Η ΑΝΑΠΤΥΣΣΟΜΕΝΗ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΣΣΔ - Ι.Β. ΣΤΑΛΙΝ - 1930 - 17o ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΚΚΣΕ(ΜΠ)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΑΛΙΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΑΛΙΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 30 Ιουλίου 2017
Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2016
Ι.Β. ΣΤΑΛΙΝ - 1927 - Ο ΔΙΕΘΝΗΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΟΧΤΩΒΡΙΑΝΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
Ι.Β.
Στάλιν, Έργα, τομ. 10, σελ. 266 – 279, Εκδοτικό
της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, 1953
Ο ΔΙΕΘΝΗΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΟΧΤΩΒΡΙΑΝΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
Στα
δεκάχρονα του Οχτώβρη
Την Οκτωβριανή Επανάσταση δεν πρέπει
να τη θεωρεί κανείς μονάχα επανάσταση
«μέσα σε εθνικά πλαίσια». Είναι, πριν
απ’ όλα, επανάσταση με διεθνή, παγκόσμιο
χαρακτήρα, γιατί σημαίνει ριζική στροφή
στην ιστορία της ανθρωπότητας από τον
παλιό, τον καπιταλιστικό κόσμο, στον
καινούργιο, το σοσιαλιστικό.
Στο
παρελθόν οι
επαναστάσεις τελείωναν συνήθως με την
αντικατάσταση στο πηδάλιο του κράτους
της μιας ομάδας εκμεταλλευτών με μια
άλλη ομάδα εκμεταλλευτών. Οι εκμεταλλευτές
άλλαζαν, η εκμετάλλευση έμενε. Αυτό
γινόταν τον καιρό των απελευθερωτικών
κινημάτων των δούλων. Αυτό γινόταν στην
περίοδο των εξεγέρσεων των δουλοπάροικων.
Αυτό γινόταν στην περίοδο των γνωστών
«μεγάλων» επαναστάσεων της Αγγλίας,
της Γαλλίας, της Γερμανίας. Δε μιλώ για
την Παρισινή Κομμούνα, που ήταν η πρώτη,
ένδοξη, ηρωική, πάντως όμως ανεπιτυχής
προσπάθεια του προλεταριάτου να στρέψει
την ιστορία ενάντια στον καπιταλισμό.
Η
Οκτωβριανή Επανάσταση διαφέρει από
άποψη αρχών απ’ αυτές τις επαναστάσεις.
Δε βάζει για σκοπό της την αντικατάσταση
της μιας μορφής εκμετάλλευσης με μιαν
άλλη μορφή εκμετάλλευσης, της μιας
ομάδας εκμεταλλευτών με μιαν άλλη ομάδα
εκμεταλλευτών, μα την εξάλειψη κάθε
εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο,
την εξάλειψη όλων των εκμεταλλευτικών
ομάδων, την εγκαθίδρυση της διχτατορίας
του προλεταριάτου, την εγκαθίδρυση της
εξουσίας της πιο επαναστατικής τάξης
απ’ όλες τις καταπιεζόμενες τάξεις που
υπήρξαν ως τώρα,την οργάνωση της
καινούργιας αταξικής σοσιαλιστικής
κοινωνίας.
Ακριβώς
γι’ αυτό η νίκη της Οχτωβριανής
Επανάστασης σημαίνει ριζική στροφή
στην ιστορία της ανθρωπότητας, ριζική
στροφή στα ιστορικά πεπρωμένα του
παγκόσμιου καπιταλισμού, ριζική στροφή
στο απελευθερωτικό κίνημα του παγκόσμιου
προλεταριάτου, ριζική στροφή στις
μέθοδες πάλης και στις μορφές οργάνωσης,
στη ζωή και στις παραδόσεις, στον
πολιτισμό και στην ιδεολογία των
εκμεταλλευόμενων μαζών όλου του κόσμου.
Αυτός
είναι ο λόγος που η Οκτωβριανή ’Επανάσταση
είναι επανάσταση διεθνούς, παγκόσμιου
χαρακτήρα.
Αυτού
βρίσκεται επίσης η ρίζα της βαθιάς
συμπάθειας που τρέφουν προς την Οκτωβριανή
Επανάσταση οι καταπιεζόμενες τάξεις
όλων των χωρών, που βλέπουν σ’ αυτήν
την εγγύηση της απελευθέρωσής τους.
Θα
μπορούσε να σημειώσει κανείς μια σειρά
βασικά ζητήματα, στα οποία η Οκτωβριανή
Επανάσταση επιδρά πάνω στην ανάπτυξη
του επαναστατικού κινήματος σ’ όλο τον
κόσμο.
1.
Η Οκτωβριανή Επανάσταση είναι, πριν απ’
όλα, αξιόλογη, γιατί διέσπασε το μέτωπο
του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού, ανέτρεψε
την ιμπεριαλιστική αστική τάξη σε μια
από τις πιο μεγάλες καπιταλιστικές
χώρες κι ανέβασε στην εξουσία το
σοσιαλιστικό προλεταριάτο.
Για
πρώτη φορά στην ιστορία της
ανθρωπότητας η τάξη των μισθωτών, η τάξη
των κατατρεγμένων, η τάξη των καταπιεζομένων
κι εκμεταλλευόμενων υψώθηκε ως τη θέση
κυρίαρχης τάξης, και με το παράδειγμά
της ηλεκτρίζει τους προλετάριους όλων
των χωρών.
Αυτό
σημαίνει ότι η Οκτωβριανή Επανάσταση
εγκαινίασε μια καινούργια εποχή,
την εποχή των προλεταριακών
επαναστάσεων στις χώρες του ιμπεριαλισμού.
Αφαίρεσε
τα εργαλεία και τα μέσα παραγωγής από
τους τσιφλικάδες και τους καπιταλιστές
και τα μετέτρεψε σε κοινωνική ιδιοχτησία,
αντιπαραθέτοντας μ’ αυτό τον τρόπο
στην αστική ιδιοχτησία τη σοσιαλιστική
ιδιοχτησία. Έτσι ξεσκέπασε το ψέμα των
καπιταλιστών ότι η αστική ιδιοχτησία
είναι απαραβίαστη, ιερή και αιώνια.
Απόσπασε
από την αστική τάξη την εξουσία, στέρησε
την αστική τάξη από τα πολιτικά της
δικαιώματα, κατέστρεψε τον αστικό
κρατικό μηχανισμό και μεταβίβασε την
εξουσία στα Σοβιέτ αντιπαραθέτοντας
έτσι στον αστικό κοινοβουλευτισμό, που
είναι δημοκρατία καπιταλιστική, τη
σοσιαλιστική εξουσία των Σοβιέτ, που
είναι δημοκρατία προλεταριακή. Είχε
δίκαιο ο Λαφάργκ όταν έλεγε από τα
1887 ακόμα ότι την επόμενη της επανάστασης
“όλοι οι πρώην καπιταλιστές θα στερηθούν
τα εκλογικά τους δικαιώματα”61.
Έτσι
η Οκτωβριανή Επανάσταση ξεσκέπασε το
ψέμα των σοσιαλδημοκρατών ότι τώρα
είναι δυνατό το ειρηνικό πέρασμα στο
σοσιαλισμό μέσω του αστικού
κοινοβουλευτισμού.
Η
Οκτωβριανή Επανάσταση όμως δε σταμάτησε
και δεν μπορούσε να σταματήσει σ’ αυτό.
Αφού κατέστρεψε το παλιό, το αστικό,
άρχισε να οικοδομεί το καινούργιο, το
σοσιαλιστικό. Τα δέκα χρόνια της
Οχτωβριανής Επανάστασης είναι δέκα
χρόνια οικοδόμησης του κόμματος, των
συνδικάτων, των Σοβιέτ, των συνεταιρισμών,
των πολιτιστικών οργανώσεων, των
μεταφορών, της βιομηχανίας, του Κόκκινου
Στρατού. Οι αναμφισβήτητες επιτυχίες
του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ στο μέτωπο
της οικοδόμησης έδειξαν ολοκάθαρα ότι
το προλεταριάτο μπορεί να κυβερνά
μ’ επιτυχία τη χώρα χωρίς την αστική
τάξη και ενάντια στην αστική τάξη,
ότι μπορεί να οικοδομεί μ’ επιτυχία
τη βιομηχανία χωρίς την αστική τάξη
και ενάντια στην αστική τάξη, ότι
μπορεί να διευθύνει μ’ επιτυχία
όλη τη λαϊκή οικονομία χωρίς την
αστική τάξη και ενάντια στην
αστική τάξη, ότι μπορεί να οικοδομεί
μ’ επιτυχία το σοσιαλισμό παρά την
καπιταλιστική περικύκλωση.
Η
παλιά «θεωρία» ότι οι εκμεταλλευόμενοι
δεν μπορούν να κάνουν χωρίς τους
εκμεταλλευτές, όπως το κεφάλι και τα
υπόλοιπα μέρη του σώματος δεν μπορούν
να κάνουν χωρίς το στομάχι, δεν ανήκει
αποκλειστικά στο Μενίνιο Αγρίππα, το
γνωστό από την αρχαία ιστορία ρωμαίο
συγκλητικό. Η «θεωρία» αυτή αποτελεί
σήμερα τον ακρογωνιαίο λίθο της πολίτικης
«φιλοσοφίας» της σοσιαλδημοκρατίας
γενικά, της σοσιαλδημοκρατικής πολίτικης
του συνασπισμού με την ιμπεριαλιστική
αστική τάξη ειδικά. Η «θεωρία» αυτή, που
προσέλαβε χαρακτήρα πρόληψης, αποτελεί
σήμερα ένα από τα πιο σοβαρά εμπόδια
στο δρόμο της επαναστατικοποίησης του
προλεταριάτου των καπιταλιστικών χωρών.
Ένα από τα σπουδαιότερα αποτελέσματα
της Οχτωβριανής Επανάστασης είναι το
γεγονός ότι κατάφερε θανάσιμο χτύπημα
στην ψεύτικη αυτή «θεωρία».
Μήπως
χρειάζεται ν’ αποδείξουμε ακόμα ότι
αυτά και άλλα παρόμοια
αποτελέσματα της Οχτωβριανής Επανάστασης
δεν μπορούσαν και δεν μπορούν να μείνουν
χωρίς σοβαρή επίδραση στο επαναστατικό
κίνημα της εργατικής τάξης των
καπιταλιστικών χωρών;
Τέτια
πασίγνωστα γεγονότα, όπως η προοδευτική
ανάπτυξη του κομμουνισμού στις
καπιταλιστικές χώρες, η αύξηση της
συμπάθειας των προλετάριων όλων των
χωρών προς την εργατική τάξη της ΕΣΣΔ,
τέλος, η συρροή εργατικών αντιπροσωπειών
στη χώρα των Σοβιέτ μιλάνε αναμφισβήτητα
για το γεγονός ότι ο σπόρος που έσπειρε
η Οχτωβριανή Επανάσταση άρχιζε κιόλας
να δίνει καρπούς.
2.
Η Οκτωβριανή Επανάσταση συγκλόνισε τον
ιμπεριαλισμό όχι μονάχα στα κέντρα της
κυριαρχίας του, όχι μονάχα στις
«μητροπόλεις». Χτύπησε και τα μετόπισθεν
του ιμπεριαλισμού, την περιφέρειά του
και υπόσκαψε την κυριαρχία του
ιμπεριαλισμού στις αποικιακές και στις
εξαρτημένες χώρες.
Η
Οκτωβριανή Επανάσταση αφού ανάτρεψε
τους τσιφλικάδες και τους καπιταλιστές,
έσπασε τις αλυσίδες του εθνικοαποικιακού
ζυγού κι απελευθέρωσε από το ζυγό αυτό
όλους χωρίς εξαίρεση τους καταπιεζόμενους
λαούς ενός εκτεταμένου κράτους. Το
προλεταριάτο δεν μπορεί να απελευθερώσει
τον εαυτό του, αν δεν απελευθερώσει τους
καταπιεζόμενους λαούς. Χαρακτηριστικό
γνώρισμα της Οχτωβριανής Επανάστασης
είναι το γεγονός ότι πραγματοποίησε
στην ΕΣΣΔ τις εθνικοαποικιακές αυτές
επαναστάσεις όχι κάτω από τη σημαία της
εθνικής έχθρας και των εθνικών συγκρούσεων,
μα κάτω από τη σημαία της αμοιβαίας
εμπιστοσύνης και της αδελφικής προσέγγισης
των εργατών και των αγροτών των λαών
της ΕΣΣΔ, όχι στο όνομα του εθνικισμού,
μα στο όνομα του διεθνισμού.
Ακριβώς
επειδή οι εθνικοαποικιακές επαναστάσεις,
έγιναν στη χώρα μας με την καθοδήγηση
του προλεταριάτου και κάτω από τη σημαία
του διεθνισμού, ακριβώς γι’ αυτό οι
λαοί-παρίες, οι λαοί-δούλοι υψώθηκαν
για πρώτη φορά στην ιστορία της
ανθρωπότητας ίσαμε τη θέση πραγματικά
ελεύθερων και πραγματικά ισότιμων
λαών, ηλεκτρίζοντας με το παράδειγμά
τους, τους καταπιεζόμενους λαούς όλου
του κόσμου.
Αυτό
σημαίνει ότι ή Οκτωβριανή Επανάσταση
εγκαινίασε μια καινούργια εποχή,
την εποχή των αποικιακών επαναστάσεων,
που γίνονται στις καταπιεζόμενες
χώρες του κόσμου σε συμμαχία με
το προλεταριάτο, με την καθοδήγηση
του προλεταριάτου.
Παλιότερα
«επικρατούσε η συνήθεια» να πιστεύουν
ότι ο κόσμος είναι από ανέκαθεν χωρισμένος
σε κατώτερες και ανώτερες φυλές, σε
μαύρους και λευκούς, από τους όποιους
οι πρώτοι είναι ανεπίδεκτοι πολιτισμού
και καταδικασμένοι νάναι αντικείμενο
εκμετάλλευσης, ενώ οι δεύτεροι είναι
οι μοναδικοί φορείς του πολιτισμού,
προορισμένοι να εκμεταλλεύονται τους
πρώτους.
Τώρα
πρέπει να θεωρείται ότι ο μύθος αυτός
έχει διαλυθεί και απορριφθεί. Ένα από
τα σπουδαιότερα αποτελέσματα της
Οχτωβριανής Επανάστασης είναι το γεγονός
ότι έδωσε θανάσιμο χτύπημα σ’ αυτόν το
μύθο δείχνοντας στην πράξη ότι οι
απελευθερωμένοι μη ευρωπαϊκοί λαοί,
που τραβήχτηκαν στο δρόμο της σοβιετικής
ανάπτυξης, δεν είναι καθόλου λιγότερο
ικανοί από τους ευρωπαϊκούς λαούς ν’
αναπτύξουν μια πραγματικά πρωτοπόρα
κουλτούρα κι έναν πραγματικά
πρωτοπόρο πολιτισμό.
Παλιότερα
«επικρατούσε η συνήθεια» να πιστεύουν
ότι μοναδική μέθοδος απελευθέρωσης των
καταπιεζομένων λαών είναι η μέθοδος
του αστικού εθνικισμού, η μέθοδος
της απόσπασης του ενός έθνους από το
άλλο, η μέθοδος της διαίρεσής τους, η
μέθοδος της ενίσχυσης της εθνικής έχθρας
ανάμεσα στις εργαζόμενες μάζες των
διαφόρων εθνών.
Τώρα
ο μύθος αυτός πρέπει να θεωρείται ότι
έχει ανασκευαστεί. Ένα από τα σπουδαιότερα
αποτελέσματα τής Οχτωβριανής Επανάστασης
είναι το γεγονός ότι έδωσε θανάσιμο
χτύπημα σ’ αυτό το μύθο, δείχνοντας
στην πράξη τη δυνατότητα και τη σκοπιμότητα
της προλεταριακής, της διεθνιστικής
μεθόδου απελευθέρωσης των καταπιεζομένων
λαών, σαν της μοναδικά σωστής μεθόδου,
δείχνοντας στην πράξη τη δυνατότητα
και τη σκοπιμότητα της αδελφικής
συμμαχίας των εργατών και των αγροτών
των πιο διαφορετικών λαών πάνω στις
αρχές της ελεύθερης συγκατάθεσης
και του διεθνισμού. Η ύπαρξη της
Ένωσης των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών
Δημοκρατιών, που είναι το πρότυπο της
μελλοντικής συνένωσης των εργαζομένων
όλων των χωρών σε μια ενιαία παγκόσμια
οικονομία, είναι η άμεση απόδειξη.
Είναι
περιττό να ειπωθεί ότι αυτά κι άλλα
παρόμοια αποτελέσματα της Οχτωβριανής
Επανάστασης δεν μπορούσαν και δεν
μπορούν να μην έχουν σοβαρή επίδραση
πάνω στο επαναστατικό κίνημα των
αποικιακών και των εξαρτημένων χωρών.
Γεγονότα, όπως η ανάπτυξη του επαναστατικού
κινήματος των καταπιεζομένων λαών στην
Κίνα, στην Ινδονησία, στις Ινδίες κλπ,,
και η αύξηση της συμπάθειας των λαών
αυτών προς την ΕΣΣΔ αποτελούν αναμφισβήτητη
μαρτυρία για αυτά.
Η
εποχή της ανενόχλητης εκμετάλλευσης
και καταπίεσης των αποικιών και
εξαρτημένων χωρών πέρασε.
Ήρθε
η εποχή των απελευθερωτικών επαναστάσεων
στις αποικίες και στις εξαρτημένες
χώρες, η εποχή της αφύπνισης του
προλεταριάτου των χωρών αυτών, η
εποχή της ηγεμονίας του στην επανάσταση.
3.
Η Οκτωβριανή Επανάσταση, σπέρνοντας το
σπόρο της επανάστασης τόσο στα κέντρα
του ιμπεριαλισμού όσο και στα μετόπισθέν
του, εξασθενίζοντας την ισχύ του
ιμπεριαλισμού στις «μητροπόλεις» και
κλονίζοντας την κυριαρχία του στις
αποικίες, έκανε έτσι προβληματική την
ίδια την ύπαρξη του παγκόσμιου
ιμπεριαλισμού στο σύνολό του.
Αν
στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού η
στοιχειακή ανάπτυξη του καπιταλισμού
μετατράπηκε — λόγω της ανισομετρίας
της, λόγω των αναπόφευκτων προστριβών
και των πολεμικών συγκρούσεων, λόγω
τέλος του πρωτοφανέρωτου ιμπεριαλιστικού
μακελιού — σε προτσές αποσύνθεσης και
θανάτου του καπιταλισμού, η
Οχτωβριανή Επανάσταση και η συνδεμένη
μ’ αυτήν απόσπαση μιας τεράστιας χώρας
από το παγκόσμιο σύστημα του καπιταλισμού
δεν μπορούσαν παρά να επιταχύνουν το
προτσές αυτό, υποσκάπτοντας βήμα προς
βήμα τις ίδιες τις βάσεις του παγκόσμιου
ιμπεριαλισμού.
Κάτι
περισσότερο. Η Οκτωβριανή Επανάσταση
κλονίζοντας τον ιμπεριαλισμό δημιούργησε
ταυτόχρονα στο πρόσωπο της πρώτης
προλεταριακής διχτατορίας ισχυρή και
ανοιχτή βάση του παγκόσμιου
επαναστατικού κινήματος, τέτια που ποτέ
δεν είχε προηγούμενα και που πάνω της
μπορεί σήμερα να στηριχθεί. Δημιούργησε
το ισχυρό και
ανοιχτό εκείνο κέντρο του παγκόσμιου
επαναστατικού κινήματος, που ποτέ δεν
είχε προηγούμενα,
και που γύρω του μπορεί σήμερα το
παγκόσμιο επαναστατικό κίνημα να
συσπειρώνεται, οργανώνοντας το
ενιαίο
επαναστατικό μέτωπο των προλετάριων
και των καταπιεζομένων λαών όλων
των χωρών ενάντια στον ιμπεριαλισμό.
Αυτό
σημαίνει, πριν απ’ όλα, ότι η Οκτωβριανή
Επανάσταση τραυμάτισε θανάσιμα τον
παγκόσμιο καπιταλισμό, που ποτέ πια δε
θα αναλάβει. Ακριβώς γι’ αυτό ο
καπιταλισμός ποτέ πια δε θα επανακτήσει
εκείνη την «ισορροπία» και εκείνη τη
«σταθερότητα» που είχε πριν από τον
Οχτώβρη.
Ο
καπιταλισμός μπορεί να σταθεροποιείται
μερικά, μπορεί να οργανώνει ορθολογιστικά
την παραγωγή του, μπορεί να παραδώσει
τη διακυβέρνηση της χώρας στο φασισμό,
και να σφίξει προσωρινά την εργατική
τάξη, όμως ποτέ δε θα ξαναβρεί πια εκείνη
τη «γαλήνη» και κείνη τη «σιγουριά»,
εκείνη την «ισορροπία» κι εκείνη τη
«σταθερότητα», για τις οποίες καμάρωνε
παλιότερα, γιατί η κρίση του παγκόσμιου
καπιταλισμού έφτασε σε τέτια βαθμίδα
ανάπτυξης, που οι φλόγες της επανάστασης
θα ξεσπούν αναπόφευχτα πότε στα κέντρα
του ιμπεριαλισμού, πότε στην περιφέρειά
του, καταστρέφοντας τα ιμπεριαλιστικά
μπαλώματα και φέρνοντας μέρα με τη μέρα
πιο κοντά την πτώση του καπιταλισμού.
Ακριβώς όπως στο γνωστό μύθο: «έβγαλε
την ουρά —βούλιαξε η μύτη, έβγαλε τη
μύτη — βούλιαξε η ουρά».
Αυτό
σημαίνει, δεύτερο, ότι η Οκτωβριανή
’Επανάσταση ανέβασε σ’ ένα ορισμένο
ύψος τη δύναμη και το ειδικό βάρος, την
ανδρεία και τη μαχητική ικανότητα των
καταπιεζομένων τάξεων όλου του κόσμου,
αναγκάζοντας τις κυρίαρχες τάξεις να
τις υπολογίζουν σαν καινούργιο
σοβαρό παράγοντα. Τώρα πια οι εργαζόμενες
μάζες του κόσμου δεν μπορούν να θεωρούνται
«τυφλός όχλος», που πλανιέται στα
σκοτάδια και που του λείπει η προοπτική»
γιατί η Οκτωβριανή Επανάστασή τους
δημιούργησε ένα φάρο που τους φωτίζει
το δρόμο και τους δίνει προοπτικές. Αν
προηγούμενα δεν υπήρχε δημόσιο παγκόσμιο
βήμα, απ’ όπου θα μπορούσε κανείς να
διαδηλώσει και να διατυπώσει τις ελπίδες
και τους πόθους των καταπιεζομένων
τάξεων, τώρα υπάρχει ένα τέτιο βήμα στο
πρόσωπο της πρώτης διχτατορίας του
προλεταριάτου.
Δεν
μπορεί κανείς ν’ αμφιβάλλει ότι η
καταστροφή αυτού του βήματος θα σκέπαζε
για πολύν καιρό την κοινωνική και
πολιτική ζωή των «προχωρημένων χωρών»
με τα σκοτάδια μιας αχαλίνωτης μαύρης
αντίδρασης. Δεν μπορεί ν’ αρνηθεί κανείς
ότι και μόνο το γεγονός της ύπαρξης του
«μπολσεβίκικου κράτους» βάζει χαλινάρι
στις μαύρες δυνάμεις της αντίδρασης,
διευκολύνοντας τον αγώνα των καταπιεζομένων
τάξεων για την απελευθέρωσή τους. Έτσι
εξηγείται στην ουσία και το κτηνώδες
μίσος που τρέφουν οι εκμεταλλευτές όλων
των χωρών για τους μπολσεβίκους.
Η
ιστορία επαναλαβαίνεται, αν και πάνω
σε νέα βάση. Όπως άλλοτε στην περίοδο
της πτώσης της φεουδαρχίας η λέξη
«γιακωβίνος» προκαλούσε ατούς αριστοκράτες
όλων των χωρών φρίκη και αποστροφή, έτσι
και τώρα, στην περίοδο της πτώσης του
καπιταλισμού, η λέξη «μπολσεβίκος»
προκαλεί φρίκη και αποστροφή στην αστική
τάξη όλων των χωρών. Κι αντίθετα, όπως
άλλοτε το Παρίσι ήταν καταφύγιο και
σχολειό για τους επαναστάτες εκπρόσωπους
της αστικής τάξης πού ανέβαινε, έτσι
και τώρα η Μόσχα είναι καταφύγιο και
σχολειό για τους επαναστάτες εκπρόσωπους
του προλεταριάτου που ανεβαίνει.
Το μίσος ενάντια στους γιακωβίνους δεν
έσωσε τη φεουδαρχία από την καταστροφή.
Μπορεί ν’ αμφιβάλλει κανείς ότι το
μίσος ενάντια στους μπολσεβίκους δεν
θα σώσει τον καπιταλισμό από την
αναπόφευχτη συντριβή του;
Η
εποχή της «σταθερότητας» του καπιταλισμού
πέρασε παίρνοντας μαζί της και το
μύθο για το αδιασάλευτο του αστικού
καθεστώτος.
Ήρθε
η εποχή της καταστροφής του καπιταλισμού.
4.
Την Οκτωβριανή Επανάσταση δεν μπορεί
να τη θεωρεί κανείς μονάχα επανάσταση
στον τομέα των οικονομικών και των
κοινωνικοπολιτικών σχέσεων. Είναι
ταυτόχρονα και επανάσταση στα πνεύματα,
επανάσταση στην ιδεολογία της εργατικής
τάξης. Η Οκτωβριανή Επανάσταση γεννήθηκε
και δυνάμωσε κάτω από τη σημαία του
μαρξισμού, κάτω από τη σημαία της ιδέας
της διχτατορίας του προλεταριάτου, κάτω
από τη σημαία του λενινισμού, που είναι
ο μαρξισμός της εποχής του ιμπεριαλισμού
και των προλεταριακών επαναστάσεων.
Γι’ αυτό
σημαίνει νίκη του μαρξισμού ενάντια
στο ρεφορμισμό, νίκη του λενινισμού
ενάντια στο σοσιαλδημοκρατισμό, νίκη
της 3ης Διεθνούς ενάντια στη 2η Διεθνή.
Η
Οκτωβριανή Επανάσταση άνοιξε μια
αδιάβατη τάφρο ανάμεσα στο μαρξισμό
και το σοσιαλδημοκρατισμό, ανάμεσα στην
πολιτική του λενινισμού και την πολιτική
του σοσιαλδημοκρατισμού.
Άλλοτε,
πριν από τη νίκη της διχτατορίας του
προλεταριάτου, η σοσιαλδημοκρατία
μπορούσε να κάνει επιδείξεις με τη
σημαία του μαρξισμού, χωρίς ν’ αρνείται
ανοιχτά την ιδέα της διχτατορίας του
προλεταριάτου, μα και χωρίς να κάνει
τίποτε, απολύτως τίποτε, για να φέρει
πιο κοντά την πραγματοποίηση αυτής της
ιδέας, γιατί, εννοείται, η στάση αυτή
της σοσιαλδημοκρατίας δε δημιουργούσε
καμιά απειλή για τον καπιταλισμό. Τότε,
σε κείνη την περίοδο, η σοσιαλδημοκρατία
τυπικά συγχωνευόταν ή σχεδόν συγχωνευόταν
με το μαρξισμό.
Τώρα,
υστέρα από τη νίκη της διχτατορίας
του προλεταριάτου, όταν όλοι είδαν
με τα ίδια τους τα μάτια που οδηγεί ο
μαρξισμός και τι μπορεί να σημαίνει η
νίκη του, η σοσιαλδημοκρατία δεν μπορεί
να κάνει πια επιδείξεις με τη σημαία
του μαρξισμού, δεν μπορεί να ερωτοτροπεί
με την ιδέα της διχτατορίας του
προλεταριάτου, χωρίς να δημιουργεί
κάποιον κίνδυνο για τον καπιταλισμό.
Αφού ξέκοψε από καιρό με το πνεύμα του
μαρξισμού, βρέθηκε στην ανάγκη να ξεκόψει
και με τη σημαία του μαρξισμού, τάχθηκε
ανοιχτά και ξεκάθαρα ενάντια στο
δημιούργημα του μαρξισμού, ενάντια στην
Οκτωβριανή Επανάσταση, ενάντια στην
πρώτη στον κόσμο διχτατορία του
προλεταριάτου.
Τώρα
δεν μπορούσε παρά να ξεκόψει, και
πραγματικά ξέκοψε, από το μαρξισμό,
γιατί μέσα στις σημερινές συνθήκες δεν
μπορεί κανείς να λέγεται μαρξιστής, αν
δεν υποστηρίζει ανοιχτά κι ανεπιφύλαχτα
την πρώτη στον κόσμο διχτατορία του
προλεταριάτου, αν δεν διεξάγει επαναστατικό
αγώνα ενάντια στη δικιά του κεφαλαιοκρατία,
αν δε δημιουργεί τους όρους για τη νίκη
της διχτατορίας του προλεταριάτου στη
δικιά του τη χώρα.
Ανάμεσα
στη σοσιαλδημοκρατία και το μαρξισμό
ανοίχτηκε μια άβυσσος. Από δω και μπρος
ο μοναδικός φορέας και στήριγμα του
μαρξισμού είναι ο
λενινισμός, ο κομμουνισμός.
Το
ζήτημα όμως δεν περιορίστηκε σ’ αυτό.
Η Οχτωβριανή
Επανάσταση, τραβώντας μια διαχωριστική
γραμμή ανάμεσα στη σοσιαλδημοκρατία
και το μαρξισμό, τράβηξε πιο πέρα,
ρίχνοντας τη σοσιαλδημοκρατία στο
στρατόπεδο των ανοιχτών
υπερασπιστών του καπιταλισμού ενάντια
στην πρώτη στον κόσμο προλεταριακή
διχτατορία. Όταν οι κ. ‘Αντλερ
και Μπάουερ, Βέλς και Λέβι, Λονγκέ και
Μπλούμ βρίζουν το «σοβιετικό καθεστώς»
και εξυμνούν
την
κοινοβουλευτική «δημοκρατία», μ’ αυτό
θέλουν να
πουν ότι
αγωνίζονται και θα
αγωνίζονται
υπέρ
της
παλινόρθωσης του καπιταλιστικού
καθεστώτος στην
ΕΣΣΔ, υπέρ της διατήρησης της καπιταλιστικής
σκλαβιάς στα «πολιτισμένα» κράτη.
Ο
σημερινός σοσιαλδημοκρατισμός είναι
το ιδεολογικό
στήριγμα του καπιταλισμού. Ο Λένιν
είχε χίλιες φορές δίκιο όταν έλεγε ότι
οι σημερινοί σοσιαλδημοκράτες πολιτικοί
είναι «πραγματικοί πράχτορες της
αστικής τάξης μέσα στο εργατικό
κίνημα, εργάτες εντολοδόχοι της τάξης
των καπιταλιστών», ότι στον «εμφύλιο
πόλεμο του προλεταριάτου με την αστική
τάξη» θα πάρουν αναπόφευκτα «το μέρος
των ‘βερσαλλιέρων’ ενάντια στους
‘κομμουνάρους’»62.
Είναι
αδύνατο να ξεμπερδέψουμε με τον
καπιταλισμό, χωρίς να ξεμπερδέψουμε με
το σοσιαλδημοκρατισμό μέσα στο
εργατικό κίνημα. Γι’ αυτό η εποχή του
θανάτου του καπιταλισμού είναι ταυτόχρονα
και εποχή τουθανάτου του σοσιαλδημοκρατισμού
μέσα στο εργατικό κίνημα.
Η
μεγάλη σημασία της Οχτωβριανής Επανάστασης
βρίσκεται, ανάμεσα στ’ άλλα, και στο
ότι σημαίνει την αναπόφευχτη νίκη του
λενινισμού ενάντια στο σοσιαλδημοκρατισμό
στο παγκόσμιο εργατικό κίνημα.
Η
εποχή της κυριαρχίας της 2ης Διεθνούς
και του σοσιαλδημοκρατισμού μέσα στο
εργατικό κίνημα τελείωσε.
Άρχισε
η εποχή της
κυριαρχίας του λενινισμού και της 3ης
Διεθνούς.
“Πράβντα”
αρ. φύλλου 255,
6 - 7 τον Νοέμβρη
1927.
Υπογραφή : I.
Στάλιν
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
61 : Πολ Λαφάργκ,
“Την επαύριο της επανάστασης” (βλ.
Άπαντα, τομ. Ι, 1925, σελ. 329-330).
62 : Β.Ι. Λένιν,
“Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του
καπιταλισμού” (βλ. Άπαντα, εκδ. 3η, τομ.
19ος, σελ. 77 και εκδ. 4η, τομ. 22ος, σελ. 182).
Σάββατο 7 Μαΐου 2016
ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΑΛΕΧΤΙΚΟ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟ YΛΙΣMΟ - Ι.Β. Σταλιν
ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΑΛΕΧΤΙΚΟ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟ YΛΙΣMΟ
ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ
1938
Ο
διαλεχτικός υλισμός είναι η κοσμοθεωρία
του μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος.
Ονομάζεται διαλεχτικός υλισμός, γιατί
ο τρόπος που εξετάζει τα φαινόμενα της
φύσης, η μέθοδος που μελετά τα φαινόμενα
της φύσης, η μέθοδος της γνώσης των
φαινομένων αυτών είναι διαλεχτική
και γιατί η ερμηνεία του των φαινομένων
της φύσης, η αντίληψή του για τα φαινόμενα
της φύσης, η θεωρία του, είναι υλιστική
.
Ο
ιστορικός υλισμός είναι η επέχταση των
θέσεων του διαλεχτικού υλισμού στη
μελέτη της κοινωνικής ζωής, η εφαρμογή
των θέσεων του διαλεχτικού υλισμού στα
φαινόμενα της ζωής της κοινωνίας, στη
μελέτη της κοινωνίας, στη μελέτη της
ιστορίας της κοινωνίας.
Ο
Μαρξ και ο Ένγκελς, χαραχτηρίζοντας τη
διαλεχτική τους μέθοδο αναφέρονται
συνήθως στο Χέγκελ, σαν το φιλόσοφο που
διατύπωσε τα βασικά χαραχτηριστικά της
διαλεχτικής. Αυτό, ωστόσο, δε σημαίνει
πως η διαλεχτική του Μαρξ και του Ένγκελς
είναι ταυτόσημη με τη διαλεχτική του
Χέγκελ. Στην πραγματικότητα, ο Μαρξ και
ο Ένγκελς πήραν από τη διαλεχτική του
Χέγκελ μονάχα το «λογικό της πυρήνα»,
αφού απόρριψαν το χεγκελιανό ιδεαλιστικό
περίβλημα και ανάπτυξαν τη διαλεχτική
παραπέρα, για να της δόσουν τη σύγχρονη
επιστημονική όψη.
«Η
διαλεχτική μου μέθοδος, λέει ο Μαρξ, στη
βάση της δεν είναι μονάχα διαφορετική
από τη χεγκελιανή μέθοδο, μα είναι το
κατ’ ευθείαν αντίθετό της. Για το Χέγχελ,
η λειτουργία της νόησης- που με το όνομα
ιδέα τη μετατρέπει μάλιστα σε αυθυπόστατο
υποκείμενο - είναι ο δημιουργός του
πραγματικού, που αποτελεί μονάχα το
εξωτερικό της φανέρωμα. Για μένα,
αντίθετα, το ιδεατό δεν είναι παρά το
υλικό, το μεταφερμένο και μετασχηματισμένο
στο ανθρώπινο κεφάλι».(Κ. Μαρξ, Επίλογος
στη δεύτερη γερμανική εκδοσή του I τόμου
του «Κεφαλαίου»),
Χαραχτηρίζοντας
τον υλισμό τους, ο Μαρξ και ο Ένγκελς,
αναφέρονται συνήθως στο Φόϋερμπαχ, σαν
το φιλόσοφο που αποκατάστησε τον υλισμό
στα δικαιώματά του. Αυτό, ωστόσο, δε
σημαίνει ότι ο υλισμός του Μαρξ και του
Ένγκελς είναι ταυτόσημος με τον υλισμό
του Φόϋερμπαχ. Στην πραγματικότητα, ο
Μαρξ και ο Ένγκελς πήραν από τον υλισμό
του Φόϋερμπαχ το «βασικό του πυρήνα»,
αφού τον ανάπτυξαν παραπέρα σε επιστημονική
και φιλοσοφική θεωρία του υλισμού και
απόρριψαν τα ιδεαλιστικά, θρησκευτικά
και ηθικά του επιστρώματα. Είναι γνωστό
πως ο Φόϋερμπαχ, υλιστής στη βάση του,
εξεγείρονταν ενάντια στην ονομασία
υλισμός. Ο Ένγκελς έλεγε πολλές φορές
πως ο Φόϋερμπαχ «παρά την υλιστική του
βάση, παρέμενε αιχμάλωτος στα πατροπαράδοτα
ιδεαλιστικά δεσμά», πως «ο πραγματικός
ιδεαλισμός του Φόϋερμπαχ βγαίνει στο
φανερό μόλις φτάσουμε στη φιλοσοφία
του της θρησκείας και στην ηθική του».
(Κ. Μαρξ και Φ. ’Ενγκελς, Άπαντα,
τόμ.XIV, σελ. 652-654).·
Η
λέξη διαλεχτική προέρχεται από το
ελληνικό ρήμα «διαλέγω», που σημαίνει
συζητώ, κάνω πολεμική. Με τη λέξη
διαλεχτική, εννοούσαν στην αρχαιότητα
την τέχνη να βρει κανείς την αλήθεια με
την αποκάλυψη των αντιφάσεων στο
συλλογισμό του αντιπάλου και με το
ξεπέρασμα αυτών των αντιφάσεων. Ορισμένοι
φιλόσοφοι της αρχαιότητας θεωρούσαν,
ότι η αποκάλυψη των αντιφάσεων στη σκέψη
και η σύγκρουση των αντίθετων γνωμών
είναι το καλύτερο μέσο για να βρεθεί η
αλήθεια. Ο διαλεχτικός αυτός τρόπος της
σκέψης επεχτάθηκε έπειτα στα φαινόμενα
της φύσης και μετατράπηκε στη διαλεχτική
μέθοδο γνώσης της φύσης. Η μέθοδος αυτή
θεωρούσε τα φαινόμενα της φύσης σα
φαινόμενα που αιώνια κινούνται και
μεταβάλλονται και την εξέλιξη της φύσης
σαν αποτέλεσμα της ανάπτυξης των
αντιφάσεων στη φύση, σαν αποτέλεσμα της
αλληλεπίδρασης των αντιθέτων δυνάμεων
στη φύση.
Στη
βάση της, η διαλεχτική είναι κατ’ ευθείαν
αντίθετη από τη μεταφυσική.
1.
Η μαρξιστική διαλεχτική μέθοδος
έχει τα ακόλουθα βασικά χαραχτηριστικά:
α)
Σε αντίθεση με τη μεταφυσική η διαλεχτική
εξετάζει τη φύση όχι σα μια τυχαία
συσσώρευση από αντικείμενα, φαινόμενα,
που είναι αποσπασμένα το ένα από το
άλλο, απομονωμένα το ένα από το άλλο και
ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, άλλα σαν
ένα συναρτημένο ενιαίο σύνολο, όπου τα
αντικείμενα, τα φαινόμενα, συνδέονται
οργανικά το ένα με το άλλο, εξαρτώνται
το ένα από το άλλο και καθορίζουν το ένα
το άλλο.
Γι'
αυτό, η διαλεχτική μέθοδος θεωρεί πως
κανένα φαινόμενο στη φύση δε μπορεί να
γίνει κατανοητό, αν το πάρουμε απομονωμένο,
έξω από τη σχέση του με τα γύρω φαινόμενα,
γιατί οποιοδήποτε φαινόμενο, σε
οποιοδήποτε τομέα της φύσης, μπορεί να
μετατραπεί σε παραλογισμό, αν το
εξετάσουμε έξω από τη σχέση του με τις
γύρω συνθήκες, αποσπασμένο απ' αυτές.
Και αντίθετα, οποιοδήποτε φαινόμενο
μπορεί να γίνει κατανοητό και να εξηγηθεί,
αν εξεταστεί στην αδιάρηχτη σύνδεσή
του με τα γύρω φαινόμενα, στον καθορισμό
του από τα φαινόμενα που το περιβάλλουν.
β)
Σε αντίθεση με τη μεταφυσική, η διαλεχτική
εξετάζει τη φύση όχι σα μια κατάσταση
ηρεμίας και ακινησίας, στασιμότητας
και αμεταβλητότητας, μα σα μια κατάσταση
αδιάκοπης κίνησης και αλλαγής, αδιάκοπης
ανανέωσης και εξέλιξης, όπου πάντα κάτι
γεννιέται και αναπτύσσεται, κάτι
καταστρέφεται και τραβάει προς το τέλος
του.
Γι'
αυτό,
η διαλεχτική μέθοδος απαιτεί
να εξετάζονται
τα φαινόμενα
όχι μονάχα από την άποψη της αμοιβαίας
τους σχέσης και του αυτοκαθορισμού
τους, μα κι
από την άποψη της
κίνησής τους, της αλλαγής
τους, της εξέλιξής
τους, από την
άποψη της εμφάνισης
και της εξαφάνισής
τους.
Για
τη διαλεχτική μέθοδο σημαντικό δεν
είναι πριν απ' όλα αυτό, που σε μια δοσμένη
στιγμή φαίνεται σταθερό μα που αρχίζει
κιόλας να αργοπεθαίνει, αλλά εκείνο που
γεννιέται κι αναπτύσσεται, ακόμα και
αν σε μια δοσμένη στιγμή φαίνεται όχι
σταθερό, γιατί για τη διαλεχτική μέθοδο
ακατανίκητο είναι μονάχα εκείνο που
γεννιέται κι αναπτύσσεται.
«Ολόκληρη
η φύση, λέει ο Ένγκελς,
από το πιο μικρό ως το πιο μεγάλο, από
τους κόκους της άμμου ως τους ήλιους,
από τα πρώτιστα (τα πρωταρχικά ζωντανά
κύτταρα, Ι. Στάλιν), ως τον άνθρωπο,
βρίσκεται σε μια αιώνια εμφάνιση και
εξαφάνιση, σε μια αδιάκοπη, ροή, σε μια
ακατάπαυστη κίνηση και αλλαγή ». (στο
ίδιο έργο, σελ, 484).
Γι’
αυτό,
λέει ο
Ένγκελς, η διαλεχτική «παίρνει τα
πράγματα και τις νοητικές
τους απεικονίσεις
κυρίως στη συνάφειά
τους, στο αλύσσωμά
τους, στην
κίνησή τους, στην
εμφάνιση
και
την εξαφάνισή τους». (Κ.
Μαρξ και Φ. ’Ενγκελς,
Άπαντα,
τόμ.
XIV, σελ. 23).
γ)
Σε αντίθεση με τη μεταφυσική, η διαλεχτική
εξετάζει την πορεία της εξέλιξης όχι
σα μια απλή πορεία αύξησης, όπου οι
ποσοτικές αλλαγές δεν οδηγούν σε
ποιοτικές αλλαγές, αλλά σαν τέτια
εξέλιξη, που περνά από τις ασήμαντες
και λανθάνουσες ποσοτικές αλλαγές, σε
αλλαγές φανερές, σε αλλαγές ριζικές, σε
αλλαγές ποιοτικές, όπου οι ποιοτικές
αλλαγές δε έρχονται βαθμιαία, αλλά
γρήγορα, ξαφνικά, με τη μορφή ενός
αλματικού περάσματος από τη μια κατάσταση
στην άλλη, δεν έρχονται τυχαία, αλλά με
νομοτέλεια, έρχονται σαν αποτέλεσμα
της συσσώρευσης ανεπαίσθητων και
βαθμιαίων ποσοτικών αλλαγών.
Γι’
αυτό, η διαλεχτική μέθοδος θεωρεί ότι
την πορεία της εξέλιξης πρέπει να την
καταλαβαίνουμε όχι σαν κυκλική κίνηση,
όχι σα μια απλή επανάληψη του δρόμου
που διατρέξαμε, μα σαν κίνηση προχωρητική,
κίνηση ανοδική, σαν πέρασμα από την
παλιά ποιοτική κατάσταση σε καινούργια
ποιοτική κατάσταση, σαν εξέλιξη από το
απλό στο σύνθετο, από το κατώτερο στο
ανώτερο.
«Η
φύση,
λέει
ο
Ένγκελς,
είναι η λυδία
λίθος της διαλεχτικής
και,
πρέπει να το πούμε, ότι οι σύγχρονες
φυσικές
επιστήμες
πρόσφεραν
για τη
δοκιμή αυτή εξαιρετικά
πλούσιο
υλικό
που κάθε
μέρα
πληθαίνει κι
απόδειξαν
έτσι,
ότι στη
φύση
σε
τελευταία ανάλυση
όλα γίνονται διαλεχτικά
και όχι μεταφυσικά,
ότι η φύση δεν
κινείται μέσα
σε
μια αιώνια
μονοτονία ενός
κύκλου,
που διαρκώς
επαναλαμβάνεται,
μα ότι ζει
μια πραγματική ιστορία.
Εδώ
πρέπει
ν' αναφέρουμε
πρώτα
απ’
όλα το Ντάρβιν
πού έδοσε
το πιο γερό χτύπημα στη
μεταφυσική
αντίληψη της φύσης,
αποδείχνοντας ότι ολόκληρος
ο
σημερινός
οργανικός
κόσμος,
τα φυτά και
τα ζώα
και συνεπώς
και ο
άνθρωπος, είναι το προϊόν μιας
εξελιχτικής
πορείας, που συνεχιζόταν εκατομμύρια
χρόνια». (Στο
ίδιο
έργο, σελ.
23).
Χαραχτηρίζοντας
τη διαλεχτική εξέλιξη σαν πέρασμα από
ποσοτικές αλλαγές σε ποιοτικές αλλαγές.
Ο Ένγκελς λέει:
«στη
φυσική.. . κάθε αλλαγή είναι το πέρασμα
από την ποσότητα στην ποιότητα, συνέπεια
της ποσοτικής αλλαγής στην ποσότητα
της κίνησης οποιασδήποτε μορφής, που
ενυπάρχει στο σώμα ή που του μεταδόθηκε
απ’ έξω. Έτσι πχ, η θερμοκρασία του νερού
στην αρχή δεν έχει καμιά σημασία για
την υγρή του κατάσταση. Αν όμως αυξήσουμε
ή ελαττώσουμε τη θερμοκρασία του υγρού
νερού, έρχεται μια στιγμή που η κατάσταση
της συνοχής του μεταβάλλεται και το
νερό μετατρέπεται από τη μια μεριά σε
ατμό και απ' την άλλη σε πάγο.. . Έτσι
χρειάζεται ένα καθορισμένο μόνο όριο
δύναμης ηλεκτρικού ρεύματος για να
πυρακτώοει το πλατινένιο σύρμα του
ηλεκτρικού φωτός, έτσι κάθε μέταλλο
έχει τη θερμοκρασία τής πυράκτωσης και
της τήξης του, έτσι κάθε υγρό, κάτω από
μια δοσμένη πίεση, έχει το καθορισμένο
του σημείο ψύξης και βρασμού, εφ' όσο τα
μέσα που διαθέτουμε μας επιτρέπουν να
πετύχουμε την αντίστοιχη θερμοκρασία,
έτσι, τέλος, κάθε αέριο έχει ένα κρίσιμο
σημείο, όπου με την αντίστοιχη πίεση
και ψύξη μπορεί να υγροποιηθεί. . . Οι
σταθερές, όπως τις λένε στη φυσική
(σημεία περάσματος από μια κατάσταση
σε άλλη, Ι. Στάλιν) δεν είναι τις πιο
πολλές φορές τίποτ’ άλλο, παρά η ονομασία
των σημείων-κόμπων, όπου η ποσοτική
(αλλαγή), πρόσθεση ή αφαίρεση κίνησης,
προκαλεί ποιοτική αλλαγή στην κατάσταση
του αντίστοιχου σώματος, όπου συνεπώς,
η ποσότητα μετατρέπεται σε ποιότητα».
(Στο ίδιο έργο, σελ.527-528).
Περνώντας
παρακάτω στη χημεία, ο
Ένγκελς
συνεχίζει:
«Μπορούμε
να χαραχτηρίσουμε τη χημεία επιστήμη
των ποιοτικών αλλαγών των σωμάτων, που
είναι το αποτέλεσμα αλλαγής στην ποσοτική
σύνθεση. Αυτό τόξερε κιόλας κι ο ίδιος
ο Χέγκελ... Ας πάρουμε το οξυγόνο: όταν
αντίς τα συνηθισμένα δυο ενωθούν τρία
άτομα οξυγόνου σε ένα μόριο, τότε έχουμε
το όζον, ένα σώμα που ξεχωρίζει καθαρά
από το συνηθισμένο οξυγόνο με την οσμή
του και με τη δραστικότητά του. Και τι
να πούμε για τις διάφορες αναλογίες
όταν το οξυγόνο ενώνεται με το άζωτο ή
με το θειάφι, που καθεμιά τους δίνει κι
ένα σώμα ποιοτικά διαφορετικό από όλα
τα άλλα!» (Στο ίδιο έργο, σελ 528).
Τέλος,
κριτικάροντας το Ντύρινγκ, που βρίζει
στα γιομάτα το Χέγκελ, την ίδια στιγμή
που δανείζεται στα κρυφά τη γνωστή του
θέση, ότι το πέρασμα από το βασίλειο του
κόσμου δίχως αισθήσεις στο βασίλειο
του κόσμου με αισθήσεις, από το βασίλειο
του ανόργανου κόσμου στο βασίλειο της
οργανικής ζωής, είναι ένα άλμα σε μια
καινούργια κατάσταση, ο Ένγκελς λέει:
«Αυτή
είναι
ακριβώς η χεγκελιανή κομπογραμμή των
μετρικών
σχέσεων,
όπου σε ορισμένα σημεία-κόμπους, μια
απλή ποσοτική
αύξηση
ή
ελάττωση
προκαλεί
ένα ποιοτικό
άλμα, όπως
λογουχάρη
στην περίπτωση του νερού όταν θερμαίνεται
ή
ψύχεται, όπου το σημείο
βρασμού και
το σημείο
ψύξης είναι
οι κόμποι, στους όποιους,
κάτω από κανονική πίεση,
συντελείται
το άλμα σε μια καινούργια κατάσταση
του σώματος, όπου συνεπώς
η ποσότητα μετατρέπεται σε ποιότητα».
(Στο
ίδιο
έργο, σελ.45-46)
δ)
Σε αντίθεση με τη μεταφυσική, η διαλεχτική
ξεκινάει από την άποψη, ότι τα αντικείμενα
και τα φαινόμενα της φύσης κλείνουν
μέσα τους εσωτερικές αντιφάσεις, γιατί
όλα έχουν τη θετική και την αρνητική
τους πλευρά, το παρελθόν τους και το
μέλλον τους, όλα έχουν στοιχεία που
εξαφανίζονται και στοιχεία που
αναπτύσσονται, ότι η πάλη των αντιθέσεων
αυτών, η πάλη ανάμεσα στο παλιό και στο
καινούργιο, ανάμεσα σε κείνο που πεθαίνει
και σε κείνο που γεννιέται, ανάμεσα σε
κείνο πού χάνεται και σε κείνο που
αναπτύσσεται, αποτελεί το εσωτερικό
περιεχόμενο της εξελιχτικής πορείας,
το εσωτερικό περιεχόμενο της μετατροπής
των ποσοτικών αλλαγών σε ποιοτικές.
Γι’
αυτό, η διαλεχτική μέθοδος θεωρεί ότι
η πορεία της εξέλιξης από το κατώτερο
στο ανώτερο δεν κυλά σαν ένα αρμονικό
ξετύλιγμα των φαινομένων, μα σαν αποκάλυψη
των αντιφάσεων που ενυπάρχουν στα
αντικείμενα, στα φαινόμενα, σαν «πάλη»
ανάμεσα σε αντίθετες τάσεις, που δρουν
πάνω στη βάση των αντιφάσεων αυτών.
«Στην
κυριολεξία
της
η διαλεχτική,
λέει
ο Λένιν,
είναι
η μελέτη
της
αντίφασης
που υπάρχει
μέσα
στην ίδια
την ουσία
των
πραγμάτων».
(Λένιν,
Φιλοσοφικά
τετράδια,
σελ.
263).
Και
παρακάτω:
«Η
εξέλιξη είναι η ”πάλη" των αντιθέσεων».
(Λένιν, Άπαντα, τόμ. ΧΙΙΙ, σελ. 301).
Αυτά
είναι με λίγα λόγια τα βασικά χαρακτηριστικά,
της μαρξιστικής διαλεχτικής μεθόδου.
Δεν
είναι δύσκολο να καταλάβουμε τι τεράστια
σημασία έχει η επέκταση των θέσεων της
διαλεχτικής μεθόδου στη μελέτη της
κοινωνικής ζωής, στη μελέτη της ιστορίας
της κοινωνίας, τι τεράστια σημασία έχει
η εφαρμογή των θέσεων αυτών στην ιστορία
της κοινωνίας, στην πραχτική δράση του
κόμματος του προλεταριάτου.
Αν
δεν υπάρχουν στον κόσμο απομονωμένα
φαινόμενα, αν όλα τα φαινόμενα συνδέονται
μεταξύ τους και καθορίζουν το ένα το
άλλο, είναι φανερό, ότι κάθε κοινωνικό
καθεστώς και κάθε κοινωνικό κίνημα στην
ιστορία πρέπει να κρίνεται όχι από των
άποψη της «αιώνιας δικαιοσύνης», ή
κάποιας άλλης ιδέας από τα πριν παρμένης,
όπως κάνουν συχνά οι ιστορικοί, μα από
την άποψη των όρων που γέννησαν αυτό το
καθεστώς κι αυτό το κοινωνικό κίνημα
και που συνδέονται μαζί τους.
Το
καθεστώς της δουλείας θα ήταν ακατανόητο,
θα ήταν ένας αφύσικος παραλογισμός για
τις σημερινές συνθήκες. Το καθεστώς
όμως της δουλείας μέσα στις συνθήκες
του καθεστώτος της πρωτόγονης κοινότητας
που αποσυντίθεται είναι ένα φαινόμενο
ολότελα κατανοητό και νομοτελειακό,
γιατί σημαίνει ένα βήμα προς τα μπρος,
σε σύγκριση με το καθεστώς της πρωτόγονης
κοινότητας.
Το
αίτημα της αστικής λαοκρατικής δημοκρατίας
(republique democratique) μέσα στις συνθήκες του
τσαρισμού και της αστικής κοινωνίας,
λχ, στη Ρωσία του 1905, ήταν πέρα για πέρα
κατανοητό, σωστό και επαναστατικό
αίτημα, γιατί τότε η αστική δημοκρατία
σήμαινε ένα βήμα προς τα μπρος. Το αίτημα
της αστικής δημοκρατίας στις σημερινές
συνθήκες της ΕΣΣΔ είναι παράλογο και
αντεπαναστατικό αίτημα, γιατί η αστική
δημοκρατία, σε σύγκριση με τη Σοβιετική
δημοκρατία είναι ένα βήμα προς τα πίσω.
Όλα
εξαρτιώνται από τις συνθήκες, Από τον
τόπο και από το χρόνο.
Είναι
φανερό,
ότι
δίχως αυτό
το ιστορικό αντίκρυσμα
των κοινωνικών φαινομένων είναι αδύνατη
η ύπαρξη και η ανάπτυξη
της ιστορικής επιστήμης, γιατί μονάχα
ένα τέτιο αντίκρυσμα
εμποδίζει
την ιστορική επιστήμη
να γίνει ένα χάος από
συμπτώσεις κι ένας σωρός από τα πιο
παράλογα λάθη.
Παρακάτω.
Αν ο κόσμος βρίσκεται σε αδιάκοπη κίνηση
και εξέλιξη, αν η απονέκρωση του παλιού
και η ανάπτυξη του καινούργιου αποτελεί
νόμο της εξέλιξης, είναι φανερό πως δεν
υπάρχουν πια «ακλόνητα» κοινωνικά
καθεστώτα, «αιώνιες αρχές» ατομικής
ιδιοχτησίας και εκμετάλλευσης, «αιώνιες
ιδέες» υποταγής των αγροτών στους
τσιφλικάδες, των εργατών στους
κεφαλαιοκράτες.
Ώστε,
το καπιταλιστικό καθεστώς μπορεί να το
αντικαταστήσουμε με το σοσιαλιστικό
καθεστώς, όπως το καπιταλιστικό καθεστώς
στον καιρό του αντικατάστησε το
φεουδαρχικό καθεστώς.
Ώστε,
πρέπει να προσανατολιζόμαστε όχι στα
κοινωνικά στρώματα, που δεν αναπτύσσονται
πια, έστω και αν αντιπροσωπεύουν
σήμερα τη δύναμη που επικρατεί, αλλά
στα στρώματα που αναπτύσσονται
και έχουν μέλλον, έστω και αν δεν
αντιπροσωπεύουν
σήμερα τη δύναμη που επικρατεί.
Κατά
το 1880-1890, την εποχή της πάλης των μαρξιστών
με τους ναρόντνικους, το προλεταριάτο
της Ρωσίας ήταν μια ασήμαντη μειοψηφία,
σε σύγκριση με τους ατομικούς αγρότες,
που αποτελούσαν την τεράστια πλειοψηφία
του πληθυσμού. Το προλεταριάτο όμως
αναπτυσσόταν σαν τάξη, ενώ η αγροτιά
σαν τάξη ξέφτιζε. Και ακριβώς γιατί το
προλεταριάτο αναπτυσσόταν σαν τάξη, οι
μαρξιστές προσανατολίζονταν στο
προλεταριάτο. Και δε γελάστηκαν, γιατί
όπως είναι γνωστό, το προλεταριάτο από
ασήμαντη δύναμη έγινε κατοπινά ιστορική
και πολιτική δύναμη πρώτης γραμμής.
Παρακάτω.
Αν το πέρασμα από τις αργές ποσοτικές
αλλαγές, σε γρήγορες και απότομες
ποιοτικές αλλαγές είναι νόμος της
εξέλιξης, είναι φανερό, ότι οι επαναστατικές
ανατροπές που κάνουν οι καταπιεζόμενες
τάξεις, αποτελούν φαινόμενο ολότελα
φυσικό και αναπόφευκτο.
Ώστε,
το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο
σοσιαλισμό και η απελευθέρωση της
εργατικής τάξης από τον καπιταλιστικό
ζυγό δε μπορεί να πραγματοποιηθεί με
αργές αλλαγές, με μεταρρυθμίσεις, αλλά
μονάχα με μια ποιοτική αλλαγή του
καπιταλιστικού καθεστώτος, με την
επανάσταση.
Παρακάτω.
Αν η εξέλιξη γίνεται με την αποκάλυψη
των εσωτερικών αντιφάσεων, με τη σύγκρουση
των αντίθετων δυνάμεων πάνω στη βάση
αυτών των αντιφάσεων για να ξεπεραστούν
αυτές οι αντιφάσεις, είναι ξεκάθαρο ότι
η ταξική πάλη του προλεταριάτου είναι
φαινόμενο ολότελα φυσικό και αναπόφευκτο.
Ώστε,
δεν πρέπει να σκεπάζει κανείς τις
αντιφάσεις του καπιταλιστικού καθεστώτος,
μα να τις βγάζει στο φως και να τις
ξετυλίγει, να μη σβήνει την ταξική πάλη,
μα να τη διεξάγει ίσαμε το τέλος.
Ώστε,
για να μη λαθεύει κανείς στην πολιτική,
πρέπει να εφαρμόζει την αδιάλλαχτη
ταξική προλεταριακή πολιτική και όχι
τη ρεφορμιστική πολιτική αρμονίας των
συμφερόντων του προλεταριάτου και της
αστικής τάξης, όχι τη συμβιβαστική
πολιτική του «βαθμιαίου περάσματος»
του καπιταλισμού σε σοσιαλισμό.
Έτσι
έχουν τα πράγματα με τη μαρξιστική
διαλεχτική μέθοδο, αν τη δούμε στην
εφαρμογή της στην κοινωνική ζωή, στην
ιστορία της κοινωνίας.
Όσο
για το μαρξιστικό φιλοσοφικό υλισμό,
αυτός είναι στη βάση του το κατ’ ευθείαν
αντίθετο του φιλοσοφικού ιδεαλισμού.
2.
Ο μαρξιστικός φιλοσοφικός
υλισμός έχει τα παρακάτω βασικά
χαρακτηριστικά:
α)
Σε αντίθεση με τον ιδεαλισμό, που θεωρεί
τον κόσμο σαν την ενσάρκωση
της «απόλυτης ιδέας», του «παγκόσμιου
πνεύματος», της «συνείδησης», ο
φιλοσοφικός υλισμός του Μαρξ
ξεκινάει από την άποψη ότι ο
κόσμος από τη φύση
του είναι υλικός,
ότι τα πολύμορφα φαινόμενα του κόσμου
αποτελούν
διαφορετικές
όψεις
της κινούμενης ύλης,
ότι η αμοιβαία
σχέση
και
ο
αλληλοκαθορισμός
των φαινομένων, που διαπιστώνονται με
τη
διαλεχτική
μέθοδο, αποτελούν τη νομοτέλεια της
εξέλιξης
της
κινούμενης ύλης, ότι ο
κόσμος εξελίσσεται
σύμφωνα με
τους
νόμους της κίνησης της ύλης και δεν έχει
ανάγκη
από
κανένα «παγκόσμιο πνεύμα».
«Η
υλιστική θεωρία της φύσης, λέει ο Ένγκελς,
δε σημαίνει πάντως τίποτα άλλο, παρά
την απλή αντίληψη της φύσης έτσι όπως
υπάρχει, χωρίς ξένη προσθήκη» (Κ. Μαρξ
και Φ. Ένγκελς, Άπαντα, τόμ. XIV, σελ.
651).
Αναφέροντας
την υλιστική
αντίληψη του αρχαίου φιλόσοφου Ηράκλειτου,
που έλεγε ότι «ο
κόσμος είναι ένας και μοναδικός, δε
δημιουργήθηκε
από κανένα θεό, από κανέναν άνθρωπο,
αλλά ήταν, είναι και θα είναι μια αιώνια
ζωντανή φωτιά, που ανάβει
και σβήνει σύμφωνα με καθορισμένους
νόμους» («Κόσμον
τόνδε τον απάντων ούτε τις θεών, ούτε
ανθρώπων εποίησεν, αλλ’ ην αεί και έστι
και έσται πυρ αείζωον,
απτόμενον
μέτρω, και σβεννυμένον μέτρω», Ηράκλειτος,
Παραπομπή του Μετ.), ο
Λένιν
λέει: «Πολύ ωραία έκθεση των αρχών
του διαλεχτικού υλισμού».
(Λένιν,
Φιλοσοφικά τετράδια, σελ. 318).
β)
Σε αντίθεση με τον ιδεαλισμό, που
βεβαιώνει ότι μονάχα η συνείδησή μας
υπάρχει πραγματικά, ότι ο
υλικός κόσμος, το είναι, η φύση, υπάρχει
μονάχα στη συνείδησή μας, στις αισθήσεις,
στις παραστάσεις, στις έννοιές
μας, ο
μαρξιστικός φιλοσοφικός υλισμός ξεκινάει
από την άποψη, ότι η ύλη, η φύση, το είναι,
αποτελεί μιαν
αντικειμενική πραγματικότητα, που
υπάρχει
έξω
και
ανεξάρτητα
από τη συνείδηση,
ότι η ύλη
είναι το
πρωτεύον,
γιατί
είναι η πηγή των αισθήσεων, των παραστάσεων,
της συνείδησης, ενώ η συνείδηση
είναι το δευτερεύον, το παράγωγο, γιατί
είναι η απεικόνιση
της ύλης,
η απεικόνιση
του είναι, ότι η νόηση είναι προϊόν της
ύλης,
που έχει στην
εξέλιξή
της φθάσει σ’ ένα υψηλό βαθμό τελειότητας
και συγκεκριμένα είναι προϊόν του μυαλού
και το μυαλό όργανο της νόησης και
γι’ αυτό δεν πρέπει
να ξεχωρίζουμε τη σκέψη από την ύλη,
αν
δε
θέλουμε να πέσουμε σε
χοντρό λάθος.
«Το
ύψιστο
ζήτημα
κάθε φιλοσοφίας, λέει
ο
Ενγκελς,
είναι
το ζήτημα της σχέσης
της νόησης με το είναι,
του πνεύματος με τη φύση...
Οι φιλόσοφοι
χωρίστηκαν σε
δυο
μεγάλα
στρατόπεδα
ανάλογα
με τον τρόπο που απαντούσαν
σ’
αυτό
το ζήτημα.
Εκείνοι που βεβαίωναν
ότι το πνεύμα υπήρχε
πριν
από τη φύση... αποτέλεσαν
το στρατόπεδο
του ιδεαλισμού.
Οι άλλοι,
που θεωρούσαν
τη φύση
σαν
πρωταρχικό, ανήκουν στις
διάφορες
σχόλες
του υλισμού».
(Φ.
Ενγκελς,
«Ο
Λουδοβίκος Φόϋερμπαχ
και το τέλος της
κλασικής
γερμανικής φιλοσοφίας»,
σελ.
16-17).
Και
παρακάτω:
«Ο
υλικός κόσμος
που γίνεται αντιληπτός με
τις
αισθήσεις
και όπου ανήκουμε
και εμείς
οι ίδιοι,
είναι το μόνο που ύπαρχοι
πραγματικά. Η
συνείδηση
και η νόησή
μας, όσο
υπεραισθητές
και αν φαίνονται, είναι
το
προϊόν ενός
υλικού οργάνου
του σώματος,
του εγκεφάλου.
Η
ύλη δεν
είναι
προϊόν του
πνεύματος, αλλά
το πνεύμα
το ίδιο
είναι
μονάχα
το ανώτατο
προϊόν της ύλης». (στο ίδιο
έργο, σελ.
20).
Σχετικά
με το πρόβλημα της ύλης και της νόησης,
ο Μαρξ λέει:
«Δε
μπορεί να χωρίσουμε τη
σκέψη από την ύλη, που σκέφτεται.
Η ύλη είναι το υποκείμενο όλων των
αλλαγών». (Κ. Μαρξ, Διαλεχτά έργα,
σελ. 302).
«Ο
υλισμός παραδέχεται γενικά το αντικειμενικά
πραγματικό είναι (την ύλη), σαν ανεξάρτητο
από τη συνείδηση, από την αίσθηση, από
την πείρα... Η συνείδηση... είναι απλώς η
αντανάκλαση του είναι, στην καλύτερη
περίπτωση μια κατά προσέγγιση πιστή
(αντίστοιχη, ιδανικά ακριβής) αντανάκλασή
του». (Λένιν,
Άπαντα, τόμ. XIII, σελ. 266-267).
Και
παρακάτω:
«Η
ύλη είναι κείνο, που επενεργώντας πάνω
στα αισθητήρια όργανά μας παράγει την
αίσθηση, η ύλη είναι η αντικειμενική
πραγματικότητα, που μας δίνεται με την
αίσθηση. . . Η ύλη, η φύση, το είναι, το
φυσικό, είναι το πρωτεύον, και το πνεύμα,
η συνείδηση, η αίσθηση, το ψυχικό, είναι
το δευτερεύον». (στο ίδιο, σελ. 119-120).
«Η
εικόνα του κόσμου είναι μια εικόνα που
δείχνει πως η ύλη κινείται και πως η
“ύλη σκέφτεται”»
(στο ίδιο, σελ. 288).
«Ο
εγκέφαλος είναι το όργανο της σκέψης».
(στο ίδιο, σελ. 125).
γ)
Σε
αντίθεση
με τον ιδεαλισμό, που αμφισβητεί ότι
μπορούμε
να γνωρίσουμε τον κόσμο και τη νομοτέλειά
του, που δεν πιστεύει στο έγκυρο των
γνώσεων μας, δεν αναγνωρίζει
την
αντικειμενική
αλήθεια και θεωρεί ότι ο
κόσμος είναι γεμάτος από
«πράγματα καθ’ εαυτά»,
που δε
μπορεί να γίνουν ποτέ γνωστά στην
επιστήμη,
ο
μαρξιστικός φιλοσοφικός
υλισμός
ξεκινά από την άποψη, ότι ο
κόσμος και η νομοτέλειά του μπορούν να
γίνουν πέρα για πέρα γνωστά, ότι οι
γνώσεις μας για τους
νόμους της φύσης, που έχουν επαληθευτεί
από το πείραμα, από
την
πραχτική,
είναι γνώσεις έγκυρες, που έχουν
τη σημασία αντικειμενικών
αληθειών,
ότι στον κόσμο
δεν υπάρχουν
πράγματα που δε μπορούμε να τα γνωρίσουμε,
αλλά υπάρχουν
μονάχα πράγματα που δεν τα γνωρίσαμε
ακόμα,
που θα ανακαλυφθούν
και θα γίνουν γνωστά με τις δυνάμεις
της επιστήμης και
της πραχτικής.
Ο
Ένγκελς, κριτικάροντας τη θέση του Καντ
και των άλλων ιδεαλιστών, που λένε ότι
δε μπορούμε να γνωρίσουμε τον κόσμο και
«τα πράγματα καθ’ εαυτά», και υπερασπίζοντας
τη γνωστή θέση του υλισμού ότι οι γνώσεις
μας είναι έγκυρες, λέει:
«Η
πιο
συντριφτική
αντίκρουση
αυτής της φιλοσοφικής λόξας όπως άλλωστε
και κάθε
άλλης, είναι
η πράξη, δηλαδή,
το πείραμα και η βιομηχανία. Αν
μπορούμε να αποδείξουμε την ορθότητα
της αντίληψής
μας για
ένα
φυσικό φαινόμενο, φτιάχνοντάς
το μόνοι
μας, παράγοντάς
το από
τις
γύρω
συνθήκες
του και ακόμα
περισσότερο,
κάνοντάς
το να εξυπηρετεί τους σκοπούς
μας, τότε
ξοφλάει
το ακατανόητο
“πράγμα καθ’ εαυτό”
του Καντ.
Οι
χημικές
ουσίες που παράγονται
στα
ζωικά
και φυτικά
σώματα παρέμεναν τέτια
“πράγματα
καθ’
εαυτά”
ως τη στιγμή
που η οργανική
χημεία
άρχισε να
τα παρασκευάζει
το ένα ύστερ’
από το άλλο. Έτσι, το “πράγμα καθ’ εαυτό”
έγινε
πράγμα
για μας, όπως
λόγου
χάρη
η χρωστική
ουσία του ριζαριού,
η αλιζαρίνη,
που δεν
τη βγάζουμε πια από τις
ρίζες του ριζαριού
που το καλλιεργούμε
στα
χωράφια,
μα πολύ φτηνότερα και απλούστερα,
από την πίσσα
του πετροκάρβουνου. Το
ηλιακό
σύστημα του
Κοπέρνικου
για τρακόσια
χρόνια έμενε μια υπόθεση που πάνω της
μπορούσες
να στοιχηματίσεις με εκατό,
χίλια και δέκα
χιλιάδες στο
ένα, μα ωστόσο
μια υπόθεση.
Όταν όμως
ο
Λεβεριέ, βασισμένος, στα
δεδομένα αυτού του
συστήματος,
υπολόγισε
όχι μονάχα
ότι πρέπει να υπάρχει ένας
άγνωστος πλανήτης, μα και τη θέση
που πρέπει να κατέχει στον
ουρανό και όταν
έπειτα ο
Γκαλ
ανακάλυψε
πραγματικά
αυτό
τον πλανήτη,
τότε το σύστημα του
Κοπέρνικου είχε αποδειχτεί».
(Φ. Ένγκελς,
«Ο
Λουδοβίκος Φόϋερμπαχ»
τόμ. II, σελ 18).
Ο
Λένιν,
κατηγορώντας το Μπογντάνοφ, το Μπαζάροφ,
το Γιουσκέβιτς
και τους άλλους οπαδούς του Μαχ,
για φιντεϊσμό (αντιδραστική
θεωρία που δίνει προτίμηση στην πίστη
απέναντι
στην
επιστήμη) και υπερασπίζοντας τη γνωστή
θέση του
υλισμού, ότι οι
επιστημονικές
μας γνώσεις για τη νομοτέλεια στη φύση
είναι έγκυρες, ότι οι επιστημονικοί
νόμοι αποτελούν
αντικειμενική
αλήθεια, λέει:
«Ο
σύγχρονος φιντεϊσμός δεν απορίπτει
διόλου την επιστήμη, απορίπτει μονάχα
τις “υπερβολικές αξιώσεις” της
επιστήμης, και συγκεκριμένα την αξίωση
για αντικειμενική αλήθεια. Αν υπάρχει
αντικειμενική αλήθεια, (όπως νομίζουν
οι υλιστές), αν οι φυσικές επιστήμες,
αντανακλώντας τον εξωτερικό κόσμο στην
ανθρώπινη “εμπειρία”, είναι οι μόνες
ικανές να μας δόσουν την αντικειμενική
αλήθεια, τότε κάθε φιντεϊσμός αντικρούεται
δίχως όρους». (Λένιν,
Απαντα, τόμ. XIII, Σελ. 102)
Αυτά
είναι σε συντομία τα χαραχτηριστικά
γνωρίσματα του μαρξιστικού φιλοσοφικού
υλισμού.
Είναι
εύκολο να καταλάβουμε πόσο τεράστια
σημασία έχει η επέκταση των θέσεων του
φιλοσοφικού υλισμού στη μελέτη της
κοινωνικής ζωής, στη μελέτη της ιστορίας
της κοινωνίας, πόσο τεράστια σημασία
έχει η εφαρμογή των θέσεων αυτών στην
ιστορία της κοινωνίας, στην πραχτική
δράση του κόμματος του προλεταριάτου.
Αν
η σύνδεση των φαινομένων της φύσης και
ο αλληλοκαθορισμός τους αποτελούν
νομοτέλεια για την εξέλιξη της φύσης,
τότε απ' αυτό απορρέει ότι η σύνδεση κι
ο αλληλοκαθορισμός των φαινομένων της
κοινωνικής ζωής δεν αποτελούν επίσης
τυχαία περιστατικά, αλλά νομοτέλεια
της ανάπτυξης της κοινωνίας.
Ώστε,
η κοινωνική ζωή, η ιστορία της κοινωνίας,
παύει να είναι συσσώρευση «συμπτώσεων»,
γιατί η ιστορία της κοινωνίας γίνεται
νομοτελειακή εξέλιξη της κοινωνίας και
η μελέτη της ιστορίας της κοινωνίας
μετατρέπεται σε επιστήμη.
Ώστε,
η πραχτική δράση του κόμματος του
προλεταριάτου δεν πρέπει να στηρίζεται
στις αγαθές προθέσεις των «διακεκριμένων»
προσώπων, στις απαιτήσεις του «λογικού»,
στη «γενική ηθική» κλπ, μα στη νομοτέλεια
της εξέλιξης της κοινωνίας, στη μελέτη
αυτής της νομοτέλειας.
Παρακάτω.
Αν μπορούμε να γνωρίσουμε τον κόσμο και
οι γνώσεις μας για τους νόμους της
εξέλιξης της φύσης είναι γνώσεις έγκυρες
που έχουν τη σημασία αντικειμενικής
αλήθειας, τότε απ' αυτό απορέει ότι
μπορούμε επίσης να γνωρίσουμε και την
κοινωνική ζωή και την εξέλιξη της
κοινωνίας, και ότι τα δεδομένα της
επιστήμης για τους νομούς της εξέλιξης
της κοινωνίας είναι δεδομένα έγκυρα,
που έχουν σημασία αντικειμενικής
αλήθειας.
Ώστε,
η επιστήμη της ιστορίας της κοινωνίας,
μ’ όλο που τα φαινόμενα της κοινωνικής
ζωής είναι πολύπλοκα, μπορεί να γίνει
μια επιστήμη τόσο ακριβής όσο
πχ η βιολογία, ικανή να χρησιμοποιεί
τους νόμους της εξέλιξης της κοινωνίας
για πραχτικές εφαρμογές.
'Ώστε,
το κόμμα του προλεταριάτου στην πραχτική
του δράση δεν πρέπει να καθοδηγείται
από οποιαδήποτε τυχαία κίνητρα, αλλ’
από τους νόμους της εξέλιξης της
κοινωνίας, από τα πραχτικά συμπεράσματα
που βγαίνουν απ' αυτούς τους νόμους.
Ώστε,
ο
σοσιαλισμός
από
όνειρο
για ένα καλύτερο μέλλον της ανθρωπότητας,
μετατρέπεται
σε
επιστήμη.
Ώστε,
η σύνδεση της επιστήμης και της πραχτικής
δράσης, η σύνδεση της θεωρίας και της
πράξης, η ενότητά τους, πρέπει να γίνει
το καθοδηγητικό αστέρι του κόμματος
του προλεταριάτου.
Παρακάτω.
Αν
η φύση, το είναι, ο
υλικός
κόσμος είναι το πρωτεύον, και η συνείδηση,
η νόηση το δευτερεύον, το παράγωγο, αν
ο
υλικός
κόσμος αποτελεί την αντικειμενική
πραγματικότητα που υπάρχει ανεξάρτητα
από τη συνείδηση των ανθρώπων, ενώ η
συνείδηση
είναι απεικόνιση
της αντικειμενικής
αυτής
πραγματικότητας, τότε απ' αυτό
απορέει
ότι η υλική
ζωή της κοινωνίας, το είναι της, είναι
επίσης το πρωτεύον, ενώ
η
πνευματική της ζωή είναι το δευτερεύον,
το παράγωγο, ότι
η
υλική
ζωή της κοινωνίας
είναι η αντικειμενική
πραγματικότητα, που υπάρχει ανεξάρτητα
από τη θέληση των ανθρώπων,
ενώ
η πνευματική ζωή της κοινωνίας είναι
αντανάκλαση
της
αντικειμενικής
αυτής
πραγματικότητας,
αντανάκλαση
του είναι.
Ώστε,
την πηγή της διαμόρφωσης της πνευματικής
ζωής της κοινωνίας, την πηγή προέλευσης
των κοινωνικών ιδεών, των
κοινωνικών θεωριών, των πολιτικών
απόψεων,
των πολιτικών θεσμών, δεν πρέπει
να την αναζητήσουμε
σ’ αυτές
τις ίδιες
τις
ιδέες, τις θεωρίες, τις αντιλήψεις,
τους πολιτικούς θεσμούς, μα στις συνθήκες
της υλικής
ζωής της κοινωνίας, στο κοινωνικό είναι,
που αντανάκλασή
του αποτελούν αυτές οι ιδέες, οι
θεωρίες,οι
αντιλήψεις
κλπ.
Ώστε,
αν στις διάφορες περιόδους της ιστορίας
της κοινωνίας παρατηρούμε διάφορες
κοινωνικές ιδέες, θεωρίες, απόψεις,
πολιτικούς θεσμούς, αν στο δουλοχτητικό
καθεστώς συναντούμε τέτιες κοινωνικές
ιδέες, θεωρίες, απόψεις, τέτιους πολιτικούς
θεσμούς, ενώ στο φεουδαρχισμό άλλους
και στον καπιταλισμό διαφορετικούς,
τότε αυτό δεν εξηγείται από τη «φύση»
και τις«ιδιότητες» που έχουν οι ίδιες
οι ιδέες, οι θεωρίες, οι αντιλήψεις, οι
πολιτικοί θεσμοί, αλλ’ από τις διαφορετικές
συνθήκες της υλικής ζωής της κοινωνίας
στις διάφορες περιόδους της κοινωνικής
εξέλιξης.
Ό,τι
λογής είναι το είναι της κοινωνίας, ό,τι
λογής-λογής είναι οι συνθήκες της υλικής
ζωής της κοινωνίας, τέτιες είναι και οι
ιδέες της, οι θεωρίες της, oι πολιτικές
της απόψεις, οι πολιτικοί της θεσμοί.
«Δεν
είναι η συνείδηση
των ανθρώπων
που
καθορίζει
το είναι τους.
Μα
αντίθετα, το κοινωνικό είναι τους
καθορίζει
τη
συνείδησή
τους». (Μαρξ,
Διαλεχτά
έργα,
τομ. I, οελ. 260).
Ώστε,
για να μη λαθέψει στην πολίτικη, για να
μην καταντήσει ένας κούφιος ονειροπόλος,
το κόμμα του προλεταριάτου δεν πρέπει
να ξεκινά στη δράση του από τις αφηρημένες
«αρχές της ανθρώπινης
λογικής», αλλ’
από τις συγκεκριμένες συνθήκες της
υλικής ζωής της κοινωνίας, σαν αποφασιστικής
δύναμης στην κοινωνική εξέλιξη,
όχι από τις αγαθές
προθέσεις των
«μεγάλων ανδρών»,
μα από τις πραγματικές ανάγκες
της
εξέλιξης
της υλικής ζωής της κοινωνίας.
Ο
ξεπεσμός των ουτοπιστών,
μαζί και των ναρόντνικων, των αναρχικών,
των εσέρων,
εξηγείται
ανάμεσα
στ’ άλλα με το
γεγονός ότι δεν αναγνώριζαν
τον πρωτεύοντα ρόλο που παίζουν οι
συνθήκες της υλικής
ζωής της κοινωνίας στην εξέλιξη της
κοινωνίας και πέφτοντας στον ιδεαλισμό
στήριζαν την πραχτική τους δράση όχι
πάνω στις ανάγκες
της εξέλιξης της υλικής ζωής της
κοινωνίας, αλλά ανεξάρτητα
και ενάντια σ’ αυτές
τις
ανάγκες,
πάνω σε
«ιδανικά σχέδια» και πάνω
σε
«καθολικά σχέδια» αποσπασμένα
από την πραγματική ζωή της κοινωνίας.
Η
δύναμη και η ζωτικότητα του
μαρξισμού-λενινισμού βρίσκεται στο ότι
στην πραχτική του δράση στηρίζεται
ακριβώς πάνω στις ανάγκες της εξέλιξης
της υλικής ζωής της κοινωνίας, χωρίς ν’
αποσπάται ποτέ από την πραγματική ζωή
της κοινωνίας.
Ωστόσο
από τα λόγια του Μαρξ δε βγαίνει ότι οι
κοινωνικές ιδέες και θεωρίες, οι πολιτικές
αντιλήψεις και οι πολιτικοί θεσμοί δεν
έχουν σημασία μέσα στη ζωή της κοινωνίας,
ότι δεν εξασκούν αντίστροφη επίδραση
πάνω στο κοινωνικό είναι, πάνω στην
εξέλιξη των υλικών όρων της ζωής της
κοινωνίας. Εδώ ως τώρα μιλούσαμε για
την καταγωγή των κοινωνικών ιδεών,
θεωριών, αντιλήψεων και πολιτικών
θεσμών, για τη γέννησή τους, για το
ότι η πνευματική ζωή της κοινωνίας είναι
αντανάκλαση των όρων της υλικής ζωής
της. Όσο για τη σημασία των κοινωνικών
ιδεών, θεωριών, αντιλήψεων και πολιτικών
θεσμών, όσο για το ρόλο τους
στην ιστορία, ο ιστορικοί υλισμός όχι
μόνο δεν αρνείται, μα αντίθετα, υπογραμμίζει
το σοβαρό ρόλο και τη σημασία τους στη
ζωή της κοινωνίας, στην ιστορία της
κοινωνίας.
Υπάρχουν
διάφορες κοινωνικές ιδέες και θεωρίες.
Υπάρχουν παλιές ιδέες και θεωρίες, που
έζησαν τον καιρό τους και εξυπηρετούν
τα συμφέροντα των δυνάμεων της κοινωνίας
που ζουν τις τελευταίες μέρες τους. Η
σημασία τους βρίσκεται στο ότι βάζουν
φρένο στην εξέλιξη της κοινωνίας, στην
κίνησή της προς τα μπρος. Υπάρχουν νέες
πρωτοπόρες ιδέες και θεωρίες, που
εξυπηρετούν τα συμφέροντα των πρωτοπόρων
δυνάμεων της κοινωνίας. Η σημασία τους
βρίσκεται στο ότι διευκολύνουν την
εξέλιξη της κοινωνίας, την κίνησή της
προς τα μπρος και αποχτούν τόσο μεγαλύτερη
σημασία, όσο ακριβέστερα αντανακλούν
τις ανάγκες της εξέλιξης της υλικής
ζωής της κοινωνίας.
Οι
νέες κοινωνικές ιδέες και θεωρίες
εμφανίζονται μονάχα όταν η εξέλιξη της
υλικής ζωής της κοινωνίας έχει βάλει
καινούργια καθήκοντα μπροστά στην
κοινωνία. Όταν όμως μια φορά εμφανιστούν,
γίνονται σοβαρότατη δύναμη, που
διευκολύνει την εκπλήρωση των νέων
καθηκόντων που έβαλε η εξέλιξη της
υλικής ζωής της κοινωνίας, δύναμη που
διευκολύνει την κίνηση της κοινωνίας
προς τα μπρος. Εδώ ακριβώς εκδηλώνεται
η τεράστια σημασία που έχουν οι νέες
ιδέες, οι νέες θεωρίες, οι νέες πολιτικές
αντιλήψεις, οι νέοι θεσμοί, στο να
οργανώνουν, να κινητοποιούν και να
μετασχηματίζουν. Οι νέες κοινωνικές
ιδέες και θεωρίες εμφανίζονται ίσα-ίσα
γιατί είναι απαραίτητες στην κοινωνία,
γιατί χωρίς την επίδρασή τους, που
οργανώνει, κινητοποιεί και μεταμορφώνει,
είναι αδύνατο να λυθούν τα
ωριμασμένα προβλήματα στην εξέλιξη της
υλικής ζωής της κοινωνίας. Οι νέες
κοινωνικές ιδέες και θεωρίες, που
γεννήθηκαν πάνω στη βάση των νέων
προβλημάτων που έβαλε η εξέλιξη της
υλικής ζωής της κοινωνίας, ανοίγουν το
δρόμο τους, γίνονται χτήμα των λαϊκών
μαζών, τις κινητοποιούν, τις οργανώνουν
ενάντια στις φθίνουσες δυνάμεις της
κοινωνίας και διευκολύνουν έτσι την
ανατροπή των δυνάμεων αυτών της κοινωνίας,
που παρεμποδίζουν την εξέλιξη της υλικής
ζωής της κοινωνίας.
Έτσι
οι κοινωνικές ιδέες, οι θεωρίες, οι
πολιτικοί θεσμοί που γεννήθηκαν με βάση
τα ωριμασμένα καθήκοντα της εξέλιξης
της υλικής ζωής της κοινωνίας, της
εξέλιξης του κοινωνικού είναι, επενεργούν
έπειτα οι ίδιες πάνω στο κοινωνικό
είναι, πάνω στην υλική ζωή της κοινωνίας,
δημιουργώντας τους όρους που είναι
απαραίτητοι για να φέρουν σε πέρας τη
λύση των ώριμων προβλημάτων της υλικής
ζωής της κοινωνίας και να κάνουν δυνατή
την παραπέρα εξέλιξή της.
«Η
θεωρία γίνεται υλική
δύναμη
μόλις
καταχτήσει τις μάζες».
(Κ. Μαρξ
και Φ. 'Ένγκελς,
Άπαντα, τόμ. I, σελ.
406).
Ώστε,
το κόμμα του προλεταριάτου, για να μπορεί
να επηρεάζει τους ορούς της υλικής ζωής
της κοινωνίας και να επιταχύνει την
εξέλιξή τους, να επιταχύνει την καλυτέρευσή
τους, πρέπει να στηρίζεται σε μια τέτια
κοινωνική θεωρία, σε μια τέτια κοινωνική
ιδέα, που ν' αντανακλά σωστά τις ανάγκες
της εξέλιξης της υλικής ζωής της κοινωνίας
και που να είναι γι’ αυτό το λόγο ικανή
να κινεί τις πλατιές λαϊκές μάζες, ικανή
να τις κινητοποιεί και να οργανώνει απ’
αυτές τη μεγάλη στρατιά του προλεταριακού
κόμματος, που θα είναι έτοιμη να συντρίψει
τις αντιδραστικές δυνάμεις και ν’
ανοίξει το δρόμο στις πρωτοπόρες δυνάμεις
της κοινωνίας.
Ο
ξεπεσμός των «οικονομιστών» και των
μενσεβίκων εξηγείται ανάμεσα στ’ άλλα
και από το γεγονός, ότι δεν αναγνώριζαν
το ρόλο της πρωτοπόρας θεωρίας, της
πρωτοπόρας ιδέας, που κινητοποιεί,
οργανώνει και μεταμορφώνει, και
ξεπέφτοντας στο χυδαίο υλισμό, περιόριζαν
το ρόλο αυτό σχεδόν στο μηδέν, συνεπώς
καταδίκαζαν το κόμμα σε παθητικότητα,
το καταδίκαζαν να φυτοζωεί.
Η
δύναμη
και η ζωτικότητα του μαρξισμού-λενινισμού
είναι ότι στηρίζεται στην
πρωτοπόρα θεωρία, που αντανακλά
σωστά τις ανάγκες
της εξέλιξης της υλικής ζωής της
κοινωνίας, ανεβάζει τη θεωρία στο ύψος
που πρέπει και θεωρεί υποχρέωσή του να
χρησιμοποιεί στο ακέραιο
τη δύναμή της να κινητοποιεί,
να
οργανώνει
και να μετασχηματίζει.
Έτσι
λύνει ο ιστορικός υλισμός το πρόβλημα
των σχέσεων ανάμεσα στο κοινωνικό είναι
και στην κοινωνική συνείδηση, ανάμεσα
στους ορούς της εξέλιξης της υλικής
ζωής και της εξέλιξης της πνευματικής
ζωής της κοινωνίας.
3.
Ο ιστορικός υλισμός.
Μένει
να ξεκαθαριστεί το ζήτημα: τι πρέπει να
εννοούμε από την άποψη του ιστορικού
υλισμού, όταν λέμε «όροι της υλικής ζωής
της κοινωνίας», που καθορίζουν σε
τελευταία ανάλυση τη φυσιογνωμία της
κοινωνίας, τις ιδέες της, τις αντιλήψεις
της, τους πολιτικούς θεσμούς της, κλπ.
Αλήθεια,
τι πράγμα είναι αυτοί «οι όροι
της ολικής ζωής της κοινωνίας», ποια
είναι τα χαραχτηριστικά γνωρίσματά
τους;
Είναι
αναμφισβήτητο,
ότι η έννοια
«όροι
της ολικής ζωής της
κοινωνίας» περιλαμβάνει, πρώτα απ' όλα,
τη φύση που περιβάλλει την κοινωνία, το
γεωγραφικό περιβάλλον, που είναι
ένας
από τους απαραίτητους
και μόνιμους όρους
της υλικής
ζωής της κοινωνίας και φυσικά επιδρά
πάνω στην εξέλιξη
της
κοινωνίας. Ποιος είναι ο
ρόλος του γεωγραφικού περιβάλλοντος
στην εξέλιξη της κοινωνίας; Μήπως το
γεωγραφικό περιβάλλον είναι η κύρια
δύναμη που καθορίζει τη φυσιογνωμία
της κοινωνίας, το χαραχτήρα του κοινωνικού
καθεστώτος των ανθρώπων,
το πέρασμα από το ένα καθεστώς στο
άλλο;
Στην
ερώτηση αυτή ο ιστορικός υλισμός απαντά
αρνητικά.
Το
γεωγραφικό περιβάλλον είναι αναμφισβήτητα
ένας από τους μόνιμους και απαραίτητους
όρους για την εξέλιξη της
κοινωνίας και φυσικά επιδρά
πάνω στην
εξέλιξη της κοινωνίας, επιταχύνει
ή καθυστερεί την πορεία της εξέλιξης
της κοινωνίας. Η
επίδρασή
του όμως
δεν είναι καθοριστική
επίδραση, γιατί οι αλλαγές και η εξέλιξη
της κοινωνίας γίνονται ασύγκριτα
πιο γρήγορα από τις αλλαγές και την
εξέλιξη του γεωγραφικού περιβάλλοντος.
Μέσα σε
τρεις
χιλιάδες
χρόνια, τρία διαφορετικά κοινωνικά
καθεστώτα διαδέχθηκαν κιόλας το ένα το
άλλο στην
Ευρώπη.
Το
πρωτόγονο κοινοτικό καθεστώς, το
δουλοχτητικό καθεστώς, το φεουδαρχικό
καθεστώς, και στο Ανατολικό τμήμα της
Ευρώπης, στην
ΕΣΣΔ, άλλαξαν μάλιστα τέσσερα κοινωνικά
καθεστώτα. Στο
μεταξύ, στην
ίδια αυτή περίοδο, οι
γεωγραφικές συνθήκες στην
Ευρώπη, είτε δεν άλλαξαν καθόλου, είτε
άλλαξαν σε
τόσο ασήμαντο
βαθμό, που η γεωγραφία αποφεύγει
και να μιλήσει γι’ αυτές. Κι
αυτό
είναι ευκολονόητο. Απαιτούνται εκατομμύρια
χρόνια για να παρουσιαστούν κάπως
σοβαρές αλλαγές
στο γεωγραφικό περιβάλλον, ενώ μερικές
εκατοντάδες
ή κάνα-δυο
χιλιάδες χρόνια είναι αρκετά
για τις
πιο
σοβαρές αλλαγές
στο κοινωνικό καθεστώς των ανθρώπων.
Από
αυτά όμως βγαίνει, ότι το γεωγραφικό
περιβάλλον δε μπορεί
να είναι η βασική αίτια, η καθοριστική
αιτία της
κοινωνικής εξέλιξης, γιατί κάτι που
μένει σχεδόν αμετάβλητο για
δεκάδες χιλιάδες χρόνια, δε μπορεί να
είναι η βασική αίτια
της
εξέλιξης εκείνου,
που παθαίνει ριζικές αλλαγές
μέσα σε
μερικές εκατοντάδες
χρόνια.
Δε
χωρά αμφιβολία ακόμα, ότι η αύξηση του
πληθυσμού, αυτή ή εκείνη η πυκνότητα
του πληθυσμού, περιλαμβάνονται επίσης
στην έννοια «όροι της υλικής ζωής της
κοινωνίας», γιατί οι άνθρωποι αποτελούν
το απαραίτητο στοιχείο των όρων της
υλικής ζωής της κοινωνίας και χωρίς να
υπάρχει ένα ορισμένο ελάχιστο όριο
ανθρώπων δε μπορεί να υπάρξει καμιά
υλική ζωή της κοινωνίας. Μήπως η αύξηση
του πληθυσμού είναι εκείνη η κύρια
δύναμη που καθορίζει το χαραχτήρα του
κοινωνικού καθεστώτος των ανθρώπων;
Και
στην ερώτηση αυτή ο ιστορικός υλισμός
απαντά αρνητικά.
Βέβαια,
η αύξηση του πληθυσμού έχει επίδραση
πάνω στην εξέλιξη της κοινωνίας,
διευκολύνει ή επιβραδύνει την εξέλιξη
της κοινωνίας, δε μπορεί όμως να είναι
η κύρια δύναμη στην εξέλιξη της κοινωνίας
και η επίδρασή της στην εξέλιξη της
κοινωνίας δε μπορεί να είναι καθοριστική,
επειδή η αύξηση του πληθυσμού δε μας
δίνει μόνη της το κλειδί που εξηγεί
γιατί ένα δοσμένο κοινωνικό καθεστώς
το διαδέχεται τούτο ακριβώς το νέο
κοινωνικό καθεστώς και όχι ένα οποιοδήποτε
άλλο. Γιατί το πρωτόγονο κοινοτικό
καθεστώς το διαδέχεται ακριβώς το
καθεστώς της δουλείας, γιατί το καθεστώς
της δουλείας το διαδέχεται το φεουδαρχικό
και το φεουδαρχικό το αστικό καθεστώς
και όχι οποιοδήποτε άλλο καθεστώς;
Αν
η αύξηση του πληθυσμού είναι η δύναμη
που καθορίζει την κοινωνική εξέλιξη,
τότε μια μεγαλύτερη πυκνότητα του
πληθυσμού θάπρεπε υποχρεωτικά να φέρνει
στη ζωή τον αντίστοιχο ανώτερο τύπο
κοινωνικού καθεστώτος. Αυτό ωστόσο δεν
παρατηρείται στην πραγματικότητα. Η
πυκνότητα του πληθυσμού στην Κίνα είναι
τέσσερις φορές μεγαλύτερη παρά στις
Ενωμένες Πολιτείες και όμως οι Ενωμένες
Πολιτείες στέκονται ψηλότερα από άποψη
κοινωνικής εξέλιξης από την Κίνα, γιατί
στην Κίνα κυριαρχεί ακόμα ένα
μισοφεουδαρχικό καθεστώς, ενώ οι Ενωμένες
Πολιτείες έχουν από καιρό φτάσει στο
ανώτατο στάδιο της καπιταλιστικής
ανάπτυξης. Η πυκνότητα του πληθυσμού
στο Βέλγιο είναι 19 φορές μεγαλύτερη
παρά στις Ενωμένες Πολιτείες και 26 φορές
μεγαλύτερη παρά στην ΕΣΣΔ, και όμως οι
Ενωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε ανώτερο
επίπεδο από την άποψη της κοινωνικής
εξέλιξης από το Βέλγιο, και το Βέλγιο
καθυστερεί από την ΕΣΣΔ μια ολόκληρη
ιστορική εποχή, γιατί στο Βέλγιο κυριαρχεί
το κεφαλαιοκρατικό καθεστώς, ενώ η ΕΣΣΔ
έχει κιόλας ξεμπλέξει με τον καπιταλισμό
και εγκαθίδρυσε στη χώρα της το
σοσιαλιστικό καθεστώς.
Από
αυτό όμως βγαίνει, ότι η αύξηση του
πληθυσμού δεν είναι και δε μπορεί να
είναι η κύρια δύναμη στην εξέλιξη της
κοινωνίας, η δύναμη που καθορίζει
το χαραχτήρα του κοινωνικού καθεστώτος,
τη φυσιογνωμία της κοινωνίας.
α)
Ποια είναι τότε η κύρια δύναμη μέσα στο
σύστημα των όρων της υλικής ζωής της
κοινωνίας, που καθορίζει τη φυσιογνωμία
της κοινωνίας, το χαραχτήρα του κοινωνικού
καθεστώτος, την εξέλιξη της κοινωνίας
από το ένα καθεστώς στο άλλο;
Ο
ιστορικός υλισμός θεωρεί, ότι η δύναμη
αυτή είναι ο τρόπος απόχτησης
των μέσων της ζωής, που είναι αναγκαία
για την ύπαρξη των ανθρώπων, ο τρόπος
παραγωγής των υλικών αγαθών: τροφής,
ρούχων, παπουτσιών, κατοικίας, καυσίμων,
εργαλείων παραγωγής κλπ, που είναι
αναγκαία για να μπορεί η κοινωνία να
ζει και να εξελίσσεται.
Για
να ζήσει κανείς, πρέπει να έχει τροφή,
ρούχα, παπούτσια, κατοικία, καύσιμα κλπ.
Για να έχει αυτά τα υλικά αγαθά πρέπει
να τα παράγει. Και για να τα παράγει,
πρέπει να έχει τα εργαλεία της παραγωγής,
που με τη βοήθειά τους οι άνθρωποι
παράγουν την τροφή, τα ρούχα, τα παπούτσια,
την κατοικία, τα καύσιμα κλπ, πρέπει να
ξέρει να παράγει αυτά τα εργαλεία, πρέπει
να ξέρει να χρησιμοποιεί τα εργαλεία
αυτά.
Τα
εργαλεία παραγωγής , που με τη βοήθειά
τους παράγονται τα υλικά αγαθά, οι
άνθρωποι που βάζουν σε κίνηση αυτά
τα εργαλεία παραγωγής και παράγουν τα
υλικά αγαθά, χάρη σε μια ορισμένη
παραγωγική πείρα και επιτηδειότητα
εργασίας, όλα μαζί αυτά τα στοιχεία
αποτελούν τις παραγωγικές δυνάμεις
της κοινωνίας.
Οι
παραγωγικές όμως δυνάμεις αποτελούν
μονάχα τη μια πλευρά της παραγωγής, τη
μια
πλευρά του τρόπου της παραγωγής, εκείνη
που εκφράζει τη σχέση των ανθρώπων
με τα
αντικείμενα
και τις δυνάμεις
της φύσης, που χρησιμοποιούνται για
την
παραγωγή των υλικών αγαθών.
Την
άλλη πλευρά της
παραγωγής, την άλλη πλευρά του τρόπου
της παραγωγής την
αποτελούν
οι
σχέσεις των ανθρώπων
μεταξύ τους μέσα στην
πορεία
της παραγωγής, οι παραγωγικές
σχέσεις
των
ανθρώπων.
Οι
άνθρωποι παλαίβουν με τη φύση και
χρησιμοποιούν τη φύση για την παραγωγή
υλικών αγαθών,
όχι απομονωμένοι
ο
ένας
από τον άλλο, όχι σαν άτομα ξεκομμένα
το ένα από
το
άλλο,
αλλ’
από κοινού, κατά ομάδες, κατά κοινωνίες.
Γι’
αυτό,
η παραγωγή είναι πάντα και κάτω από
οποιεσδήποτε
συνθήκες κοινωνική
παραγωγή.
Πραγματοποιώντας την
παραγωγή των υλικών
αγαθών,
οι άνθρωποι αποκαθιστούν
μεταξύ τους αυτές ή
εκείνες
τις αμοιβαίες
σχέσεις μέσα στην
παραγωγή, αυτές ή
εκείνες τις παραγωγικές σχέσεις. Οι
σχέσεις αυτές
μπορεί νάναι σχέσεις συνεργασίας και
αλληλοβοήθειας
ανάμεσα
σε
ανθρώπους
ελεύθερους
από κάθε εκμετάλλευση, μπορεί νάναι
σχέσεις κυριαρχίας και υποταγής, μπορεί
τέλος νάναι σχέσεις μεταβατικές από
μια μορφή
παραγωγικών
σχέσεων σε
μιαν
άλλη.
Όποιος
όμως κι αν είναι ο
χαραχτήρας που έχουν οι
παραγωγικές σχέσεις, αυτές αποτελούν
πάντα, και μέσα σε
όλα
τα καθεστώτα, τόσο απαραίτητο
στοιχείο της παραγωγής, όσο και οι
παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας.
«Μέσα
στην παραγωγή, λέει
ο Μαρξ, οι άνθρωποι δεν
επιδρούν
μόνο
πάνω στη
φύση, μα κι ο ένας πάνω στον
άλλο. Παράγουν μονάχα ενόσο
συνεργάζονται
με ένα
καθορισμένο τρόπο κι
ανταλλάσσουν
αμοιβαία τις
δραστηριότητές
τους. Για
να παράγουν οι άνθρωποι έρχονται
σε
καθορισμένες σχέσεις
και συνάφειες μεταξύ
τους και
μονάχα
μέσα σ’
αυτές τις
κοινωνικές σχέσεις και συνάφειες
συντελείται
η επενέργειά
τους στη
φύση, συντελείται
η παραγωγή».
(Κ. Μαρξ
και Φ . Ένγκελς,
Άπαντα, τόμ. V, σελ.
429).
Συνεπώς,
η παραγωγή, ο τρόπος της παραγωγής,
περιλαβαίνει τόσο τις παραγωγικές
δυνάμεις της κοινωνίας, όσο και τις
παραγωγικές σχέσεις των ανθρώπων και
είναι έτσι η ενσάρκωση της ενότητάς
τους μέσα στην πορεία της παραγωγής των
υλικών αγαθών.
β)
Η
πρώτη ιδιότητα
της παραγωγής είναι ότι δε σταματά ποτέ
για μια μακρόχρονη περίοδο σε
ένα σημείο και
βρίσκεται πάντα σε
κατάσταση αλλαγής
και εξέλιξης. Και
οι
αλλαγές αυτές στον τρόπο της παραγωγής
προκαλούν
αναπόφευκτα
την αλλαγή ολόκληρου του κοινωνικού
καθεστώτος, των
κοινωνικών ιδεών, των πολιτικών
αντιλήψεων,
των πολιτικών θεσμών,
προκαλούν
τον ανασχηματισμό
ολόκληρου του κοινωνικού και πολιτικού
συστήματος. Στις
διάφορες βαθμίδες της
εξέλιξης,
οι άνθρωποι χρησιμοποιούν διάφορους
τρόπους παραγωγής ή
για
να μιλήσουμε πιο χοντρά, κάνουν διαφορετικό
τρόπο ζωής. Στο
πρωτόγονο κοινοτικό καθεστώς υπάρχει
ορισμένος τρόπος
παραγωγής,
στη δουλεία υπάρχει άλλος τρόπος
παραγωγές, στη φεουδαρχία υπάρχει τρίτος
τρόπος παραγωγής
κλπ. Αντίστοιχα διαφέρουν το κοινωνικό
καθεστώς των ανθρώπων, η πνευματική ζωή
τους, οι
αντιλήψεις
τους, οι
πολιτικοί
θεσμοί τους.
Ότι
λογής είναι ο τρόπος παραγωγής της
κοινωνίας, τέτια βασικά είναι και η ίδια
η κοινωνία, τέτιες είναι οι ιδέες και
οι θεωρίες της, οι πολιτικές αντιλήψεις
και οι θεσμοί της.
Ή
για να μιλήσουμε πιο χοντρά: Ότι λογής
είναι ο τρόπος ζωής των ανθρώπων, τέτιος
είναι και ο τρόπος της σκέψης τους.
Αυτό
θα πει, ότι η ιστορία της εξέλιξης της
κοινωνίας είναι πρώτ’ απ' όλα ιστορία
της εξέλιξης της παραγωγής, ιστορία των
τρόπων παραγωγής, που διαδέχονται ο
ένας τον άλλο μέσα στους αιώνες, ιστορία
της εξέλιξης των παραγωγικών δυνάμεων
και των παραγωγικών σχέσεων των ανθρώπων.
Ώστε,
η ιστορία της κοινωνικής εξέλιξης είναι
μαζί και ιστορία των ίδιων των παραγωγών
των υλικών
αγαθών, ιστορία των εργαζόμενων
μαζών, που είναι οι βασικές δυνάμεις
της
πορείας της παραγωγής και πραγματοποιούν
την παραγωγή των
υλικών αγαθών, που είναι απαραίτητα
για την ύπαρξη της
κοινωνίας.
Ώστε,
η ιστορική επιστήμη αν θέλει να είναι
πραγματική επιστήμη, δε μπορεί πια να
περιορίζει την ιστορία της κοινωνικής
εξέλιξης στις πράξεις των βασιλιάδων
και των στρατηλατών, στις πράξεις των
«καταχτητών», «υποδουλωτών» κρατών,αλλά
πρέπει πρώτ’ απ' όλα, ν’ ασχολείται με
την ιστορία των παραγωγών των υλικών
αγαθών, με την ιστορία των εργαζόμενων
μαζών, με την ιστορία των λαών.
Ώστε.
το κλειδί για τη μελέτη των νόμων της
ιστορίας της κοινωνίας δεν πρέπει να
το ζητούμε στα κεφάλια των ανθρώπων,
στις αντιλήψεις και στις ιδέες της
κοινωνίας, αλλά στον τρόπο της παραγωγής,
που χρησιμοποιεί η κοινωνία σε κάθε
δοσμένη ιστορική περίοδο, στην οικονομία
της κοινωνίας.
Ώστε,
πρωταρχικό καθήκον της ιστορικής
επιστήμης είναι η μελέτη και η ανακάλυψη
των νόμων της παραγωγής, των νόμων της
εξέλιξης των παραγωγικών δυνάμεων και
των παραγωγικών σχέσεων, των νόμων της
οικονομικής εξέλιξης της κοινωνίας.
Ώστε,
το κόμμα του προλεταριάτου, αν θέλει να
είναι πραγματικό κόμμα, πρέπει πρώτ’
απ' όλα να καταχτήσει τη γνώση των νόμων
της εξέλιξης της παραγωγής, τη γνώση
των νόμων της οικονομικές εξέλιξης της
κοινωνίας.
Ώστε,
για να μη λαθεύει στην πολιτική το κόμμα
του προλεταριάτου, πρέπει, τόσο στην
κατάστρωση του προγράμματός του, όσο
και στην πραχτική του δράση, να ξεκινά
πρώτ’ απ' όλα από τους νόμους της εξέλιξης
της παραγωγής, από τους νόμους της
οικονομικής εξέλιξης της κοινωνίας.
γ)
Η δεύτερη ιδιότητα της παραγωγής
είναι ότι οι αλλαγές και η εξέλιξή της
αρχίζουν πάντα από τις αλλαγές και τον
εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων, και
πρώτ’ απ’ όλα από τις αλλαγές και την
εξέλιξη των εργαλείων παραγωγής. Οι
παραγωγικές δυνάμεις συνεπώς, είναι το
πιο κινητό και το πιο επαναστατικό
στοιχείο της παραγωγής. Πρώτα αλλάζουν
και εξελίσσονται οι παραγωγικές δυνάμεις
της κοινωνίας, κι ύστερα, σε εξάρτηση
από τις αλλαγές αυτές και σε αντιστοιχία
μ’ αυτές, αλλάζουν οι παραγωγικές
σχέσεις των ανθρώπων, οι οικονομικές
σχέσεις των ανθρώπων. Αυτό όμως δε θα
πει ότι οι παραγωγικές σχέσεις δεν
επιδρούν στην εξέλιξη των παραγωγικών
δυνάμεων και ότι οι τελευταίες δεν
εξαρτώνται από τις πρώτες. Οι παραγωγικές
σχέσεις που η εξέλιξή τους εξαρτάται
από την εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων,
επιδρούν με τη σειρά τους στην εξέλιξη
των παραγωγικών δυνάμεων, επιταχύνοντας
ή επιβραδύνοντάς την. Εδώ πρέπει να
σημειωθεί, ότι οι παραγωγικές σχέσεις
δε μπορούν να μένουν για πολύν καιρό
πίσω από την ανάπτυξη των παραγωγικών
δυνάμεων και να βρίσκονται σε αντίφαση
μ’ αυτή, γιατί οι παραγωγικές δυνάμεις
μπορούν ν’ αναπτύσσονται πέρα για πέρα
μονάχα στην περίπτωση που οι παραγωγικές
σχέσεις ανταποκρίνονται στο χαρακτήρα,
στην κατάσταση των παραγωγικών δυνάμεων
και δίνουν άπλα στην ανάπτυξη των
παραγωγικών δυνάμεων. Για τούτο, όσο κι
αν καθυστερούν οι παραγωγικές σχέσεις
από την ανάπτυξη των παραγωγικών
δυνάμεων, πρέπει αργά ή γρήγορα νάρθουν
σε αντιστοιχία - και πραγματικά έρχονται
σε αντιστοιχία - με το επίπεδο της
ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, με
το χαραχτήρα των παραγωγικών δυνάμεων.
Στην αντίθετη περίπτωση θα είχαμε ριζική
παραβίαση της ενότητας των παραγωγικών
δυνάμεων και των παραγωγικών σχέσεων
μέσα στο σύστημα της παραγωγής, θα είχαμε
ρήγμα στην παραγωγή στο σύνολό της,
κρίση της παραγωγής, καταστροφή των
παραγωγικών δυνάμεων.
Οι
οικονομικές κρίσεις
στις καπιταλιστικές χώρες,
οπού
η καπιταλιστική
ατομική
ιδιοχτησία
στα
μέσα
παραγωγής
βρίσκεται σε
κατάφωρη ασυμφωνία
με τον κοινωνικό χαραχτήρα της
πορείας της παραγωγής, με το χαραχτήρα
των παραγωγικών δυνάμεων, είναι ένα
παράδειγμα της ασυμφωνίας ανάμεσα
στις
σχέσεις και στο χαραχτήρα των παραγωγικών
δυνάμεων, ένα παράδειγμα της σύγκρουσής
τους. Αποτέλεσμα αυτής της
ασυμφωνίας
είναι οι οικονομικές κρίσεις,
που οδηγούν στην
καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων
κι αυτή η ίδια η ασυμφωνία
αποτελεί την οικονομική βάση της
κοινωνικής επανάστασης,
που η αποστολή της είναι να καταστρέψει
τις τωρινές παραγωγικές σχέσεις και να
δημιουργήσει καινούργιες, που
ν’ ανταποκρίνονται
στο
χαραχτήρα των παραγωγικών δυνάμεων.
Και
αντίθετα, παράδειγμα για την πλήρη
αντιστοιχία των παραγωγικών σχέσεων
με το χαραχτήρα των παραγωγικών δυνάμεων
είναι η σοσιαλιστική λαϊκή οικονομία
στην ΕΣΣΔ, όπου η κοινωνική ιδιοχτησία
στα μέσα παραγωγής βρίσκεται σε τέλεια
αντιστοιχία με τον κοινωνικό χαραχτήρα
της πορείας της παραγωγής και όπου γι’
αυτό δεν υπάρχουν ούτε οικονομικές
κρίσεις, ούτε καταστροφή των παραγωγικών
δυνάμεων.
Συνεπώς,
οι παραγωγικές δυνάμεις δεν είναι μονάχα
το πιο κινητό και το πιο επαναστατικό
στοιχείο της παραγωγής. Είναι ταυτόχρονα
και το καθοριστικό στοιχείο της εξέλιξης
της παραγωγής.
Ότι
λογής είναι οι παραγωγικές δυνάμεις,
τέτιες πρέπει να είναι και οι παραγωγικές
σχέσεις.
Αν
η κατάσταση των παραγωγικών δυνάμεων
απαντάει στο ερώτημα: με τι
είδους εργαλεία παραγωγής οι άνθρωποι
παράγουν τα υλικά αγαθά που τους είναι
απαραίτητα,
η κατάσταση των παραγωγικών σχέσεων
απαντάει
με τη σειρά της σε
άλλο ερώτημα: σε
ποιανού την κατοχή βρίσκονται τα μέσα
παραγωγής (γη,
δάση, νερό, υπέδαφος, πρώτες ύλες,
εργαλεία παραγωγής, χτίρια που έχουν
σχέση
με
την παραγωγή, μέσα μεταφοράς και
επικοινωνίας κλπ); Σε ποιανού διάθεση
βρίσκονται τα μέσα παραγωγής; Στη
διάθεση ολόκληρης της
κοινωνίας, ή
στη διάθεση ξεχωριστών ατόμων,
ομάδων,
τάξεων, που τα χρησιμοποιούν για να
εκμεταλλεύονται
άλλα άτομα, ομάδες, τάξεις;
Να
η σχηματική εικόνα της ανάπτυξης των
παραγωγικών δυνάμεων από τους αρχαίους
χρόνους ίσαμε τις μέρες μας: Πέρασμα
από τα χοντροκομμένα πέτρινα εργαλεία
στο τόξο και στα βέλη, και σε σχέση μ’
αυτό, πέρασμα από τον κυνηγετικό τρόπο
ζωής στην εξημέρωση των ζώων και στην
πρωτόγονη κτηνοτροφία. Πέρασμα από τα
πέτρινα εργαλεία στα μετάλλινα (σιδερένιο
τσεκούρι, άροτρο με σιδερένιο υνί, κλπ)
και αντίστοιχο πέρασμα στην καλλιέργεια
των φυτών και στη γεωργία. Παραπέρα
καλυτέρευση των μετάλλινων εργαλείων
για την κατεργασία των υλικών, πέρασμα
στο φυσερό του σιδηρουργού, στην
αγγειοπλαστική και αντίστοιχη ανάπτυξη
της χειροτεχνίας, χωρισμός της χειροτεχνίας
από τη γεωργία, ανάπτυξη ανεξάρτητης
χειροτεχνικής παραγωγής και υστέρα των
χειροτεχνικών εργαστηρίων (μανιφακτούρα).
Πέρασμα από τα χειροτεχνικά εργαλεία
παραγωγής στη μηχανή και μετατροπή της
χειροτεχνικής παραγωγής της μανιφακτούρας
στη μηχανοποιημένη βιομηχανία. Πέρασμα
στο σύστημα των μηχανών και εμφάνιση
της σύγχρονης μεγάλης βιομηχανίας με
μηχανές. Αυτή είναι η γενική - πολύ ατελής
- εικόνα της εξέλιξης των παραγωγικών
δυνάμεων της κοινωνίας στο διάβα της
ιστορίας της ανθρωπότητας και είναι
αυτονόητο, ότι η ανάπτυξη και η καλυτέρευση
των εργαλείων παραγωγής πραγματοποιήθηκαν
από τους ανθρώπους πού έχουν σχέση με
την παραγωγή και όχι ανεξάρτητα από
τους ανθρώπους. Συνεπώς, μαζί με την
αλλαγή και την εξέλιξη των εργαλείων
της παραγωγής άλλαζαν και εξελίσσονταν
και οι άνθρωποι, σαν το σπουδαιότερο
στοιχείο των παραγωγικών δυνάμεων,
άλλαζαν και εξελίσσονταν η παραγωγική
πείρα τους, οι συνήθειες της δουλιάς
τους, η ικανότητά τους να χειρίζονται
τα εργαλεία της παραγωγής.
Σε
αντιστοιχία με τις αλλαγές και με την
εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων της
κοινωνίας στην πορεία της ιστορίας
άλλαζαν και εξελίσσονταν οι παραγωγικές
σχέσεις των ανθρώπων, οι οικονομικές
σχέσεις τους.
Η
ιστορία γνωρίζει πέντε βασικούς
τύπους παραγωγικών σχέσεων: τον πρωτόγονο
κοινοτικό, το δουλοχτητικό, το φεουδαρχικό,
τον κεφαλαιοκρατικό και το σοσιαλιστικό.
Στο
πρωτόγονο κοινοτικό καθεστώς, βάση των
παραγωγικών σχέσεων είναι η κοινωνική
ιδιοχτησία
στα μέσα της παραγωγής. Αυτό βασικά
ανταποκρίνεται
στο χαραχτήρα των παραγωγικών δυνάμεων
σ’ αυτή την περίοδο. Με
τα πέτρινα εργαλεία, καθώς και με το
τόξο και τα βέλη, που φάνηκαν αργότερα,
οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να παλαίβουν
ένας - ένας
με τις δυνάμεις της φύσης και με τα άγρια
ζώα. Για
να μαζέψουν τους
καρπούς στα δάση, να ψαρέψουν, να χτίσουν
μια οποιαδήποτε
κατοικία, οι άνθρωποι είναι υποχρεωμένοι
να δουλεύουν από
κοινού, αν δε θέλουν να πεθάνουν από την
πείνα ή
να
πέσουν θύματα των αγριμιών
ή
των γειτονικών κοινοτήτων. Η
κοινή
δουλιά οδηγεί σε
κοινή ιδιοχτησία
στα μέσα παραγωγής, καθώς και στα προϊόντα
της παραγωγής. Εδώ
είναι άγνωστη ακόμα η έννοια της ατομικής
ιδιοχτησίας στα μέσα της
παραγωγής, αν δε λογαριάσουμε την
προσωπική ιδιοχτησία
πάνω σε
ορισμένα
εργαλεία παραγωγής, που είναι ταυτόχρονα
και όπλα για την άμυνα από τ’ άγρια
θηρία. Εδώ
δεν
υπάρχει εκμετάλλευση,
δεν υπάρχουν τάξεις.
Στο
καθεστώς της δουλείας, βάση των παραγωγικών
σχέσεων είναι η ιδιοχτησία του δουλοχτήτη
στα μέσα παραγωγής καθώς και στο δουλευτή
της παραγωγής, στο δούλο, που ο
δουλοχτήτης μπορεί να τον πουλήσει, να
τον αγοράσει,
να τον σκοτώσει σα
χτήνος. Οι
τέτιες παραγωγικές σχέσεις ανταποκρίνονται
βασικά στην
κατάσταση των παραγωγικών δυνάμεων σ’
αυτή την περίοδο. Αντί για πέτρινα
εργαλεία, οι άνθρωποι είχαν τώρα στη
διάθεσή
τους μετάλλινα εργαλεία. Αντί μιαν
άθλια και πρωτόγονη κυνηγετική οικονομία,
που δε γνώριζε ούτε τη κτηνοτροφία,
ούτε τη γεωργία, φάνηκαν η κτηνοτροφία,
η γεωργία, οι χειροτεχνίες, ο
καταμερισμός της δουλιάς ανάμεσα στους
διάφορους αυτούς
κλάδους της παραγωγής, έγινε δυνατή η
ανταλλαγή των προϊόντων ανάμεσα σε
ξεχωριστά άτομα και κοινωνίες και η
συσσώρευση του πλούτου σε
χέρια λίγων, η πραγματική συσσώρευση
των μέσων παραγωγής στα χέρια μιας
μειοψηφίας, έγινε δυνατή η υποταγή της
πλειοψηφίας στη μειοψηφία και η μετατροπή
των μελών της πλειοψηφίας σε
δούλους. Εδώ
δεν υπάρχει πια κοινή και λεύτερη εργασία
όλων
των
μελών της κοινωνίας μέσα στην
πορεία της παραγωγής, κυριαρχεί η
αναγκαστική
δουλιά των δούλων,
που τους εκμεταλλεύονται
οι μη εργαζόμενοι
δουλοχτήτες. Γι’ αυτό
δεν υπάρχει και
κοινή ιδιοχτησία στα μέσα της παραγωγής,
όπως
και στα
προϊόντα της παραγωγής. Την
αντικαθιστά
η ατομική
ιδιοχτησία. Εδώ ο
δουλοχτήτης είναι ο
πρώτος και βασικός ιδιοχτήτης,
ο
απόλυτος
ιδιοχτήτης.
Πλούσιοι
και φτωχοί, εκμεταλλευτές κι
εκμεταλλευόμενοι, άνθρωποι με όλα τα
δικαιώματα και άνθρωποι δίχως κανένα
δικαίωμα, που βρίσκονται σε σκληρή
ταξική πάλη ανάμεσά τους,τέτια είναι η
εικόνα του δουλοχτητικού καθεστώτος.
Στο
φεουδαρχικό καθεστώς, βάση των παραγωγικών
σχέσεων είναι η ιδιοχτησία του φεουδάρχη
στα μέσα της παραγωγές και η περιορισμένη
ιδιοχτησία του πάνω στο δουλευτή της
παραγωγής, στο δουλοπάροικο, που ο
φεουδάρχης δε μπορεί πια να τον σκοτώσει,
αλλά που μπορεί να τον πουλήσει, να τον
αγοράσει. Δίπλα στη φεουδαρχική ιδιοχτησία
υπάρχει η ατομική ιδιοχτησία του αγρότη
και του χειροτέχνη στα εργαλεία παραγωγής
και στο ατομικό του νοικοκυριό, που
βασίζεται στην προσωπική εργασία. Οι
τέτιες παραγωγικές σχέσεις ανταποκρίνονται
βασικά στην κατάσταση των παραγωγικών
δυνάμεων σ’ αυτή την περίοδο. Η παραπέρα
καλυτέρευση στο λυώσιμο και στην
επεξεργασία του σίδερου, η διάδοση του
σιδερένιου αλετριού και του αργαλειού,
η παραπέρα ανάπτυξη της γεωργίας, της
κηπουρικής, της αμπελουργίας, της
ελαιουργίας. η εμφάνιση των χειροτεχνικών
επιχειρήσεων (μανιφακτούρες) δίπλα στα
μικρά εργαστήρια των βιοτεχνών, αυτά
είναι τα χαραχτηριστικά γνωρίσματα για
την κατάσταση των παραγωγικών δυνάμεων.
Οι
καινούργιες παραγωγικές δυνάμεις
απαιτούν από το δουλευτή να έχει κάποια
πρωτοβουλία στην παραγωγή και κλίση
στη δουλιά, ενδιαφέρον για τη δουλιά.
Γι’ αυτό ο φεουδάρχης παρατάει το δούλο,
που δεν έχει ενδιαφέρον για τη δουλιά
και που του λείπει ολότελα η πρωτοβουλία
και προτιμάει να έχει να κάνει με το
δουλοπάροικο, που έχει δικό του νοικοκυριό,
δικά του εργαλεία παραγωγής και έχει
κάποιο ενδιαφέρον για τη δουλιά,
απαραίτητο για να καλλιεργεί τη γη και
να πληρώνει σε είδος ένα μέρος από τη
σοδιά του στο φεουδάρχη.
Εδώ
η ατομική ιδιοχτησία εξελίσσεται
ακόμα παραπέρα. Η
εκμετάλλευση
είναι σχεδόν τόσο σκληρή, όσο
και στη δουλεία, μόλις είναι κάπως πιο
μαλακιά. Η
ταξική πάλη ανάμεσα
στους
εκμεταλλευτές
και τους εκμεταλλευόμενους είναι το
χαραχτηριστικό
γνώρισμα του φεουδαρχικού καθεστώτος.
Στο
κεφαλαιοκρατικό καθεστώς, βάση των
παραγωγικών σχέσεων είναι η καπιταλιστική
ιδιοχτησία στα μέσα παραγωγής,
χωρίς να υπάρχει ιδιοχτησία πάνω στους
δουλευτές
της παραγωγής, στους
μισθωτούς εργάτες, που ο
καπιταλιστής δε μπορεί ούτε να τους
σκοτώσει, ούτε να τους πουλήσει, γιατί
είναι λεύτεροι από προσωπική εξάρτηση,
δεν έχουν όμως μέσα παραγωγής και για
να μην πεθάνουν από την πείνα είναι
υποχρεωμένοι
να πουλούν την εργατική
τους δύναμη στον
καπιταλιστή και να υποφέρουν το ζυγό
της εκμετάλλευσης.
Δίπλα στην
καπιταλιστική ιδιοχτησία
στα μέσα της παραγωγής, υπάρχει και
είναι στην
πρώτη
περίοδο
πλατιά διαδομένη η βασισμένη στην
προσωπική εργασία ατομική
ιδιοχτησία στα μέσα παραγωγής του αγρότη
και του βιοτέχνη, που έχουν απελευθερωθεί
από
την
εξάρτηση
της δουλοπαροικίας. Στη
θέση των εργαστηρίων
των
βιοτεχνών και των επιχειρήσεων
μανιφακτούρας,
φάνηκαν οι
τεράστιες φάμπρικες και τα εργοστάσια,
που είναι εξοπλισμένα
με
μηχανές. Στη
θέση των χτημάτων των ευγενών,
που καλλιεργούνταν με πρωτόγονα αγροτικά
εργαλεία παραγωγής, φάνηκαν μεγάλες
κεφαλαιοκρατικές επιχειρήσεις,
που λειτουργούν με βάση τη γεωπονική
τεχνική και που είναι εφοδιασμένες
με αγροτικές
μηχανές.
Οι
καινούργιες παραγωγικές δυνάμεις
απαιτούν από τους δουλευτές της παραγωγής
να είναι πιο αναπτυγμένοι, να έχουν
μεγαλύτερη αντίληψη από τους αποβλακωμένους
και άξεστους δουλοπάροικους, να είναι
ικανοί να καταλαβαίνουν τη μηχανή και
να τη χειρίζονται σωστά. Γι’ αυτό οι
καπιταλιστές προτιμούν να έχουν να
κάνουν με ελευθερωμένους απ' τα δεσμά
της δουλοπαροικίας μισθωτούς εργάτες,
που να είναι αρκετά αναπτυγμένοι για
να χειρίζονται σωστά τις μηχανές.
Ο
καπιταλισμός όμως, αναπτύσσοντας τις
παραγωγικές δυνάμεις σε κολοσσιαίες
διαστάσεις, μπλέχτηκε μέσα σε αξεδιάλυτες
γι' αυτόν αντιθέσεις. Παράγοντας όλο
και πιο πολλά εμπορεύματα και ελαττώνοντας
τις τιμές τους, ο καπιταλισμός οξύνει
το συναγωνισμό, καταστρέφει τη μάζα των
μικρών και μεσαίων ιδιοχτητών, τους
μεταβάλλει σε προλετάριους, κατεβάζει
την αγοραστική τους ικανότητα, με
αποτέλεσμα να μη μπορούν να διατεθούν
τα εμπορεύματα που έχουν παραχτεί.
Πλαταίνοντας όμως την παραγωγή, και
συγκεντρώνοντας εκατομμύρια εργάτες
σε τεράστιες φάμπρικες και εργοστάσια,
ο καπιταλισμός δίνει κοινωνικό χαραχτήρα
στη λειτουργία της παραγωγής και
υπονομεύει έτσι την ίδια του τη βάση,
γιατί ο κοινωνικός χαραχτήρας της
λειτουργίας της παραγωγής απαιτεί να
υπάρχει κοινωνική ιδιοχτησία στα μέσα
παραγωγής, ενώ η ιδιοχτησία των μέσων
παραγωγής παραμένει ιδιοκτησία ατομική,
καπιταλιστική, ασυμβίβαστη με τον
κοινωνικό χαραχτήρα της λειτουργίας
της παραγωγής.
Αυτές
οι ανειρήνευτες αντιφάσεις ανάμεσα στο
χαραχτήρα των παραγωγικών δυνάμεων και
στις παραγωγικές σχέσεις γίνονται
αισθητές στις περιοδικές κρίσεις
υπερπαραγωγής, όταν οι καπιταλιστές,
μη βρίσκοντας αγοραστές ικανούς να
πληρώσουν τα εμπορεύματα τους εξαιτίας
της καταστροφής των μαζών του πληθυσμού
που την προκάλεσαν οι ίδιοι, αναγκάζονται
να καίνε τα τρόφιμα, να καταστρέφουν
έτοιμα εμπορεύματα, να σταματούν την
παραγωγή, να καταστρέφουν τις παραγωγικές
δυνάμεις, τη στιγμή που εκατομμύρια
άνθρωποι υποφέρουν από την ανεργία και
την πείνα, όχι γιατί λείπουν εμπορεύματα,
αλλά γιατί έχουν παραχτεί πάρα πολλά.
Αυτό
θα πει ότι οι καπιταλιστικές παραγωγικές
σχέσεις έπαψαν ν’ ανταποκρίνονται στην
κατάσταση των παραγωγικών δυνάμεων της
κοινωνίας και ήρθαν σε ανειρήνευτη
αντίθεση μ’ αυτές.
Αυτό
θα πει, ότι ο καπιταλισμός εγκυμονεί
την επανάσταση, που έχει αποστολή ν’
αντικαταστήσει την τωρινή κεφαλαιοκρατική
ιδιοχτησία στα μέσα της παραγωγής με
τη σοσιαλιστική ιδιοχτησία.
Αυτό
θα πει, ότι η οξύτατη ταξική πάλη ανάμεσα
στους εκμεταλλευτές και τους
εκμεταλλευόμενους αποτελεί βασικό
γνώρισμα του κεφαλαιοκρατικού καθεστώτος.
Στο
σοσιαλιστικό καθεστώς, που για την ώρα
έχει πραγματοποιηθεί μονάχα στην ΕΣΣΔ,
βάση των παραγωγικών σχέσεων είναι η
κοινωνική ιδιοχτησία στα μέσα παραγωγής.
Εδώ δεν υπάρχουν πια ούτε εκμεταλλευτές,
ούτε εκμεταλλευόμενοι. Τα προϊόντα που
παράγονται, μοιράζονται ανάλογα με τη
δουλιά και σύμφωνα με την αρχή «όποιος
δε δουλεύει δεν τρώει». Οι αμοιβαίες
σχέσεις των ανθρώπων μέσα στην πορεία
της παραγωγής χαραχτηρίζονται εδώ σα
σχέσεις συντροφικής συνεργασίας και
σοσιαλιστικής αλληλοβοήθειας ανάμεσα
σε δουλευτάδες που είναι ελεύθεροι από
εκμετάλλευση. Εδώ οι παραγωγικές σχέσεις
βρίσκονται σε πλέρια αντιστοιχία με
την κατάσταση των παραγωγικών δυνάμεων,
γιατί ο κοινωνικός χαραχτήρας της
πορείας της παραγωγής στηρίζεται στην
κοινωνική ιδιοχτησία στα μέσα της
παραγωγής.
Γι’
αυτό, η σοσιαλιστική παραγωγή στη
Σοβιετική Ένωση δεν ξέρει τις περιοδικές
κρίσεις υπερπαραγωγής και τους
παραλογισμούς που συνδέονται μ’ αυτές.
Γι’
αυτό,
οι παραγωγικές δυνάμεις αναπτύσσονται
εδώ
με επιταχυνόμενο
ρυθμό, επειδή
οι παραγωγικές σχέσεις που ανταποκρίνονται
σ’ αυτές τις δυνάμεις δίνουν απεριόριστη
άπλα
στην
τέτια ανάπτυξη.
Αυτή
είναι η εικόνα της εξέλιξης των παραγωγικών
σχέσεων των ανθρώπων στο διάβα της
ιστορίας της ανθρωπότητας.
Αυτή
είναι η εξάρτηση της εξέλιξης των
παραγωγικών σχέσεων από την εξέλιξη
των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας,
πριν απ' όλα από την εξέλιξη των εργαλείων
της παραγωγής, εξάρτηση που κάνει ώστε
οι αλλαγές και η εξέλιξη των παραγωγικών
δυνάμεων να οδηγούν αργά ή γρήγορα σε
αντίστοιχες αλλαγές και στην εξέλιξη
των παραγωγικών σχέσεων.
«Η
χρησιμοποίηση και η δημιουργία μέσων
εργασίας
(με
τον όρο “μέσα εργασίας”, ο Μαρξ εννοεί
κυρίως τα εργαλεία παράγωγης, Ι.
Στάλιν)
- λέει
ο
Μαρξ - αν και αποτελούν
κιόλας,
εμβρυακά,
ιδίωμα
μερικών ειδών
ζώων, χαραχτηρίζουν
ειδικά
ανθρώπινο προτσές
(πορεία)
εργασίας,
και γι' αυτό
ο
Φραγκλίνος δίνει τον
ορισμό
ότι ο άνθρωπος είναι
. . ζώο που φτιάχνει εργαλεία. Όση
σπουδαιότητα
έχει ο τρόπος
κατασκευής
των
λείψανων των σκελετών
για τη
γνώση του
οργανισμού
των ζώων
που εξαφανίστηκαν,
την ίδια
σπουδαιότητα
έχουν τα λείψανα των μέσων εργασίας
για την εχτίμηση
των οικονομικών κοινωνικών σχηματισμών
που έχουν
εξαφανιστεί. Οι
οικονομικές
εποχές
ξεχωρίζουν,
όχι από το τι
παράγουν,
άλλα από
το πως, με τι μέσα εργασίας
το
παράγουν. Τα μέσα εργασίας
δεν
είναι μονάχα
το μέτρο για την εξέλιξη
της ανθρώπινης
εργατικής
δύναμης,
μα και ο δείχτης
των
κοινωνικών
σχέσεων,
μέσα
στις
οποίες
συντελείται
η εργασία». (Κ.
Μαρξ,
«Το
Κεφάλαιο», τόμ.
1, σελ
121, έκδ.
1935).
Και
παρακάτω:
«Οι
κοινωνικές
σχέσεις
συνδέονται στενά με τις
παραγωγικές
δυνάμεις.
Αποχτώντας
καινούργιες
παραγωγικές
δυνάμεις,
οι άνθρωποι αλλάζουν τον
τρόπο της
παραγωγής
τους,
και με την αλλαγή
του τρόπου της
παραγωγής,
του τρόπου που κερδίζουν τα μέσα
της
ζωής
τους,
αλλάζουν
και
όλες
οι
κοινωνικές
τους
σχέσεις.
Ο
χερόμυλος
μας
δίνει μια κοινωνία με άρχοντες
(φεουδάρχες,
I. Στάλιν),
ο ατμόμυλος
μια κοινωνία με βιομήχανους
καπιταλιστές». (Κ.
Μαρξ και Φ. Ένγκελς,
Άπαντα, τομ.V, σελ.
364).
«Ζούμε
μέσα σε μια αδιάκοπη κίνηση αύξησης των
παραγωγικών δυνάμεων, καταστροφής
κοινωνικών σχέσεων, διαμόρφωσης ιδεών.
Ακίνητη είναι μονάχα η αφαίρεση από την
κίνηση». (στο ίδιο σελ. 364).
Χαραχτηρίζοντας
τον ιστορικό υλισμό όπως διατυπώνεται
στο «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού
Κόμματός», ο Ένγκελς λέει:
«.....
Η
οικονομική παραγωγή και η κοινωνική
διάρθρωση της
κάθε ιστορικής
εποχής,
που αναγκαστικά απορέει
απ' αυτή,
αποτελούν τη βάση της
πολιτικής
και πνευματικής
ιστορίας
αυτής
της
εποχής...
Σύμφωνα
μ’ αυτό
(από τον καιρό της
αποσύνθεσης
της
αρχέγονης
κοινής
γαιοχτησίας),
όλη
η ιστορία
ήταν ιστορία πάλης
των τάξεων, πάλης
ανάμεσα
σε
εκμεταλλευόμενες
και εκμεταλλευτικές,
σε
υποτελείς
και κυρίαρχες
τάξεις
στις
διάφορες
βαθμίδες
της κοινωνικής εξέλιξης...
Τώρα
όμως
η πάλη
αυτή έφτασε
σε
μια βαθμίδα,
όπου
η εκμεταλλευόμενη
και καταπιεζόμενη
τάξη (το προλεταριάτο) δε
μπορεί πια να απελευθερωθεί
από
την τάξη που το εκμεταλλεύεται
και το καταπιέζει (την αστική
τάξη), δίχως
ν' απελευθερώσει
ταυτόχρονα για πάντα ολόκληρη
την κοινωνία από την εκμετάλλευση, την
καταπίεση
και την πάλη των τάξεων». (Πρόλογος
του Φ. Ένγκελς
στη γερμανική εκδοχή
του 1883 του «Μανιφέστου»).
δ)
Η τρίτη ιδιότητα της παραγωγής
είναι ότι οι καινούργιες παραγωγικές
δυνάμεις και οι αντίστοιχες σ’ αυτές
παραγωγικές σχέσεις δε φανερώνονται
χωριστά από το παλιό καθεστώς, ύστερα
από την εξαφάνιση του παλιού καθεστώτος,
αλλά μέσα στους κόλπους του παλιού
καθεστώτος. Φανερώνονται όχι σαν
αποτέλεσμα μιας προμελετημένης συνειδητής
δράσης των ανθρώπων, αλλά αυθόρμητα,
ασυνείδητα, ανεξάρτητα από τη θέληση
των ανθρώπων. Το φανέρωμα γίνεται
αυθόρμητα και ανεξάρτητα από τη θέληση
των ανθρώπων, για δυο λόγους:
Πρώτα,
γιατί οι άνθρωποι δεν είναι λεύτεροι
να διαλέξουν τούτον ή εκείνο τον τρόπο
παραγωγής, αφού κάθε νέα γενεά μπαίνοντας
στη ζωή βρίσκει κιόλας έτοιμες τις
παραγωγικές δυνάμεις και τις παραγωγικές
σχέσεις, σαν αποτέλεσμα της δουλιάς των
περασμένων γενιών. Και γι’ αυτό είναι
αναγκασμένη να δεχτεί στον πρώτο καιρό
ο,τι βρίσκει έτοιμο στον τομέα της
παραγωγής και να βολευτεί μ’ αυτό για
να μπορέσει να παράγει υλικά αγαθά.
Δεύτερο,
γιατί καλυτερεύοντας τούτο ή εκείνο το
εργαλείο παραγωγής, τούτο ή εκείνο το
στοιχείο των παραγωγικών δυνάμεων οι
άνθρωποι δεν έχουν συνείδηση, δεν
καταλαβαίνουν και ούτε βάζουν στο νου
τους σε τι κοινωνικά αποτελέσματα πρέπει
να τους οδηγήσουν αυτές οι τελειοποιήσεις,
αλλά σκέφτονται μονάχα τα καθημερινά
τους συμφέροντα, δηλ, πως να κάνουν πιο
εύκολη τη δουλιά τους και να πετύχουν
κάποιο άμεσο και χειροπιαστό όφελος
για τον εαυτό τους.
Όταν
μερικά μέλη της κοινωνίας της πρωτόγονης
κοινότητας περνούσαν σιγά-σιγά και
ψηλαφητά από τα πέτρινα εργαλεία στα
σιδερένια, δεν ήξεραν φυσικά, ούτε και
βάζαν στο νου τους, σε τι κοινωνικά
αποτελέσματα θα τους οδηγούσε αυτός ο
νεωτερισμός, δεν καταλάβαιναν και δεν
είχανε συνείδηση πως το πέρασμα στα
μετάλλινα εργαλεία σημαίνει ανατροπή
στην παραγωγή, ότι θα οδηγούσε τελικά
στο καθεστώς της δουλείας. Θέλανε
απλούστατα να κάνουν τη δουλιά τους πιο
εύκολη και να πετύχουν ένα άμεσο
χειροπιαστό όφελος. Η συνειδητή τους
δράση περιοριζόταν στα στενά πλαίσια
του καθημερινού προσωπικού συμφέροντος.
Όταν
στην περίοδο του
φεουδαρχικού
καθεστώτος η νεαρή
αστική τάξη της Ευρώπης
άρχιζε να χτίζει, δίπλα στα μικρά
εργαστήρια των συντεχνιών, τις μεγάλες
επιχειρήσεις
μανιφακτούρας
και κινούσε έτσι προς τα μπρος τις
παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας,
δεν ήξερε βέβαια και ούτε έβαζε στο νου
της,
σε
τι
κοινωνικές συνέπειες θα οδηγούσε αυτός
ο νεωτερισμός. Δεν
είχε συνείδηση και δεν καταλάβαινε ότι
ο
«μικρός» αυτός νεωτερισμός θα οδηγούσε
σε
τέτια ανακατάταξη
των
κοινωνικών δυνάμεων, που θάπρεπε να
τελειώσει με επανάσταση
και ενάντια
στη βασιλική εξουσία,
που τόσο εχτιμούσε
την
εύνοιά
της και ενάντια
στους ευγενείς,
που στις γραμμές τους συχνά ονειρεύονταν
να μπουν
οι καλύτεροι εκπρόσωποι
των
νέων αστών.
Η
αστική τάξη ήθελε απλώς
να φτηνήνει την
παραγωγή εμπορευμάτων,
να ρίξει πιο πολλά εμπορεύματα
στις
αγορές
της Ασίας και της Αμερικής, που μόλις
είχε ανακαλυφθεί,
και να πραγματοποιήσει μεγαλύτερα
κέρδη. Η
συνειδητή της δράση περιοριζότανε στα
στενά πλαίσια
αυτής
της
καθημερινής πραχτικής.
Όταν
οι ρώσοι κεφαλαιοκράτες μαζί με τους
ξένους κεφαλαιοκράτες φύτευαν εντατικά
στη Ρωσία τη σύγχρονη μηχανοποιημένη
μεγάλη βιομηχανία, αφήνοντας απείραχτο
τον τσαρισμό και ρίχνοντας τους αγρότες
βορά στους τσιφλικάδες, δεν ήξεραν
φυσικά ούτε έβαζαν στο νου τους σε ποιες
κοινωνικές συνέπειες θα οδηγούσε η
σοβαρή αυτή ανάπτυξη των παραγωγικών
δυνάμεων, δεν είχαν συνείδηση, ούτε
καταλάβαιναν ότι αυτό το σοβαρό άλμα
στον τομέα των παραγωγικών δυνάμεων
της κοινωνίας θα οδηγούσε σε τέτια
ανακατάταξη των κοινωνικών δυνάμεων,
που θα έδινε τη δυνατότητα στο προλεταριάτο
να πάρει με το μέρος του την αγροτιά και
να πραγματοποιήσει τη νικηφόρα
σοσιαλιστική επανάσταση. Ήθελαν απλώς
να πλατύνουν στο έπακρο τη βιομηχανική
παραγωγή, να καταχτήσουν την κολοσιαία
εσωτερική αγορά, να γίνουν μονοπωλητές
και ν’ απομυζούν από τη λαϊκή οικονομία
όσο το δυνατό μεγαλύτερα κέρδη. Η
συνειδητή δράση τους δεν ξεπερνούσε τα
καθημερινά στενά πραχτικά συμφέροντα
τους.
Ο
Μαρξ λέει σχετικά μ’ αυτό:
«Στην κοινωνική
παραγωγή της ζωής τους (δηλ. στην παραγωγή
των υλικών αγαθών, που είναι αναγκαία
για τη ζωή των ανθρώπων, Ι.
Στάλιν) οι άνθρωποι έρχονται σε
καθορισμένες, αναγκαίες, ανεξάρτητες
(η υπογράμμιση είναι δικιά μου, Ι.
Στάλιν) από τη θέλησή τους σχέσεις,
στις παραγωγικές σχέσεις, που αντιστοιχούν
σε ορισμένη βαθμίδα εξέλιξης των υλικών
παραγωγικών τους δυνάμεων». (Κ. Μαρξ,
Διαλεχτά Έργα, τόμ. I, σελ. 269).
Αυτό
όμως δε θα πει πως η αλλαγή των παραγωγικών
σχέσεων και το πέρασμα από τις παλιές
παραγωγικές σχέσεις στις νέες γίνεται
ομαλά, χωρίς συγκρούσεις, χωρίς κλονισμούς.
Αντίθετα, το τέτιο πέρασμα γίνεται
συνήθως με την επαναστατική ανατροπή
των παλιών παραγωγικών σχέσεων και με
την εγκαθίδρυση των νέων. Ως μια ορισμένη
περίοδο, η εξέλιξη των παραγωγικών
δυνάμεων και οι αλλαγές στον τομέα των
παραγωγικών σχέσεων κυλάνε αυθόρμητα,
ανεξάρτητα από τη θέληση των ανθρώπων.
Αυτό όμως γίνεται μονάχα ως μια ορισμένη
στιγμή, ως τη στιγμή που οι παραγωγικές
δυνάμεις, που φανερώθηκαν και αναπτύσσονται,
θα ωριμάσουν όσο χρειάζεται. Όταν οι
νέες παραγωγικές δυνάμεις έχουν ωριμάσει,
οι παραγωγικές σχέσεις που υπάρχουν
και οι φορείς τους, οι κυρίαρχες τάξεις,
μετατρέπονται σε «ανυπέρβλητο» φραγμό,
που μπορεί να παραμεριστεί μόνο με τη
συνειδητή δράση των νέων τάξεων, με τη
βίαιη δράση αυτών των τάξεων, με την
επανάσταση. Εδώ φαίνεται με εξαιρετική
σαφήνεια ο τεράστιος ρόλος των νέων
κοινωνικών ιδεών, των νέων πολιτικών
θεσμών, της νέας πολιτικής εξουσίας,
που είναι προορισμένοι να καταργήσουν
με τη βία τις παλιές παραγωγικές σχέσεις.
Πάνω στη βάση της σύγκρουσης ανάμεσα
στις νέες παραγωγικές δυνάμεις και στις
παλιές παραγωγικές σχέσεις, πάνω στη
βάση των νέων οικονομικών αναγκών της
κοινωνίας, γεννιούνται οι νέες κοινωνικές
ιδέες, οι νέες ιδέες οργανώνουν και
κινητοποιούν τις μάζες, οι μάζες
συνενώνονται σε μια νέα πολιτική στρατιά,
δημιουργούν μια νέα επαναστατική εξουσία
και τη χρησιμοποιούν για να εξαφανίσουν
με τη βία την παλιά τάξη πραγμάτων στον
τομέα των παραγωγικών σχέσεων και για
να εγκαθιδρύσουν ένα νέο καθεστώς. Η
αυθόρμητη πορεία της εξέλιξης παραχωρεί
τη θέση της στη συνειδητή δράση των
ανθρώπων, η ειρηνική ανάπτυξη στη βίαιη
ανατροπή, η εξέλιξη στην επανάσταση.
«Το
προλεταριάτο, λέει ο Μαρξ, στην πάλη του
εναντία στην αστική τάξη, ενώνεται
αναγκαστικά σε τάξη... με την επανάσταση
μετατρέπεται σε κυρίαρχη τάξη και σαν
κυρίαρχη τάξη καταργεί με τη βία τις
παλιές παραγωγικές σχέσεις». (Κ. Μαρξ
και Φ ρ. Ένγκελς, «Το Μανιφέστο του
Κομμουνιστικού Κόμματος», έκδοση 1938,
σελ. 52).
Και
παρακάτω:
«Το
προλεταριάτο θα χρησιμοποιήσει την
πολιτική του κυριαρχία για ν’ αποσπάσει
από την αστική τάξη βήμα προς βήμα όλο
το κεφαλαίο, να συγκεντρώσει όλα τα
εργαλεία παραγωγής στα χέρια του κράτους,
δηλ, του προλεταριάτου, που είναι
οργανωμένο σαν κυρίαρχη τάξη και για
να αυξήσει όσο το δυνατό πιο γρήγορα τη
μάζα των παραγωγικών δυνάμεων».(Στο
ίδιο έργο, σελ. 50)
«Η
βία είναι η μαμή κάθε παλιάς κοινωνίας
που εγκυμονεί μια καινούργια». (Κ.
Μαρξ, «Το Κεφαλαίο», τόμ. I, σελ. 603,
έκδοση 1935).
Στον
ιστορικό πρόλογο του περίφημου βιβλίου
του «Για
την κριτική της πολιτικής οικονομίας»
που το έγραψε
το 1859, ο
Μαρξ
έδοσε
την
παρακάτω μεγαλοφυή διατύπωση του
ιστορικού υλισμού:·
«Στην
κοινωνική παραγωγή της ζωής τους, οι
άνθρωποι έρχονται σε καθορισμένες,
αναγκαίες, ανεξάρτητες από τη θέλησή
τους σχέσεις, σε παραγωγικές σχέσεις
που αντιστοιχούν σε μια ορισμένη βαθμίδα
ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών τους
δυνάμεων. Το σύνολο αυτών των παραγωγικών
σχέσεων αποτελεί την οικονομική διάρθρωση
της κοινωνίας, την πραγματική βάση, που
πάνω της υψώνεται ένα νομικό και πολιτικό
εποικοδόμημα και στην οποία αντιστοιχούν
ορισμένες μορφές κοινωνικής συνείδησης.
Ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής
καθορίζει την κοινωνική, πολιτική και
πνευματική πορεία (προτσές) της ζωής
γενικά. Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων
που καθορίζει το είναι τους, μα αντίθετα,
το κοινωνικό είναι τους καθορίζει τη
συνείδησή τους. Σε ορισμένη βαθμίδα της
εξέλιξής τους, οι υλικές παραγωγικές
δυνάμεις της κοινωνίας έρχονται σε
αντίφαση με τις υπάρχουσες παραγωγικές
σχέσεις ή - πράγμα που αποτελεί μονάχα
τη νομική γι’ αυτό έκφραση - με τις
σχέσεις ιδιοχτησίας, μέσα στις οποίες
είχαν κινηθεί ως τώρα. Από μορφές
ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων οι
σχέσεις αυτές μεταβάλλονται σε δεσμά
τους. Τότε έρχεται η εποχή της κοινωνικής
επανάστασης. Με την αλλαγή της οικονομικής
βάσης ανατρέπεται, αργότερα ή γρηγορότερα,
ολόκληρο το τεράστιο εποικοδόμημα. Όταν
εξετάζουμε τέτιες ανατροπές, πρέπει να
κάνουμε πάντα τη διάκριση ανάμεσα στην
υλική ανατροπή στους οικονομικούς όρους
της παραγωγής, που μπορούμε να τους
διαπιστώσουμε με ακρίβεια φυσικών
επιστημών, και στις νομικές, πολιτικές,
θρησκευτικές, καλλιτεχνικές ή φιλοσοφικές,
κοντολογής τις ιδεολογικές μορφές, μέσα
στις όποιες οι άνθρωποι συνειδητοποιούν
αυτήν τη σύγκρουση και παλαίβουν ως τη
λύση της. Όσο λίγο μπορούμε να κρίνουμε
ένα άτομο από τη γνώμη που έχει το ίδιο
για τον εαυτό του, άλλο τόσο μπορούμε
να κρίνουμε μια τέτια εποχή ανατροπής
από τη συνείδησή της, μάλλον πρέπει να
εξηγήσουμε τη συνείδηση αυτή απ' τις
αντιφάσεις της υλικής ζωής, απ' τη
σύγκρουση που υπάρχει ανάμεσα στις
κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις και
στις παραγωγικές σχέσεις. Ένας κοινωνικός
σχηματισμός ποτέ δεν εξαφανίζεται
προτού αναπτυχθούν όλες οι παραγωγικές
δυνάμεις, που μπορεί να χωρέσει, και
νέες, ανώτερες παραγωγικές σχέσεις ποτέ
δεν εμφανίζονται, προτού ωριμάσουν οι
υλικοί όροι της ύπαρξής τους, μέσα στους
κόλπους της ίδιας της παλιάς κοινωνίας.
Γι’ αυτό η ανθρωπότητα βάζει πάντα
μπροστά της μόνο τα καθήκοντα εκείνα
που μπορεί να λύσει, γιατί με μια
προσεχτικότερη εξέταση γίνεται πάντα
φανερό, ότι το ίδιο το καθήκον ξεπηδά
μόνον τότε, όταν οι υλικοί όροι για τη
λύση του υπάρχουν κιόλας ή τουλάχιστον
βρίσκονται στην πορεία του γίγνεσθαι».
(Κ. Μαρξ, Διαλεχτά έργα, τόμ.
I, σελ. 269-279).
Έτσι
έχει
το
ζήτημα με το μαρξιστικό υλισμό εφαρμοσμένο
στην
κοινωνική ζωή, στην
ιστορία
της κοινωνίας.
Τέτια
είναι τα
βασικά
γνωρίσματα του διαλεχτικού
και του
ιστορικού
υλισμού.
(Ζητήματα
Λενινισμού, σελ. 707-740, Εκδ. της ΚΕ του
ΚΚΕ)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)