μέχρι πριν από τη διακοπή των σχέσεων τηρούσαν άνανδρη και περιφρονητική στάση, ζητώντας για τον εαυτό τους αναγνώριση ιδιαιτέρων προτεραιοτήτων και αξιών, που δεν τους ανήκαν» .
Επίσης στην ίδια επιστολή —είπα στο Λεβίτσκιν— τονίζονταν: «Η κριτική που τα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα έκαμαν στις εθνικιστικές και στις άλλες παρεκκλίσεις από το μαρξισμό -λενινισμό των ηγετών του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας, ήταν απαραίτητη και απόλυτα δίκαιη. Αυτή η κριτική συνέβαλε στη σφυρηλάτηση των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων από μαρξιστική πλευρά, στην άνοδο της επαγρύπνησης των κομμουνιστών και στη διαπαιδαγώγησή τους με το πνεύμα του προλεταριακού διεθνισμού».
Ακριβώς έτσι είναι - μουρμούρισε ο Λεβίτσκιν.
Και ύστερα από τις πρώτες προσπάθειες της σοβιετικής ηγεσίας για τη βελτίωση των σχέσεων με τη Γιουγκοσλαβία, συνέχισα να λέγω στον πρεσβευτή, η γιουγκοσλάβικη ηγεσία ακολούθησε το δρόμο και την προηγούμενη στάση της και όχι πριν από πολύ καιρό, αλλά μονάχα πριν από δυο - τρεις μήνες, το Φλεβάρη τούτης της χρονιάς, οι σοβιετικοί σύντροφοι μας έγραφαν πως «η ηγεσία του γιουγκοσλάβικου κόμματος είχε συνδεθεί σοβαρά με τον καπιταλιστικό κόσμο στις πολιτικές και οικονομικές της σχέσεις».
Έτσι, έτσι είναι! επανέλαβε με μισή φωνή ο Λεβίτσκιν.
Τότε —τον ρώτησα— πως άλλαξε τόσο γρήγορα και τόσο απρόοπτα η γνώμη και η στάση της σοβιετικής ηγεσίας έναντι αυτών των σοβαροτάτων προβλημάτων;! Και πως μπορεί να παρθούν τόσο εύκολα και μονομερώς τέτοιες αποφάσεις όπως για την ακύρωση της απόφασης του Ινφορμπυρό του 1949;!
Το Πολιτικό μας Γραφείο εξέτασε με μεγάλη προσοχή και ανησυχία τα προβλήματα που εγείρονταν στην επιστολή σας της 23 του Μάη κι εμείς, στην απάντησή μας ανοιχτά και ειλικρινά εκφράσαμε στο σύντροφο Χρουστσιόφ μια σειρά παρατηρήσεις.
Πρώτο, φρονούμε πως η γενική γραμμή, το κύριο, πρωταρχικό περιεχόμενο της Απόφασης της σύσκεψης του Ινφορμπυρό του Νοέμβρη του 1949 είναι σωστή και το περιεχόμενο αυτής της Απόφασης δεν μπορεί να παρθεί ξεκομμένο από την Απόφαση που δημοσιεύτηκε τον Ιούλη του 1948. Αυτή την ορθότητα την επιβεβαιώνει και η καθημερινή εμπειρία του Κόμματός μας στις σχέσεις με τους Γιουγκοσλάβους, τόσο πριν από τη ρήξη μ' αυτούς το 1948 όσο και μέχρι σήμερα.
Δεύτερο, η διαδικασία που προτείνεται να ακολουθηθεί για την ακύρωση της Απόφασης της σύσκεψης του Ινφορμπυρό του Νοέμβρη 1949, νομίζουμε πως δεν είναι ορθή. Ο εξαιρετικά ελάχιστος χρόνος, που δίνεται στα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα, μέλη του Ινφορμπυρό, να εκφράσουν την άποψή τους σχετικά με το περιεχόμενο της επιστολής σας, μας φαίνεται ανεπαρκής για να αποφασίσουν για ένα τόσο σημαντικό ζήτημα σαν αυτό που τίθεται στην επιστολή αυτή. Κατά τη γνώμη μας, μια τόσο εσπευσμένη απόφαση σχετικά μ' ένα ζήτημα μεγάλης σημασίας αρχών, χωρίς να γίνει πρωτύτερα μια βαθιά ανάλυση από κοινού με όλα τα κόμματα που τα ενδιαφέρει αυτό το ζήτημα, και πολύ περισσότερο η δημοσίευση αυτής της απόφασης στον τύπο και η ανακοίνωσή της στις συνομιλίες του Βελιγραδίου, όχι μόνο θα ήταν πρόωρη, αλλά θα προκαλούσε σοβαρές ζημιές στον γενικό προσανατολισμό σχετικά με τη Γιουγκοσλαβία.
Όσον αφορά το Κόμμα Εργασίας, αυτό έχει 7 χρόνια που παλεύει για την εφαρμογή της γενικής του γραμμής σχετικά με τη Γιουγκοσλαβία, που καταρτίστηκε με βάση τις αποφάσεις του Ινφορμπυρό και που εγκρίθηκε από το Πρώτο Συνέδριο του Κόμματός μας8. Εμείς είμαστε πεπεισμένοι ότι η γενική γραμμή του Κόμματός μας, σχετικά με τις σχέσεις με τη Γιουγκοσλαβία, είναι ορθή. Αλλά και αν θα σκεφτόμασταν για μια στιγμή πώς στη γραμμή αυτή υπάρχει κάτι που πρέπει να αλλάξει, γι' αυτό θα έπρεπε να συγκληθεί συνέδριο του Κόμματος, ή τουλάχιστον συνδιάσκεψη του Κόμματος και αυτό μόνον αφού πρώτα αναλύονταν βαθιά η γενική γραμμή όλων των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων έναντι της Γιουγκοσλαβίας, καθώς και οι αποφάσεις και τα συμπεράσματα του Ινφορμπυρό.
Γι' αυτό - είπα καταλήγοντας στο Λεβίτσκιν— εμείς προτείνουμε να αναλυθούν τα ζητήματα που εγείρονται στην τελευταία επιστολή της σοβιετικής ηγεσίας σε μια σύσκεψη των κομμάτων μελών του Ινφορμπυρό, όπου, αν είναι δυνατό, να πάρει μέρος και το Κόμμα μας για να πει το λόγο του. Μονάχα εκεί να παρθεί κοινή απόφαση για το ζήτημα αυτό.
Ο Λεβίτσκιν, που με άκουε ωχρός, προσπάθησε να με πείσει ν' αλλάξω γνώμη, όταν όμως είδε την επιμονή μου υποχώρησε.
Θα γνωστοποιήσω —είπε— στην ηγεσία του κόμματος αυτά που μου ανακοινώσατε.
Στην επιστολή που στείλαμε στο σύντροφο Χρουστσιόφ —κατάληξα— του γράψαμε όλα όσα σας είπα, αλλά τα επανέλαβα και σε σας για να σας διευκρινίσω τι μας ώθησε να τηρήσουμε αυτή τη στάση.
Η εναντίωσή μας ήταν απόλυτα σωστή και σύμφωνη με τους μαρξιστικούς - λενινιστικούς κανόνες των σχέσεων μεταξύ των κομμάτων. Εμείς ξέραμε καλά πόσο σωστές, τεκμηριωμένες και ολότελα βασισμένες ήταν οι αναλύσεις και οι αποφάσεις του Ινφορμπυρό και της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης σχετικά με το γιουγκοσλάβικο ζήτημα, στα 1948 και 1949. Όταν πάρθηκε η απόφαση για την καταδίκη της αντιμαρξιστικής δραστηριότητας της γιουγκοσλάβικης ηγεσίας, εμείς δεν ήμασταν μέλος του Ινφορμπυρό. Ο Στάλιν όμως, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης και τα άλλα κόμματα, μέλη του Ινφορμπυρό, πολλές φορές την εποχή εκείνη συμβουλεύτηκαν και μας, άκουσαν με μεγάλη προσοχή και το λόγο μας σχετικά με τις σχέσεις μας με τη γιουγκοσλάβικη ηγεσία. Ο Στάλιν και οι σύντροφοί του το έκαμαν αυτό όχι μόνο επειδή ήμαστε αδερφά κόμματα και σύμφωνα με τους λενινιστικούς κανόνες έπρεπε να ανταλλαγούν πλατιά γνώμες, αλλά και για το σημαντικό γεγονός ότι εμείς, επειδή είχαμε ιδιαίτερους δεσμούς από τα χρόνια του πολέμου με τη γιουγκοσλάβικη ηγεσία, είχαμε να πούμε πολλά γι' αυτή.
Μεταξύ πολλών συναντήσεων και διαβουλεύσεων σχετικά με το πρόβλημα αυτό ήταν και η συνάντησή μου ινκόγνιτο με το Βισίνσκυ, στο Βουκουρέστι, όπου παρεβρίσκονταν και ο Ντεζ και όπου ανταλλάξαμε γνώμες σχετικά με την κοινή στάση, που έπρεπε να τηρούσαμε έναντι της προδοτικής δραστηριότητας της γιουγκοσλάβικης ηγεσίας. Τα πολλά και αναντίρητα επιχειρήματα και στοιχεία, που έφερα στη συνάντηση αυτή εκτιμήθηκαν πολύ από το Βισίνσκυ και το Ντεζ, οι οποίοι τα χαρακτήρισαν αξιόλογη συμβολή, που έδινε το Κόμμα μας για την καλύτερη γνώση της εχθρικής και αντιμαρξιστικής δραστηριότητας των ηγετών του Βελιγραδίου. Εδώ δεν είναι ο χώρος να μιλήσω εκτεταμένα για τη συνάντηση αυτή, για την οποία έχω πολλές αναμνήσεις9, αλλά τονίζω μονάχα για να δείξω με πόση προσοχή και σύνεση ενεργούσαν τότε ο Στάλιν και το Ινφορμπυρό στις αναλύσεις που έκαναν και στις αποφάσεις που έπαιρναν.
Εντελώς αντίθετα συνέβαινε τώρα με το Χρουστσιόφ και τους άλλους σοβιετικούς ηγέτες. Ακριβώς αυτοί που τώρα καταδίκαζαν το Ινφορμπυρό και το Στάλιν, ότι τάχα ενήργησαν και έκριναν σε όχι σωστό δρόμο, καταπατούσαν οι ίδιοι και με τα δύο τα πόδια τους πιο στοιχειώδικους κανόνες των σχέσεων ανάμεσα στα κόμματα, συμπεριφέρονταν σαν αναμφισβήτητοι πάτρωνες, που ούτε καν ρωτούσαν για τη γνώμη των άλλων. Αυτό δε μπορεί να μη μας προ-καλούσε απογοήτευση και ανησυχία.
Εκείνες τις μέρες, ο Λεβίτσκιν ήρθε να συναντηθεί μ' εμάς και μερικές άλλες φορές. Όπως φαίνεται από το κέντρο του ζητούσαν επειγόντως να μας πείσει να παραιτηθούμε από τις απόψεις μας και να συμφωνήσουμε με τη στάση του Χρουστσιόφ. Ήταν αρκετά δύσκολες και κρίσιμες στιγμές. Απ' όσα βλέπαμε ο Χρουστσιόφ πρέπει να είχε συνεννοηθεί προηγούμενα με τις ηγεσίες των άλλων κομμάτων για το τι θα έκανε στο Βελιγράδι. Έτσι η πρότασή μας για τη σύγκληση του Ινφορμπυρό, όπου να εξετάζονταν λεπτομερειακά το πρόβλημα, θα έπεφτε σε κουφό αυτί. Αφού συζητήσαμε εκτεταμένα στο Πολιτικό Γραφείο, αποφασίσαμε να καλέσω άλλη μια φορά το Λεβίτσκιν για να του διευκρινίσω τη στάση μας. Συναντήθηκα μ' αυτόν στις 27 του Μάη, τη μέρα που ο Χρουστσιόφ βρίσκονταν στο Βελιγράδι και για όσα μιλήσαμε με το Λεβίτσκιν, γράψαμε και μια δεύτερη επιστολή στη σοβιετική ηγεσία. Την επιστολή μας αυτή ο Χρουστσιόφ τη χρησιμοποίησε αργότερα σαν «επιχείρημα» για να αποδείξει τάχα πως εμείς είχαμε σφάλει με την πρώτη επιστολή μας της 25 Μάη και τάχα δύο μέρες αργότερα κάναμε «αυτοκριτική», «παραιτηθήκαμε» από την προηγούμενη γνώμη. Στην ουσία όμως η αλήθεια δεν είναι αυτή που έλεγαν ο Χρουστσιόφ και οι σύντροφοί του.
Τόσο στη συνάντηση της 27 του Μάη με το Λεβίτσκιν, όσο και στη δεύτερη επιστολή προς τη σοβιετική ηγεσία, εμείς διασαφηνίσαμε άλλη μια φορά γιατί στην προκειμένη περίπτωση βρεθήκαμε σε ανοιχτή αντίθεση μ' αυτούς.
Στην επιστολή αυτή ξανατονίσαμε στη σοβιετική ηγεσία πως παρ' όλο που ήμασταν και είμαστε σύμφωνοι να καταβληθούν όλες οι προσπάθειες για την επίλυση σε μαρξιστικό - λενινιστικό δρόμο των διαφωνιών αρχών με τη Γιουγκοσλαβία, ωστόσο είχαμε και έχουμε την πεποίθηση πως οι γιουγκοσλάβοι ηγέτες δε θα παραιτηθούν από το δρόμο τους και δε θα αναγνωρίσουν τα σοβαρά λάθη τους.
Στο γιουγκοσλάβικο ζήτημα και κυρίως σχετικά με την αντι-μαρξιστική δραστηριότητα της ηγεσίας του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας, γράφαμε στην επιστολή, εμείς ήμασταν και είμαστε ιδιαίτερα ευαίσθητοι, για το λόγο ότι η εχθρική αυτή δραστηριότητα ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, τις χώρες της λαϊκής δημοκρατίας και σ' όλο το κίνημα του προλεταριάτου, αναπτύχθηκε ιδιαίτερα άγρια ενάντια στο Κόμμα και στην κυριαρχία της πατρίδας μας.
Βλέποντας το πρόβλημα έτσι, γράφαμε πιο κάτω, εμείς, όταν διαβάσαμε το μέρος της επιστολής σας, όπου αναφέρεται πως ενδεχομένως μπορεί να ανακοινωθεί στους Γιουγκοσλάβους η ακύρωση της Απόφασης του Ινφορμπυρό του Νοέμβρη 1949 και σχετικά μ' αυτό να δημοσιευτεί μια ανακοίνωση στο όργανο «Για μια σταθερή ειρήνη, για τη λαϊκή δημοκρατία!», ταραχτήκαμε βαθιά και είπαμε πως αυτό θα είναι πολύ σοβαρό λάθος αν γίνει. Εμείς σκεφτήκαμε πως αυτή η Απόφαση δεν πρέπει να ακυρωθεί, επειδή σ' αυτή καθρεφτίζεται η λογική εξέλιξη της εχθρικής και αντιμαρξιστικής δραστηριότητας στην πράξη, της ηγεσίας του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας.
Εμείς κάνομε τον εξής συλλογισμό: σε περίπτωση που ακυρωθεί η εν λόγω Απόφαση, απορρίπτονται όλα όσα γράφηκαν σ' αυτή, τότε ακυρώνεται, λογουχάρη, και η δίκη του Ράικ στην Ουγγαρία, του Κοστόφ στη Βουλγαρία κ.λ.π. Κατ' αναλογία πρέπει να ακυρωθεί και η δίκη της προδοτικής συμμορίας μ' επικεφαλής τον Κώτσι Τζότζε και συντροφιά10. Η εχθρική δραστηριότητα της προδοτικής συμμορίας του Κώτσι Τζότζε, είχε την πηγή της και συνδέονταν με την αντιμαρξιστική, λικβινταριστική και αστικοεθνιστική δράση της ηγεσίας του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας. Η ορθή πάλη αρχών ενάντια σ' αυτή την εχθρική δραστηριότητα ήταν μια από τις κατευθύνσεις της γραμμής του Κόμματός μας στο πρώτο Συνέδριο. Από την ορθή αυτή γραμμή — τονίζαμε στην επιστολή — εμείς δε θα σαλέψουμε ποτέ. Λοιπόν, σκεφτήκαμε πως αν ακυρωθεί σαν εσφαλμένη η εν λόγω Απόφαση, όχι μόνο θα διαστρεβλωθεί η αλήθεια, αλλά θα δημιουργηθεί μια βαριά κατάσταση για το Κόμμα μας, θα δημιουργηθεί σύγχυση, θα υποκινηθούν τα αντικομματικά και εχθρικά στοιχεία να δραστηροποιηθούν ενάντια στην εξουσία και στο Κόμμα μας, καθώς και ενάντια στη Σοβιετική Ένωση . Με κανέναν τρόπο δε μπορεί να επιτρέψουμε να δημιουργηθεί μια τέτοια κατάσταση.
Εμείς ήμασταν —λέγαμε παρακάτω στη σοβιετική ηγεσία — μπροστά σε δύσκολη κατάσταση και λυπούμασταν και λυπούμαστε που στο σημείο αυτό δε μπορεί να είμαστε της ίδιας γνώμης μ' εσάς.
Αυτό ήταν στην ουσία το περιεχόμενο της δεύτερης επιστολής μας προς τη σοβιετική ηγεσία.
Αν υπάρχει εδώ τόπος να χρησιμοποιηθεί η λέξη «υποχώρηση», το μόνο τέτοιο πράγμα από μέρους μας ήταν η μη επανάληψη της πρότασης για τη διοργάνωση προκαταρκτικής σύσκεψης του Ινφορμπυρό. Η πρόταση αυτή τώρα δε θα είχε καμιά αξία, επειδή ο Χρουστσιόφ είχε κάμει το καθετί τετελεσμένο γεγονός και είχε αναχωρήσει για το Βελιγράδι. Από την άλλη, παρ' όλο που εμείς εκφράσαμε τη γνώμη μας σε υπεράσπιση των αρχών, δε μπορούσαμε να βγούμε ανοιχτά ενάντια στη σοβιετική ηγεσία και στους άλλους τη στιγμή που το πρόβλημα ήταν ακόμα σε εξέλιξη. Πάντως οξύναμε περισσότερο την επαγρύπνηση και ανοίξαμε ακόμα καλύτερα τα μάτια. Για μας τόσο στο παρελθόν όσο και αργότερα η στάση έναντι των ρεβιζιονιστών του Βελιγραδίου ήταν και παράμενε η λυδία λίθος για να εκτιμηθεί αν ένα κόμμα ακολουθεί υγιή μαρξιστική ή λαθεμένη αντιμαρξιστική γραμμή. Εδώ θα δοκιμάζαμε στο μέλλον και το Χρουστσιόφ και τους χρουστσιοφικούς .
Δεν πέρασε πολύς καιρός από τα γεγονότα αυτά και το καλοκαίρι του 1955 έλαβα πρόσκληση να πάω «εξάπαντος για ανάπαυση στη Σοβιετική Ένωση».
Την εποχή του Στάλιν εγώ πήγαινα εκεί για δουλειά και πολύ σπάνια για ανάπαυση. Την εποχή του Χρουστσιόφ οι Σοβιετικοί άρχισαν να μας κάνουν μια τέτοια πίεση να πηγαίναμε για ανάπαυση, σε βαθμό που ήταν δύσκολο να αρνηθείς, γιατί έθεταν πολιτικά το ζήτημα. Εγώ όμως δεν είχα καμιά διάθεση να πάω επειδή, στην πραγματικότητα, εκεί δε μπορούσε να αναπαυθείς και έχανες πολύ καιρό. Για να πάμε στη Μόσχα έπρεπε να κάνουμε 8 μέρες ταξίδι με πλοίο από το Δυρράχιο στην Οδησσό και με όχι μεγάλα πλοία, (όπως το «Κοτόφσκι» ή το «Τσιατούρι»), που σε τράνταζαν πολύ. Άλλες δυο μέρες χρειάζονταν με τραίνο Οδησσό - Μόσχα, μια μέρα με αεροπλάνο από τη Μόσχα στον Καύκασο, όπου πηγαίναμε όπως στο Κισλοβόντσκ κ.λ.π., δηλαδή 11 μέρες ταξίδι για μετάβαση και 11 μέρες επιστροφή, επιπλέον μερικές μέρες συσκέψεις, είναι ευκολονόητο τι ανάπαυση ήταν αυτή.
Μόλις φτάναμε στη Μόσχα θα άρχιζαν οι συναντήσεις με τους σοβιετικούς ηγέτες, οι συναντήσεις όμως αυτές δεν ήταν πια ευχάριστες όπως εκείνες με το Στάλιν. Τώρα διεξάγονταν πότε με συγκρατημένη αγανάχτηση, πότε με ανοιχτές προστριβές.
Έτσι συνέβηκε και αυτή τη φορά. Μόλις έφτασα στη Μόσχα, είχα δύο συναντήσεις με το Σουσλόφ.
Από τα πρώτα λόγια μου είπε πως θα συνομιλήσουμε για το γιουγκοσλάβικο ζήτημα και τόνισε με τόνο υπαγόρευσης:
Η ηγεσία του Κόμματός σας πρέπει να έχει καλά υπόψη αυτό το ζήτημα, να μη βλέπετε από στενή σκοπιά το γιουγκοσλάβικο πρόβλημα.
Τον άκουα κοιτάζοντάς τον κατάματα κι αυτός, που αισθάνθηκε τη δυσαρέσκειά μου, έκαμε κάποια υποχώρηση:
Τα λάθη τους μένουν λάθη —είπε— αλλά ο σκοπός μας είναι να συμφιλιωθούμε και να ενισχύσουμε παραπέρα τη φιλία με τ Γιουγκοσλαβία. Η κεντρική μας Επιτροπή — συνέχισε — στην τελευταία της σύσκεψη, ανάλυσε άλλη μια φορά τις σχέσεις μας με τη Γιουγκοσλαβία και την εισήγηση που έγινε θα τη δόσουμε μόνο σε σας γιατί είναι απόρρητη.
Σώπασε για μια στιγμή για να ιδεί τι εντύπωση μου έκαναν τα λόγια του και συνέχισε:
Το κυριότερο πρόβλημα είναι πως η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης εξέτασε το γιουγκοσλάβικο ζήτημα στο φως της πραγματικότητας, παίρνοντας υπόψη την προδοτική δουλειά του Μπέρια και γι' αυτό εμείς κάναμε αυτοκριτική. Η Κεντρική μας Επιτροπή κατάληξε στο συμπέρασμα πως η διακοπή των σχέσεων με τη Γιουγκοσλαβία ήταν λάθος, δηλαδή βιαστήκαμε.
Πώς, βιαστήκατε;! - του είπα. Τότε έγιναν βαθιές και μακρές αναλύσεις και συζητήσεις, ανακαλύφτηκαν τα πραγματικά ιδεολογικά και πολιτικά αίτια των διαφωνιών που υπήρχαν.
Η κυριότερη αιτία αυτής της ρήξης — συνέχισε ο Σουσλόφ — δεν είναι τα ιδεολογικά ζητήματα, παρ' όλο που σ' αυτούς υπήρχαν λάθη και αυτά ειπώθηκαν ανοιχτά στους Γιουγκοσλάβους. Το κυριότερο αίτιο έγκειται στις συκοφαντίες που έγιναν ενάντια στους γιουγκοσλάβους ηγέτες, στην έλλειψη υπομονής από μέρους μας. Τα λάθη αρχών των Γιουγκοσλάβων έπρεπε να συζητηθούν, να αποδειχτούν και να εξομαλυνθούν. Αυτό δεν έγινε.
Από όλα τα στοιχεία που εξετάστηκαν — συνέχισε — προκύπτει πως δεν υπάρχει τίποτε το βάσιμο για να ειπωθεί ότι οι γιουγκοσλάβοι σύντροφοι παρέκκλιναν και ξεπούλησαν τη Γιουγκοσλαβία, επίσης δεν προκύπτει πως η γιουγκοσλαβική οικονομία βρίσκεται κάτω από ξένη εξάρτηση.
Με συγχωρείτε —του είπα— αλλά ας μη αναφέρουμε προς στιγμή αυτά που έχουμε αναλύσει και αποφασίσει το 1948 και το 1949. Ας πάρουμε μονάχα την αλληλογραφία σας με τη γιουγκοσλάβικη ηγεσία κατά τα τελευταία δύο έτη. Όχι μόνο εσείς σε μερικές από τις επιστολές σας, αλλά και οι ίδιοι οι Γιουγκοσλάβοι στις επιστολές τους παραδέχονται πως δημιούργησαν ισχυρούς δεσμούς με τη Δύση. Πώς να εννοήσουμε τώρα τις αντίθετες εχτιμήσεις σας σχετικά με αυτά τα ζητήματα;
Έγιναν μερικά λάθη, αλλά πρέπει να εξεταστούν με προσοχή - είπε ο Σουσλόφ και άρχισε να μου αραδιάζει μια σειρά «επιχειρήματα» για να με πείσει πως οι γιουγκοσλάβοι ηγέτες τάχα δεν βρίσκονταν σε λαθεμένο δρόμο. Φυσικά, προσπάθησε κι αυτός να επιρρίψει το σφάλμα στο Μπέρια και το Τζίλας και στις προσπάθειες του ιμπεριαλισμού «να προσελκύσει με το μέρος του τη Γιουγκοσλαβία».
Και ο Μολότοφ — συνέχισε ο Σουσλόφ — τήρησε αρκετά σεχταριστική στάση σχετικά μ' αυτό το πρόβλημα. Ο ίδιος έσφαλε στις διακρατικές σχέσεις με τη Γιουγκοσλαβία και επέμενε πως τα λάθη ανήκουν στους γιουγκοσλάβους συντρόφους. Η Κεντρική Επιτροπή, όμως, ζήτησε από το Μολότοφ να αποδείξει που έσφαλαν οι Γιουγκοσλάβοι και τον κριτικάραμε βαριά για τη στάση του. Τελικά και αυτός τάχτηκε αλληλέγγυος με την Κεντρική Επιτροπή.
Πήρα το λόγο και του έκαμα λεπτομερή έκθεση των σχέσεών μας με τη γιουγκοσλάβικη ηγεσία αρχίζοντας από τα χρόνια ακόμα του Εθνικοαπελευτερωτικού Αγώνα. Υπογράμμισα τις κυριότερες κατασκοπευτικές και αντιαλβανικές ενέργειες, που αυτοί είχαν επιχειρήσει και επιχειρούν συνεχώς απέναντι11 μας και καταλήγοντας του είπα:
Είναι αυτά και πολλά άλλα γεγονότα, το ένα βαρύτερο από τ' άλλο, που μας πείθουν πως η γιουγκοσλάβικη ηγεσία δεν ήταν και δεν είναι σε σωστό δρόμο. Πάντως εμείς ήμασταν πάντα και είμαστε υπέρ της ομαλής ανάπτυξης των διακρατικών σχέσεων μ' αυτούς.
Σύμφωνοι, σύμφωνοι! είπε ο Σουσλόφ. Πρέπει να ενεργήσουμε πιο ανοιχτόκαρδα. Αυτό είναι προς το συμφέρον του στρατοπέδου μας· να μη αφήσουμε τη Γιουγκοσλαβία να μας την πάρουν οι ιμπεριαλιστές.
Κατά το τέλος αυτής της συνάντησης, τάχα στα πεταχτά, μου είπε:
Εσείς έχετε καταδικάσει στα περασμένα χρόνια πολλούς εχθρούς κατηγορώντας τους ότι είχαν σύνδεση με τους Γιουγκοσλάβους. Κοιτάξτε τη δουλιά τους και κείνους που πρέπει να αποκατασταθούν, αποκαταστήστε τους.
Εμείς δεν κατηγορήσαμε κανέναν στα χαμένα του είπα ρητά - και ενώ χωριζόμασταν μου σύστησε να είμαστε πιο «μεγαλόκαρδοι».
Φάνηκε ξεκάθαρα γιατί με προσκάλεσαν για διακοπές. Μα οι χρουστσιοφικοί δεν αρκέστηκαν σ' αυτά. Είχαν σκαρώσει σατανικά σχέδια, για να υποχρεώσουν θέλοντας και μη και το Κόμμα μας να ακολουθήσει το δρόμο τους της συμφιλίωσης με τους ρεβιζιονιστές του Βελιγραδίου. Αυτή τη φορά μου καθόρισαν για διαμονή μια έπαυλη έξω από τη Μόσχα, που όπως μου είπαν, ήταν του Στάλιν. Ήταν μια απλή έπαυλη, όλοι οι κυριότεροι χώροι ήταν στο πρώτο πάτωμα, συμπεριλαβαίνοντας και το διαμέρισμά μας του ύπνου, που χωρίζονταν από το διάδρομο της εισόδου με μια τζαμόπορτα. Δεξιά ήταν η τραπεζαρία, το στούντιο και το εντευκτήριο, που τα θυμάμαι ακόμα επειδή ήταν πολύ γυμνά από έπιπλα. Ενώ αριστερά, μέσω ενός διαδρόμου και ενός δωματίου με μιντέρια δίπλα στους τοίχους, έμπαινες στην αίθουσα του κινηματογράφου. Έξω η αυλή δεν ήταν περιποιημένη, είχε πολύ λίγα λουλούδια και πρασινάδα. Δεν υπήρχαν δέντρα για σκιά, αλλά είχαν κατασκευάσει ένα περίπτερο σε σχήμα τόξου με καθίσματα επίσης σε σχήμα τόξου κολλητά στους στύλους, όπου κάθονταν κι έπαιζαν τα παιδιά. Δίπλα στο σπίτι υπήρχε ένα μέρος σαν λαχανόκηπος. Ακριβώς σ' αυτό το σπίτι μια νύχτα ακούμε ένα δυνατό χτύπημα στη τζαμόπορτα που χώριζε το διαμέρισμά μας. Η σύζυγός μου η Νετζμίε σηκώθηκε βιαστικά, νομίζοντας πως το παιδί μας δεν ήταν καλά, γιατί εκείνη την ημέρα είχε πέσει και είχε ζουπήσει το χέρι. Μόλις βγήκε, γύρισε και μου είπε:
Είναι ένας αξιωματικός της φρουράς, σε ζητάει ο Μικογιάν στο τηλέφωνο.
Εγώ νύσταζα και ρώτησα πόσο είναι η ώρα.
12 και μισή - μου απάντησε η Νετζμίε.
Έριξα κάτι στις πλάτες και πήγα στο στούντιο όπου ήταν το τηλέφωνο. Ο Μικογιάν από το άλλο τηλέφωνο ούτε καν ζήτησε συγγνώμη που με πήρε στο τηλέφωνο τα μεσάνυχτα ή που με ξύπνησε, αλλά μου είπε:
Σύντροφε Ενβέρ, βρίσκεται εδώ στη Μόσχα ο σύντροφος Σβετοζάρ Βουκμάνοβιτς Τέμπο12 και ήμουν μέχρι τώρα μαζί του. Εσείς τον γνωρίζετε και καλά είναι να τον συναντήσετε· αυτός είναι σύμφωνος να συναντηθείτε αύριο.
Για λίγο έμεινα σιωπηρός στο τηλέφωνο, ενώ ο Μικογιάν που δεν είχε σκοπό να ρωτήσει είπε: «Λοιπόν σύμφωνοι, αύριο» με τόνο σαν να έδινε διαταγές σ' ένα κομματικό γραμματέα μιας όμπλαστι.13
Πώς, έτσι, «σύμφωνοι», σύντροφε Μικογιάν; - του είπα. Μα εγώ μίλησα με το σύντροφο Σουσλόφ και του έκθεσα την άποψη του Κόμματός μας σχετικά με τη θέση της Γιουγκοσλαβίας και του Τίτο.
Ο Μικογιάν άρχισε να μου κάνει στο τηλέφωνο έναν στερέοτυπο μονόλογο για τη «σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβία», για τον Τίτο που είναι «καλός άντρας», για τα λάθη του Μπέρια και τις αμαρτίες που τάχα είχαμε κάμει εμείς (η Σοβιετική Ένωση και το Ινφορμπυρό), έπειτα κατέληξε:
Αυτό το βήμα πρέπει να το κάμετε, σύντροφε Ενβέρ, εσείς γνωρίζεστε με τον Τέμπο, μιλήστε, προσπαθήστε να εξομαλύνετε τις διαφωνίες, είναι προς το συμφέρον σας και προς το συμφέρον του στρατοπέδου. Κι εσείς πρέπει να βοηθήσετε ώστε η Γιουγκοσλαβία να μη περάσει στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο... Λοιπόν,σύμφωνοι, αύριο.
Σύμφωνοι, σύμφωνοι, αύριο - του απάντησα με σφιγμένα δόντια από το μαράζι. Επέστρεψα στο κρεββάτι, αλλά μου έφυγε ο ύπνος από τη σιχαμάρα γι' αυτά τα παρασκήνια και τα τετελεσμένα γεγονότα που σκάρωναν πυρετώδικα οι χρουστσιοφικοί στον προδοτικό τους δρόμο. Δυο φορές που είχα συναντηθεί με τον Τέμπο στην Αλβανία στον καιρό του πολέμου, και τις δύο φορές είχαμε φιλονικήσει, επειδή ήταν αυθάδης και έπασχε από μεγαλομανία. Εκτόξευε ανύπαρχτες κατηγορίες για τον αγώνα και τους ανθρώπους μας που τον καθοδηγούσαν, ή έκανε παράλογες προτάσεις για «Βαλκανικό Επιτελείο», άφησε έπειτα πως θα λειτουργούσε αυτό το επιτελείο σ' εκείνες τις συνθήκες, που με δυσκολία επικοινωνούσαμε μέσα στη χώρα από μια ζώνη σε άλλη, χωρίς να αναφέρουμε έπειτα τους σκοπούς που κρύβονταν πίσω από τη διοργάνωση αυτού του «επιτελείου». Μα τώρα τι να έλεγα στον Τέμπο, ύστερα από όλα αυτά που μας είχαν κάμει, αρχίζοντας από τον Τίτο, το Ράνκοβιτς, τους απεσταλμένους τους Βελιμίρ Στόινιτς, Νιαζί Ντισντάρεβιτς ως τους πράχτορές τους Κώτσι Τζότζε και συντροφιά14; Πώς να πεις το γουρούνι θείο;! Στριφογύριζα όλη τη νύχτα άυπνος, σκεφτόμενος τι έπρεπε να κάνω. Δεν είχε έρθει ακόμα ο καιρός να εξοφλήσουμε τους λογαριασμούς με τους χρουστσιοφικούς ρεβιζιονιστές.
Την επαύριο συναντηθήκαμε με τον Τέμπο. Άρχισα να του μιλώ γι' αυτά που είχαν συμβεί.
Ας αφήσουμε τα περασμένα - είπε εκείνος και άρχισε να μιλάει για την κατάσταση στη Γιουγκοσλαβία. Μου είπε πως στον τομέα της βιομηχανίας είχαν κάνει προόδους, αλλά τους έλειπαν οι πρώτες ύλες.
Στη γεωργία είμαστε πολύ άσχημα, μου είπε, είμαστε πολύ πίσω, γι' αυτό σκεφτόμαστε να διαθέσουμε περισσότερες δυνάμεις. Από τα λάθη που κάμαμε στη γεωργία — συνέχισε — είχαμε κι έχουμε σφίξη. Συνέχισε έτσι να μας διηγείται για τις δυσχέρειες που είχαν και είπε πως ήταν υποχρεωμένοι να πάρουν βοήθεια από τις χώρες της Δύσης με υψηλό τόκο. Τώρα η Σοβιετική Ένωση μας βοηθάει και η συνεννόηση με τους Σοβιετικούς βαδίζει καλά κατέληξε.
Του μίλησα κι εγώ για τις προόδους που πραγματοποίησε η χώρα μας κατά το διάστημα αυτό και τις δυσχέρειες που είχαμε και έχουμε ακόμα. Του μίλησα για την επιτροπή της Λίμνης της Οχρίδας όπου η πλευρά τους παρατραβούσε τις συζητήσεις, αλλά μου είπε πως αυτός δεν ήξερε τίποτε, επειδή «αυτά ήταν σχέδια των Μακεδόνων».
Πάντως, ας ιδούμε καλύτερα το ζήτημα της λίμνης της Σκόδρας, όπου τα οφέλη θα είναι μεγαλύτερα για τις δύο πλευρές, ιδιαίτερα για σας, πρόσθεσε. Να, έτσι πέρασε η συνάντηση με τον Τέμπο που μου σκάρωσαν οι Σοβιετικοί. Ύστερα από τη συνάντηση με τον Τέμπο, όταν συναντήθηκα με το Μικογιάν και με το Σουσλόφ, μου είπαν με μια φωνή:
Κάματε καλά που συναντηθήκατε με τον Τέμπο, έτσι έσπασε ο πάγος.
Σύμφωνα μ' αυτούς, ο πάγος που είχε δημιουργηθεί σα βουνό ανάμεσα σ' εμάς και τους τιτοϊκούς ρεβιζιονιστές μπορούσε να σπάσει με μια τυχαία σύσκεψη ή συνάντηση, εμείς όμως δε σκεφτόμασταν έτσι. Στις σχέσεις μας με τη Γιουγκοσλαβία δε θα υπήρχε «άνοιξη» και λιώσιμο του πάγου στον ιδεολογικό τομέα και δε σκοπεύαμε να πνιγούμε στα θολά τέλματα των χρουστσιοφικών και των τιτοϊκών.

Σημειώσεις
1
Μοναχοί επαίτες.
2
Πρόκειται για το τριμερές σύμφωνο «συνεργασίας και φιλίας» μεταξύ Γιουγκοσλαβίας, Ελλάδας και Τουρκίας, που υπογράφηκε το 1953. Το σύμφωνο αυτό που μεταβλήθηκε σε στρατιωτική συμφωνία τον Αύγουστο1954, συνέδεσε τη Γιουγκοσλαβία με την Βορειοατλαντική Συμμαχία, μέλη της οποίας ήταν και είναι η Τουρκία και η Ελλάδα.
3
Οι αποφάσεις αυτές δημοσιεύτηκαν στο όργανο του Πληροφοριακού Γραφείου των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων «Για μια σταθερήειρήνη, για μια λαϊκή δημοκρατία!», στις I Ιούλη 1948. Αριθ. 16 και στις29 Νοέμβρη 1949, Αριθ. 55.
4
Ασφαλώς, ασφαλώς! (Ρώσικα στο πρωτότυπο).
5
Βλέπε το άρθρο «Ο Χρουστσιόφ γονατιστός μπροστά στον Τίτο». Ενβέρ Χότζα «Διαλεχτά Έργα» III, Εκδοτικό «8 Νοέμβρη», Τίρανα 1980,έκδοση στην αγγλική, σελ. 479 - 498.
6
Ο Κράλης, βασιλιάς
7
«Η καθημερινή πείρα του Κόμματός μας στις σχέσεις με τους Γιουγκοσλάβους, — αναφέρονταν μεταξύ άλλων στην επιστολή,— τόσο πριν τη ρήξη με τους Γιουγκοσλάβους το 1948, όσο και κατόπιν αυτής μέχρι σήμερα, επιβεβαιώνει σαφέστατα και τέλεια, με πολλά και έγκυρα αποδεικτικά,ότι το βασικό περιεχόμενο όλων των αποφάσεων του Ινφορμπυρό σχετικάμε το γιουγκοσλάβικο ζήτημα ήταν απόλυτα σωστό... Κατά τη γνώμη μαςμια τόσο εσπευσμένη (και απότομη) απόφαση για ένα ζήτημα μεγάλης σημασίας αρχών, χωρίς να γίνει προηγούμενα μια βαθιά ανάλυση από κοινούμε όλα τα ενδιαφερόμενα σ' αυτό το ζήτημα κόμματα, και ακόμα περισσότερο η δημοσίευσή της στον τύπο και η επικύρωσή της στις συνομιλίες τουΒελιγραδίου, όχι μόνον θα ήταν παράκαιρη, αλλά θα προκαλούσε σοβαρέςζημιές στον γενικό προσανατολισμό... Εμείς είμαστε πεπεισμένοι ότι η γενική αυτή γραμμή του Κόμματός μας στις σχέσεις με τη Γιουγκοσλαβία είναι σωστή...» (Από την επιστολή της ΚΕ του ΚΕΑ προς την ΚΕ του ΚΚτης ΣΕ στις 25 Μάη 1955. Κεντρικό Αρχείο του Κόμματος - Κ.Α.Κ.).
8
Συνήλθε από τις 8 μέχρι τις 22 Νοέμβρη 1948.
9
Βλέπε: Ενβέρ Χότζα «Οι τιτοϊκοί» (Ιστορικές σημειώσεις). Εκδό
σεις «ΠΟΡΕΙΑ» Αθήνα 1983, σελ. 320 - 340.
Πρόκειται για τις δίκες του Λάζλο Ράικ, πρώην υπουργού Εσωτερικών και αργότερα υπουργού Εξωτερικών της Ουγγαρίας, του Τράικο Κο-στόφ, πρώην αντιπροέδρου του Υπουργικού Συμβουλίου της Βουλγαρίας, και των άλλων προβοκατόρων πρακτόρων στις χώρες της πρώην λαϊκήςδημοκρατίας. Τα στοιχεία αυτά ήταν στρατολογημένα από μερικές ιμπεριαλιστικές μυστικές υπηρεσίες, και αργότερα εντάχθηκαν και στην γιουγκοσλάβικη μυστική υπηρεσία.
Οι τιτοϊκοί ανέπτυξαν κατασκοπευτική δράση και σε βάρος της σοσιαλιστικής Αλβανίας στρατολογώντας, μεταξύ άλλων, τον Κώτσι Τζότζε και, όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, και τον Μεχμέτ Σιέχου. Ο τελευταίος στρα-τολογήθηκε πράκτορας της αμερικάνικης κατασκοπείας από τον διευθυντήτης Αμερικάνικης Τεχνικής Σχολής στην Αλβανία, Χάρρυ Φούλτς, με διαταγή του οποίου πήγε στην Ισπανία και, ύστερα από τρία χρόνια στα στρατόπεδα προσφύγων Τσυπριέν, Γκούρς και Βερνέτ στη Γαλλία, όπου στρα-τολογήθηκε και από την Βρετανική Ιντέλλινζενς Σέρβις, γύρισε στην Αλ-
βανία. Κατά τον Εθνικοαπελευθερωτικό Αγώνα στρατολογήθηκε πράκτορας των γιουγκοσλάβων τρατσκιστών, αργότερα και των σοβιετικών ρεβιζιονιστών. (Βλέπε:Ενβέρ Χότζα «Οι τιτοϊκοί» (Ιστορικές σημειώ
σεις), Εκδόσεις «ΠΟΡΕΙΑ» Αθήνα 1983, σελ. 356 - 398.
Από το 1948 μέχρι το 1955 το γιουγκοσλάβικο δίκτυο πρακτόρων έριξε ή οργάνωσε στην Αλβανία 307 κατασκοπευτικές - δυναμιτιστικές συμμορίες και συμμορίες εγκληματιών, οι οποίες συλλήφθηκαν ή εξοντώθηκαν όλες. Επίσης κατ' αυτή την περίοδο στη χώρα μας αποκαλύφθηκαν και συντρίφτηκαν οι μυστικές κατασκοπευτικές ομάδες και οργανώσεις,που στήνονταν και διευθύνονταν από την γιουγκοσλάβικη μυστική υπηρεσία σε συνεργασία μ' αυτές τις δυτικές.
Ήταν μέλος της γιουγκοσλάβικης ηγεσίας. Στη διάρκεια του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα, έπαιζε τον ρόλο του «πλανόδιου πρεσβευτή» του Τίτο στις χώρες των Βαλκανίων για να πραγματοποιήσει τις σωβινιστι-κές πανσλάβικες βλέψεις της τιτοϊκής κλίκας και για να διασπάσει τα κομμουνιστικά κόμματα και το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα σ' αυτές τις χώρες. Τόσο στη διάρκεια του πολέμου όσο και μετά την απελευθέρωση απότους ναζιφασίστες καταχτητές, αυτός τήρησε άγρια αντιμαρξιστική και α-ντιαλβανική στάση. (Βλέπε: Ενβέρ Χότζα «Οι τιτοϊκοί» (Ιστορικές σημειώσεις), Εκδόσεις «ΠΟΡΕΙΑ», Αθήνα 1983, σελ. 7-47,57-67,229-230.
Όμπλαστι, περιοχή (Ρώσικα στο πρωτότυπο).
Βλέπε: Ενβέρ Χότζα «Οι τιτοϊκοί» (Ιστορικές σημειώσεις), Εκδόσεις
«ΠΟΡΕΙΑ», Αθήνα 1983.