Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Β.Ι.Λένιν - ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

http://www.marxistbooks.gr/relision.htm
 
Β.Ι.Λένιν

ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ
ΚΑΙ
ΘΡΗΣΚΕΙΑ


Γράφτηκε: στις 3 του Δεκέμβρη 1905 και πρωτοδημοσιεύτηκε στο φύλλο 28 της «Νοβάγια Ζίζν»


Όλη η σύγχρονη κοινωνία είναι θεμελιωμένη πάνω στην εκμετάλλευση των τεράστιων μαζών της εργατικής τάξης από μια μηδενική μειοψηφία του πληθυσμού, που ανήκει στις τάξεις των γαιοκτημόνων και των κεφαλαιοκρατών. Η κοινωνία αυτή είναι δουλοκτητική, γιατί οι «φιλελεύθεροι» εργάτες, που όλη τους τη ζωή δουλεύουν στο κεφάλαιο, «έχουν δικαίωμα» μόνο σε τόσα μέσα ύπαρξης όσα είναι απαραίτητα για τη συντήρηση δούλων που παράγουν κέρδος, για την εξασφάλιση και τη διαιώνιση της κεφαλαιοκρατικής δουλείας.
Η οικονομική καταπίεση των εργατών προκαλεί και γεννάει αναπόφευκτα κάθε είδους πολιτική καταπίεση, κοινωνική ταπείνωση, εξαγρίωση και συσκότιση της πνευματικής και ηθικής ζωής των μαζών. Οι εργάτες μπορούν να πετύχουν περισσότερη είτε λιγότερη πολιτική ελευθερία με σκοπό τη διεξαγωγή του αγώνα για την οικονομική τους απελευθέρωση, καμιά όμως ελευθερία δεν θα τους απαλλάξει από την αθλιότητα, την ανεργία και την καταπίεση, όσο δεν θα έχει αποτιναχτεί η εξουσία του κεφαλαίου. Η θρησκεία είναι μια από τις μορφές πνευματικής καταπίεσης, που παντού και πάντοτε βάραινε τις λαϊκές μάζες, τις τσακισμένες από την αιώνια δουλειά για τους άλλους, την ανέχεια και τη μοναξιά. Η αδυναμία των τάξεων που υφίστανται την εκμετάλλευση στην πάλη ενάντια στους εκμεταλλευτές γεννάει αναπόφευκτα την πίστη για μια καλύτερη μετά θάνατον ζωή, όπως ακριβώς και η αδυναμία του πρωτόγονου ανθρώπου στην πάλη με τη Φύση να γεννάει την πίστη στους θεούς, στους διαβόλους, στα θαύματα κτλ. Σ’ αυτόν που σ’ όλη τη ζωή δουλεύει και στερείται, η θρησκεία διδάσκει ταπεινοφροσύνη και υπομονή στην επίγεια ζωή, παρηγορώντας τον με την ελπίδα της επουράνιας ανταμοιβής. Και σε εκείνους που ζουν από ξένη εργασία η θρησκεία διδάσκει την αγαθοεργία στην επίγεια ζωή, προσφέροντά τους μια πολύ φτηνή δικαίωση για όλη την εκμεταλλευτική τους ύπαρξη και πουλώντας τους σε συμφέρουσα τιμή εισιτήρια για την επουράνια μακαριότητα. Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού. Η θρησκεία είναι ένα είδος πνευματικού αλκοόλ, μέσα στο οποίο οι σκλάβοι του κεφαλαίου πνίγουν την ανθρώπινη μορφή τους, τις διεκδικήσεις τους για μια κάπως ανθρώπινη ζωή.
Ο δούλος όμως που ένιωσε τη δουλεία του και ξεσηκώθηκε στην πάλη για την απελευθέρωσή του παύει κιόλας κατά το ήμισι να είναι δούλος. Ο σύγχρονος συνειδητός εργάτης, διαπαιδαγωγημένος από τη μεγάλη εργοστασιακή βιομηχανία, φωτισμένος από τη ζωή της πόλης, αποτινάζει με περιφρόνηση τις θρησκευτικές προλήψεις, αφήνει τον ουρανό στη διάθεση των παπάδων και των αστών υποκριτών, κατακτώντας μια μεγαλύτερη ζωή εδώ στη γη. Το σύγχρονο προλεταριάτο τάσσεται με το μέρος του σοσιαλισμού, που επιστρατεύει την επιστήμη στην πάλη ενάντια στη θρησκευτική θολούρα και λυτρώνει τον εργάτη από την πίστη στη μετά θάνατον ζωή, συσπειρώνοντάς τον στην πραγματική πάλη για μια καλύτερη επίγεια ζωή.
Η θρησκεία πρέπει να ανακηρυχτεί ατομική υπόθεση· με τα λόγια αυτά καθιερώθηκε να εκφράζεται συνήθως η στάση των σοσιαλιστών απέναντι στη θρησκεία. Μα η σημασία αυτών των λέξεων πρέπει να καθοριστεί με ακρίβεια, για να μη μπορούν να προκαλούν κανενός είδους παρανοήσεις. Η θρησκεία πρέπει να είναι ατομική υπόθεση για το κράτος, αυτό ζητάμε εμείς, σε καμιά περίπτωση όμως δεν μπορούμε να θεωρούμε τη θρησκεία ατομική υπόθεση για το κόμμα μας. Το κράτος δεν πρέπει να έχει καμιά δουλειά με τη θρησκεία, οι θρησκευτικοί σύλλογοι δεν πρέπει να συνδέονται με την κρατική εξουσία. Ο καθένας πρέπει να είναι ολότελα ελεύθερος να πρεσβεύει όποια θρησκεία θέλει ή να μην παραδέχεται καμιά θρησκεία, δηλαδή να είναι άθεος, όπως και είναι συνήθως κάθε σοσιαλιστής. Δεν επιτρέπονται σε καμιά περίπτωση κανενός είδους διακρίσεις δικαιωμάτων ανάμεσα στους πολίτες εξαιτίας των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων. Πρέπει να καταργηθεί απόλυτα ακόμα και κάθε υπόμνηση στα επίσημα έγγραφα σχετικά με το άλφα ή βήτα θρήσκευμα των πολιτών. Δεν πρέπει να δίνεται καμιά επιχορήγηση από τα χρήματα του δημοσίου στις εκκλησιαστικές και θρησκευτικές ενώσεις, που πρέπει να γίνουν ενώσεις πολιτών-ομοϊδεατών ολότελα ελεύθερες, ανεξάρτητες από την κρατική εξουσία. Μόνο με την ολοκληρωτική εφαρμογή αυτών των διεκδικήσεων μπορεί να μπει τέρμα στο επαίσχυντο και καταραμένο εκείνο παρελθόν, τότε που η εκκλησία βρισκόταν σε δουλοπαροικιακή εξάρτηση από το κράτος, ενώ οι Ρώσοι πολίτες βρίσκονταν σε δουλοπαροικιακή εξάρτηση από την επίσημη εκκλησία, τότε που υπήρχαν και εφαρμόζονταν μεσαιωνικοί ιεροεξεταστικοί νόμοι (που διατηρούνται μέχρι σήμερα στους ποινικούς κώδικες και κανόνες), νόμοι που πρόβλεπαν διωγμούς για την πίστη ή για την απιστία, που ασκούσαν βία στη συνείδηση του ανθρώπου, που συνέδεαν τις δημόσιες θεσούλες και τα δημόσια έσοδα με τη διάδοση κάθε λογής πνευματικού οπίου που διοχετεύει η εκκλησία του κράτους. Ολοκληρωτικός χωρισμός της εκκλησίας από το κράτος –αυτή τη διεκδίκηση προβάλλει το σοσιαλιστικό προλεταριάτο στο σημερινό κράτος και στη σημερινή εκκλησία.
Η Ρωσική επανάσταση πρέπει να πραγματοποιήσει αυτήν τη διεκδίκηση σαν απαραίτητο συστατικό μέρος της πολιτικής ελευθερίας. Η ρωσική επανάσταση, από την άποψη αυτή, βρίσκεται σε εξαιρετικά ευνοϊκές συνθήκες, γιατί η αηδιαστική ρουτίνα της αστυνομικό-δουλοπαροικιακής απολυταρχίας προκάλεσε δυσαρέσκεια, αναβρασμό και αγανάκτηση ακόμα και μέσα στον κλήρο. Όσο κακομοιριασμένος, όσο αμόρφωτος και αν είναι ο ρωσικός ορθόδοξος κλήρος, ωστόσο και αυτός ακόμα ξύπνησε με τον πάταγο που προξένησε το σώριασμα της παλιάς μεσαιωνικής τάξης πραγμάτων στη Ρωσία. Ακόμα και ο κλήρος αυτός προσχωρεί στη διεκδίκηση της ελευθερίας, διαμαρτύρεται ενάντια στη ρουτίνα και στη γραφειοκρατική αυθαιρεσία, ενάντια στον αστυνομικό χαφιεδισμό που επιβλήθηκε στους «λειτουργούς του υψίστου». Εμείς οι σοσιαλιστές πρέπει να υποστηρίξουμε αυτό το κίνημα, ολοκληρώνοντας τις διεκδικήσεις των τίμιων και ειλικρινών ανθρώπων του κλήρου, να τους παρουσιάσουμε τα ίδια τους τα λόγια για ελευθερία και να ζητήσουμε να κόψουν αποφασιστικά κάθε δεσμό ανάμεσα στη θρησκεία και στην αστυνομία. Είτε είστε ειλικρινείς, και τότε πρέπει να υποστηρίζετε την πλήρη και χωρίς όρους ανακήρυξη της θρησκείας σε ατομική υπόθεση. Είτε δεν παραδέχεστε αυτές τις συνεπείς διεκδικήσεις της ελευθερίας, και τότε σημαίνει πως είστε ακόμα αιχμάλωτοι των παραδόσεων της ιερής εξέτασης, τότε σημαίνει πως εξακολουθείτε να κολλάτε στις δημόσιες θεσούλες και στο δημόσιο κορβανά, τότε σημαίνει πως δεν πιστεύετε στην πνευματική δύναμη του όπλου σας, πως εξακολουθείτε να δωροδοκείστε από την κρατική εξουσία. Στην περίπτωση αυτή οι συνειδητοί εργάτες όλης της Ρωσίας σάς κηρύττουν αμείλικτο πόλεμο.
Για το κόμμα του σοσιαλιστικού προλεταριάτου η θρησκεία δεν είναι ατομική υπόθεση. Το κόμμα μας είναι ένωση συνειδητών, πρωτοπόρων αγωνιστών για την απελευθέρωση της εργατικής τάξης. Μια τέτοια ένωση δεν μπορεί και δεν πρέπει να στέκει αδιάφορη απέναντι στην έλλειψη συνειδητότητας, στην καθυστέρηση ή στο σκοταδισμό με τη μορφή θρησκευτικών δοξασιών. Απαιτούμε ολοκληρωτικό χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος για να καταπολεμούμε τη θρησκευτική θολούρα με καθαρά ιδεολογικά και μόνο ιδεολογικά όπλα, με τον Τύπο μας, με το λόγο μας. Άλλωστε εμείς συγκροτήσαμε την ένωσή μας, το ΣΔΕΚΡ, για να διεξάγουμε, ανάμεσα στα άλλα έναν τέτοιον ακριβώς αγώνα ενάντια σε κάθε θρησκευτική αποβλάκωση των εργατών. Για μας η ιδεολογική πάλη δεν είναι ατομική υπόθεση αλλά υπόθεση όλου του κόμματος, όλου του προλεταριάτου.
Αφού είναι έτσι, τότε γιατί δεν δηλώνουμε στο πρόγραμμά μας πως είμαστε άθεοι; Γιατί δεν απαγορεύουμε στους χριστιανούς και σε εκείνους που πιστεύουν στο θεό να μπαίνουν στο κόμμα μας;
Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα θα εξηγήσει την πολύ σοβαρή διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στην αστικοδημοκρατική και στη σοσιαλδημοκρατική τοποθέτηση του ζητήματος της θρησκείας.
Ολόκληρο το πρόγραμμά μας είναι θεμελιωμένο πάνω σε επιστημονική και, συνάμα, στην υλιστική ακριβώς κοσμοθεωρία. Γι’ αυτό η εξήγηση του προγράμματός μας συμπεριλαμβάνει υποχρεωτικά και την εξήγηση για τις πραγματικές ιστορικές και οικονομικές ρίζες της θρησκευτικής θολούρας. Η προπαγάνδα μας συμπεριλαμβάνει υποχρεωτικά και την προπαγάνδα του αθεϊσμού, η έκδοση της αντίστοιχης επιστημονικής φιλολογίας, που ως σήμερα την απαγόρευε αυστηρά και την καταδίωκε η απολυταρχική δουλοπαροικιακή κρατική εξουσία, πρέπει να αποτελέσει τώρα έναν από τους τομείς της κομματικής μας δουλιάς. Τώρα θα βρεθούμε ίσως στην ανάγκη να ακολουθήσουμε τη συμβουλή που έδοσε κάποτε ο Έγκελς στους Γερμανούς σοσιαλιστές: μετάφραση και μαζική διάδοση της γαλλικής διαφωτιστικής και αθεϊστικής φιλολογίας του XVIII αιώνα.
Ταυτόχρονα, όμως, δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να ξεπέφτουμε σε αφηρημένη, σε ιδεαλιστική τοποθέτηση του θρησκευτικού ζητήματος, ξεκινώντας «από το λόγο» και όχι από την ταξική πάλη, τοποθέτηση που κάνουν συχνά οι ριζοσπάστες δημοκράτες της αστικής τάξης. Θα ήταν ανοησία να νομίζουμε πως, σε μια κοινωνία που στηρίζεται στην απεριόριστη καταπίεση και αποκτήνωση των εργατικών μαζών, είναι δυνατόν να διαλύσουμε τις θρησκευτικές προλήψεις με καθαρά προπαγανδιστικά μέσα. Θα ήταν αστική στενοκεφαλιά να ξεχνάμε πως η θρησκευτική καταπίεση της ανθρωπότητας είναι απλώς προϊόν και αντανάκλαση της οικονομικής καταπίεσης στους κόλπους της κοινωνίας. Με κανενός είδους φυλλάδες και με κανενός είδους κηρύγματα δεν μπορείς να διαφωτίσεις το προλεταριάτο, αν δεν το διαφωτίσει η ίδια η πάλη του ενάντια στις σκοτεινές δυνάμεις του καπιταλισμού. Η ενότητα αυτής της πάλης, πάλης πραγματικά επαναστατικής, που διεξάγει η καταπιεζόμενη τάξη για τη δημιουργία ενός επίγειου παραδείσου, είναι για μας σπουδαιότερη από την ενότητα γνωμών των προλεταρίων για τον επουράνιο παράδεισο.
Να γιατί δεν μιλάμε, και δεν πρέπει να μιλάμε στο πρόγραμμά μας για τον αθεϊσμό μας· να γιατί δεν απαγορεύουμε και δεν πρέπει να απαγορεύουμε στους προλετάριους που έχουν διατηρήσει τούτα ή εκείνα τα υπολείμματα των παλιών προλήψεων να πλησιάσουν στο κόμμα μας. Εμείς θα προπαγανδίζουμε πάντοτε την επιστημονική κοσμοθεωρία· μάς είναι απαραίτητο να καταπολεμούμε την ασυνέπεια οποιωνδήποτε «χριστιανών», αυτό όμως δεν σημαίνει καθόλου πως πρέπει να επιτρέπουμε το κομμάτιασμα των δυνάμεων της πραγματικά επαναστατικής, οικονομικής και πολιτικής πάλης για τριτεύουσες απόψεις και φαντασιοπληξίες, που χάνουν γρήγορα κάθε πολιτική σημασία, πετιούνται γρήγορα στην αποθήκη αχρήστων από την ίδια την πορεία της οικονομικής εξέλιξης.
Η αντιδραστική αστική τάξη φρόντιζε παντού, και τώρα αρχίζει να φροντίζει και στη χώρα μας, ν’ ανάψει τη θρησκευτική έχθρα για να τραβήξει προς τα κει την προσοχή των μαζών, αποσπώντας την από τα πραγματικώς σοβαρά και θεμελιακά οικονομικά και πολιτικά ζητήματα, τα οποία λύνει τώρα πρακτικά το πανρωσικό προλεταριάτο που ενώνεται στην επαναστατική του πάλη. Η αντιδραστική αυτή πολιτική του κατατεμαχισμού των προλεταριακών δυνάμεων, που σήμερα εκδηλώνεται κυρίως με τη μορφή των πογκρόμ στα οποία προβαίνουν οι μαυροεκατονταρχίτες, ίσως να καταλήξει αύριο σε τίποτε πιο εκλεπτυσμένες μορφές. Εμείς, εν πάση περιπτώσει, θα της αντιτάξουμε το ήρεμο, το σταθερό και υπομονητικό, το απαλλαγμένο από κάθε συνδαύλιση διαφωνιών δευτερεύουσας σημασίας κήρυγμα της προλεταριακής αλληλεγγύης και της επιστημονικής κοσμοθεωρίας.

Το επαναστατικό προλεταριάτο θα κατορθώσει, ώστε η θρησκεία να γίνει πραγματικά ατομική υπόθεση για το κράτος. Και μέσα σ’ αυτό το ξεκαθαρισμένο από τη μεσαιωνική μούχλα πολιτικό καθεστώς το προλεταριάτο θα αρχίσει μια πλατιά, ανοιχτή πάλη για την εξάλειψη της οικονομικής δουλείας, που είναι η αληθινή πηγή της θρησκευτικής αποβλάκωσης της ανθρωπότητας

Β.Ι.Λένιν - Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

http://www.marxistbooks.gr/thrisko.htm
Β.Ι.Λένιν

Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ
ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ
ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ


Ο λόγος του βουλευτή Σουρκόφ στην Κρατική Δούμα κατά τη συζήτηση του προϋπολογισμού της συνόδου και οι συζητήσεις στην ομάδα μας της Δούμας κατά την εξέταση του σχεδίου αυτού του λόγου, που δημοσιεύονται παρακάτω, ανακίνησαν ένα εξαιρετικά σοβαρό και επίκαιρο για τη σημερινή ακριβώς περίοδο ζήτημα [1]. Το ενδιαφέρον για καθετί που σχετίζεται με τη θρησκεία, αναμφισβήτητα, αγκάλιασε τώρα πλατιούς κύκλους της «κοινωνίας» και εισχώρησε στις γραμμές των διανοουμένων που βρίσκονται κοντά στο εργατικό κίνημα, καθώς και σε ορισμένους εργατικούς κύκλους. Η σοσιαλδημοκρατία έχει δίχως άλλο την υποχρέωση να εκθέσει τη στάση της απέναντι στη θρησκεία.
Η σοσιαλδημοκρατία βασίζει όλη την κοσμοθεωρία της στον επιστημονικό σοσιαλισμό, δηλ. στο μαρξισμό. Φιλοσοφική βάση του μαρξισμού, όπως δήλωσαν επανειλημμένα και ο Μαρξ και ο Έγκελς, είναι ο διαλεκτικός υλισμός, που αφομοίωσε στο σύνολό του τις ιστορικές παραδόσεις του υλισμού του ΧVΙΙΙ αιώνα στη Γαλλία και του Φόιερμπαχ (πρώτο μισό του ΧΙΧ αιώνα) στη Γερμανία, –ενός υλισμού απόλυτα αθεϊστικού, κατηγορηματικά εχθρικού απέναντι σε κάθε θρησκεία. Υπενθυμίζουμε ότι ολόκληρο το Αντιντίριγκ του Έγκελς, που το χειρόγραφο του το είχε διαβάσει ο Μαρξ, καταγγέλλει τον υλιστή και αθεϊστή Ντίριγκ για ασυνέπεια στον υλισμό του, για το ότι αφήνει πορτίτσες για τη θρησκεία και τη θρησκευτική φιλοσοφία. Υπενθυμίζουμε ότι στο έργο του για τον Λουδοβίκο Φόιερμπαχ, ο Έγκελς τον κατηγορεί ότι αγωνίστηκε κατά της θρησκείας με σκοπό όχι την εκμηδένιση της, μα την ανακαίνιση της, τη δημιουργία μιας νέας, «ανώτερης» θρησκείας κτλ. Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού, αυτό το απόφθεγμα του Μαρξ είναι ο ακρογωνιαίος λίθος όλης της κοσμοθεωρίας του μαρξισμού στο ζήτημα της θρησκείας[2].O μαρξισμός όλες τις σύγχρονες θρησκείες και εκκλησίες, όλες τις κάθε λογής θρησκευτικές οργανώσεις, τις βλέπει πάντα σαν όργανα της αστικής αντίδρασης, που χρησιμεύουν για την υπεράσπιση της εκμετάλλευσης και την αποχαύνωση της εργατικής τάξης.
Και ταυτόχρονα, όμως, ο Έγκελς καταδίκασε επανειλημμένα τις απόπειρες εκείνων που ήθελαν να είναι «πιο αριστεροί» ή «πιο επαναστάτες» από τη σοσιαλδημοκρατία, να μπάσουν στο πρόγραμμα του εργατικού κόμματος μια άμεση αναγνώριση του αθεϊσμού με την έννοια της κήρυξης πολέμου κατά της θρησκείας. Το 1874, ο Έγκελς μιλώντας για το περίφημο μανιφέστο των φυγάδων της Κομμούνας, των μπλανκιστών, πού ζούσαν σαν πολιτικοί πρόσφυγες στο Λονδίνο, χαρακτηρίζει σαν ανοησία τη θορυβώδη κήρυξη πολέμου από μέρους τους κατά της θρησκείας, και δηλώνει ότι μια τέτοια κήρυξη πολέμου είναι ο καλύτερος τρόπος να ζωντανέψει το ενδιαφέρον προς τη θρησκεία και να δυσκολευτεί η πραγματική απονέκρωση της θρησκείας. Ο Έγκελς κατηγορεί τους μπλανκιστές ότι δεν μπορούν να καταλάβουν πως μονάχα η ταξική πάλη των εργατικών μαζών, που τραβά ολόπλευρα τα πιο πλατιά στρώματα του προλεταριάτου στη συνειδητή και επαναστατική κοινωνική πρακτική, είναι σε θέση ν’ απελευθερώσει στην πράξη τις καταπιεζόμενες μάζες από το ζυγό της θρησκείας, ενώ η ανακήρυξη σε πολιτικό καθήκον του εργατικού κόμματος του πολέμου κατά της θρησκείας είναι αναρχική λογοκοπία. Και το 1877 στο Αντιντίριγκ, ο Έγκελς κτυπώντας αμείλικτα τις παραμικρότερες παραχωρήσεις που κάνει ο φιλόσοφος Ντίριγκ στον ιδεαλισμό και στη θρησκεία, καταδικάζει όχι λιγότερο αποφασιστικά τη δήθεν επαναστατική ιδέα του Ντίριγκ για απαγόρευση της θρησκείας στη σοσιαλιστική κοινωνία. Το να κηρύσσεις ένα τέτοιο πόλεμο κατά της θρησκείας σημαίνει –λέει ο Έγκελς– «να γίνεσαι πιο βισμαρκικός από τον ίδιο το Βίσμαρκ», δηλ. να επαναλαμβάνεις την κουταμάρα της πάλης του Βίσμαρκ ενάντια στους κληρικόφρονες (η περιβόητη «πάλη υπέρ του πολιτισμού», Κulturkampf, δηλ. η πάλη του Βίσμαρκ στην 8η δεκαετία του περασμένου αιώνα ενάντια στο γερμανικό κόμμα των καθολικών, το κόμμα του «κέντρου», με αστυνομικές διώξεις του καθολικισμού). Μ’ αυτή την πάλη ο Βίσμαρκ το μόνο που έκανε ήταν να δυναμώσει τη μαχητική κληρικοφροσύνη των καθολικών, να βλάψει την υπόθεση του πραγματικού πολιτισμού, γιατί πρόβαλε σε πρώτη μοίρα τις θρησκευτικές διαιρέσεις αντί τις πολιτικές, τράβηξε την προσοχή μερικών στρωμάτων της εργατικής τάξης και της δημοκρατίας από τα επιτακτικά καθήκοντα της ταξικής και επαναστατικής πάλης προς την κατεύθυνση της πιο επιφανειακής και αστικά απατηλής αντικληρικοφροσύνης. Ο Έγκελς κατηγορώντας τον Ντίριγκ που ήθελε να είναι υπερεπαναστάτης, ότι θέλει να επαναλάβει με άλλη μορφή την ίδια εκείνη κουταμάρα του Βίσμαρκ, απαιτούσε από το εργατικό κόμμα να είναι ικανό να δουλεύει υπομονητικά για το έργο της οργάνωσης και της διαφώτισης του προλεταριάτου, έργο που οδηγεί στην απονέκρωση της θρησκείας, και όχι να ρίχνεται στους τυχοδιωκτισμούς ενός πολιτικού πολέμου κατά της θρησκείας. Αυτή η άποψη μπήκε στη σάρκα και στο αίμα της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, που τάχθηκε, λόγου χάρη, υπέρ της ελευθερίας των Ιησουϊτών, υπέρ της ανοχής τους στη Γερμανία, υπέρ της κατάργησης των κάθε είδους μέτρων αστυνομικής πάλης ενάντια στη μια ή στην άλλη θρησκεία. Η «ανακήρυξη της θρησκείας σε ιδιωτική υπόθεση», αυτό το περίφημο σημείο του προγράμματος της Ερφούρτης (1891), κατοχύρωσε την παραπάνω πολιτική τακτική της σοσιαλδημοκρατίας.
Αυτή η τακτική πρόλαβε τώρα κιόλας να γίνει ρουτίνα, πρόλαβε να γεννήσει μια νέα διαστρέβλωση του μαρξισμού προς την αντίθετη πλευρά, προς την πλευρά του οπορτουνισμού. Τη θέση του προγράμματος της Ερφούρτης άρχισαν να την ερμηνεύουν με την έννοια ότι εμείς, οι σοσιαλδημοκράτες, το κόμμα μας θεωρεί τη θρησκεία ιδιωτική υπόθεση, ότι για μας, σαν σοσιαλδημοκράτες, για μας, σαν κόμμα, η θρησκεία είναι ιδιωτική υπόθεση. Ο Έγκελς χωρίς ν’ αρχίσει ανοιχτή πολεμική ενάντια σ’ αυτή την οπορτουνιστική άποψη, στην τελευταία δεκαετία του περασμένου αιώνα θεώρησε απαραίτητο να ταχθεί αποφασιστικά ενάντιά της όχι με μορφή πολεμικής, μα με θετική μορφή. Συγκεκριμένα: ο Έγκελς το έκανε αυτό με τη μορφή μιας δήλωσης, που σκόπιμα την υπογράμμισε, ότι η σοσιαλδημοκρατία θεωρεί τη θρησκεία ιδιωτική υπόθεση σε σχέση με το κράτος, μα κάθε άλλο παρά σε σχέση με τον εαυτό της, σε σχέση με το μαρξισμό, σε σχέση με το εργατικό κόμμα.
Αυτή είναι η εξωτερική πλευρά της ιστορίας των θέσεων του Μαρξ και του Έγκελς στο ζήτημα της θρησκείας. Για κείνους που ασχολούνται, επιπόλαια με το μαρξισμό, για εκείνους που δεν ξέρουν ή δεν θέλουν να σκέπτονται, η ιστορία αυτή είναι ένα κουβάρι παράλογων αντιφάσεων και ταλαντεύσεων του μαρξισμού: ένα είδος, λένε, σαλάτας από «συνεπή» αθεϊσμό και από «χατηράκια» προς τη θρησκεία, ένα είδος ταλάντευσης «χωρίς αρχές» ανάμεσα στον ε-ε-επαναστατικό πόλεμο κατά του θεού και στη φοβητσιάρικη επιθυμία να «προσαρμοστούμε» στους εργάτες που πιστεύουν, στο φόβο μη τους τρομάξουμε κτλ. κτλ. Στη φιλολογία των αναρχικών λογοκόπων μπορεί κανείς να βρει όχι λίγα ξεσπαθώματα αυτού του είδους ενάντια στο μαρξισμό.
Μα όποιος είναι λίγο-πολύ ικανός ν’ ασχοληθεί σοβαρά με το μαρξισμό, να εμβαθύνει στις φιλοσοφικές βάσεις του και στην πείρα της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας, αυτός εύκολα θα δει ότι η τακτική του μαρξισμού απέναντι στη θρησκεία είναι βαθιά συνεπής και μελετημένη από τον Μαρξ και τον Έγκελς, ότι αυτό που οι ερασιτέχνες ή οι αμόρφωτοι θεωρούν ταλαντεύσεις είναι άμεσο και αναπόφευκτο συμπέρασμα πού βγαίνει από το διαλεκτικό υλισμό. Θα ήταν μεγάλο λάθος να νομίζουμε πως η φαινομενική «μετριοπάθεια» του μαρξισμού απέναντι στη θρησκεία εξηγείται με τους λεγόμενους λόγους «τακτικής» με την έννοια της επιθυμίας «να μην τους τρομάξουμε» κτλ. Αντίθετα, η πολιτική γραμμή του μαρξισμού και σ’ αυτό το ζήτημα συνδέεται αδιάρρηκτα με τις φιλοσοφικές του βάσεις.
Ο μαρξισμός είναι υλισμός. Σαν τέτοιος είναι εξίσου αμείλικτα εχθρικός προς τη θρησκεία, όσο και ο υλισμός των εγκυκλοπαιδιστών του ΧVΙΙΙ αιώνα ή ο υλισμός του Φόιερμπαχ. Αυτό είναι αναμφισβήτητο. Μα ο διαλεκτικός υλισμός του Μαρξ και του Έγκελς προχωρεί πιο πέρα από τους εγκυκλοπαιδιστές και τον Φόιερμπαχ, εφαρμόζοντας την υλιστική φιλοσοφία στον τομέα της ιστορίας, στον τομέα των κοινωνικών επιστημών. Πρέπει ν’ αγωνιζόμαστε κατά της θρησκείας. Αυτό είναι το αλφάβητο όλου του υλισμού και, συνεπώς, και του μαρξισμού. Μα ο μαρξισμός δεν είναι υλισμός που σταμάτησε στο αλφάβητο. Ο μαρξισμός προχωρεί πιο πέρα. Ο μαρξισμός λέει: πρέπει να ξέρουμε ν’ αγωνιζόμαστε κατά της θρησκείας, και γι’ αυτό πρέπει να εξηγήσουμε υλιστικά την πηγή της πίστης και της θρησκείας μέσα στις μάζες. Την πάλη κατά της θρησκείας δεν μπορούμε να την περιορίζουμε σ’ ένα αφηρημένο ιδεολογικό κήρυγμα, δεν μπορούμε να την ανάγουμε σ’ ένα τέτοιο κήρυγμα. Την πάλη αυτή πρέπει να την συνδέσουμε με τη συγκεκριμένη πρακτική του ταξικού κινήματος που αποβλέπει στην εξάλειψη των κοινωνικών ριζών της θρησκείας. Γιατί διατηρείται η θρησκεία στα καθυστερημένα στρώματα του προλεταριάτου της πόλης, στα πλατιά στρώματα του μισοπρολεταριάτου, καθώς και στη μάζα της αγροτιάς; Εξαιτίας της αμορφωσιάς του λαού, απαντάει ο αστός προοδευτικός, ο ριζοσπάστης ή ο αστός υλιστής. Συνεπώς, κάτω η θρησκεία, ζήτω ο αθεϊσμός, η διάδοση των αθεϊστικών αντιλήψεων είναι το κυριότερο μας καθήκον. Ο μαρξιστής λέει: Δεν είναι αλήθεια. Μια τέτοια άποψη είναι επιφανειακή, αστικά περιορισμένη πολιτιστική προπαγάνδα. Μια τέτοια άποψη δεν εξηγεί τις ρίζες της θρησκείας αρκετά βαθιά, υλιστικά, αλλά ιδεαλιστικά. Στις σύγχρονες καπιταλιστικές χώρες οι ρίζες αυτές είναι κυρίως κοινωνικές. Η κοινωνική εξάρτηση των εργαζόμενων μαζών, η καταφανής απόλυτη αδυναμία τους μπροστά στις τυφλές δυνάμεις του καπιταλισμού, που προξενεί κάθε μέρα και κάθε ώρα χίλιες φορές φρικτότερα βάσανα, αγριότερα μαρτύρια στους απλούς ανθρώπους της δουλειάς απ’ ό,τι οποιαδήποτε έκτακτα γεγονότα, όπως πόλεμοι, σεισμοί κτλ., να που βρίσκεται η βαθύτερη σύγχρονη ρίζα της θρησκείας. «Ο φόβος δημιούργησε τους θεούς». Ό φόβος μπροστά στην τυφλή δύναμη του κεφαλαίου, που είναι τυφλή γιατί δεν μπορεί να προβλεφτεί από τις μάζες του λαού, που στο κάθε βήμα της ζωής του προλετάριου και του μικρονοικοκύρη η δύναμη αυτή απειλεί να του φέρει και του φέρνει την «ξαφνική», την «αναπάντεχη», την «τυχαία» καταστροφή, τον όλεθρο, τη μετατροπή του σε ζητιάνο, σε πόρνη, το θάνατο από την πείνα, να η ρίζα της σύγχρονης θρησκείας που πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα πρέπει να έχει υπόψη του ο υλιστής, αν δεν θέλει να παραμείνει υλιστής του νηπιαγωγείου. Κανένα διαφωτιστικό βιβλίο δεν πρόκειται να ξεριζώσει τη θρησκεία από τις μάζες που καταπιέζονται από το καπιταλιστικό κάτεργο και που εξαρτιόνται από τις τυφλές καταστροφικές δυνάμεις του καπιταλισμού, όσο αυτές οι μάζες δεν θα μάθουν μόνες τους ν’ αγωνίζονται ενωμένες, οργανωμένα, συστηματικά, συνειδητά ενάντια σ’ αυτή τη ρίζα της θρησκείας, ενάντια στην κυριαρχία του κεφαλαίου σ’ όλες τις μορφές.
Μήπως από δω βγαίνει ότι το διαφωτιστικό βιβλίο κατά της θρησκείας είναι βλαβερό ή περιττό; Όχι. Από δω δεν βγαίνει καθόλου ένα τέτοια πράγμα. Από δω βγαίνει ότι η αθεϊστική προπαγάνδα της σοσιαλδημοκρατίας πρέπει να υποτάσσεται στο βασικό της καθήκον: την ανάπτυξη της ταξικής πάλης των εκμεταλλευόμενων μαζών κατά των εκμεταλλευτών.
Ένας άνθρωπος που δεν έχει μελετήσει βαθιά τις βάσεις του διαλεκτικού υλισμού, δηλ. της φιλοσοφίας του Μαρξ και του Έγκελς, μπορεί να μην καταλάβει (ή τουλάχιστο, να μην καταλάβει αμέσως) αυτή τη θέση. Πως γίνεται αυτό; Να υποτάξουμε την ιδεολογική προπαγάνδα, το κήρυγμα ορισμένων ιδεών, την πάλη ενάντια σ’ αυτό τον εχθρό του πολιτισμού και της προόδου, που διατηρείται χιλιετηρίδες (δηλ. ενάντια στη θρησκεία), στην ταξική πάλη, δηλ. στην πάλη για συγκεκριμένους πρακτικούς σκοπούς στον οικονομικό και πολιτικό τομέα;
Μια τέτοια αντίρρηση ανήκει στις συνηθισμένες αντιρρήσεις κατά του μαρξισμού, και είναι δείγμα απόλυτης άγνοιας της διαλεκτικής του Μαρξ. Η αντίφαση που ενοχλεί όσους έχουν τέτοιου είδους αντιρρήσεις είναι μια ζωντανή αντίφαση της ζωντανής ζωής, δηλ. μια διαλεκτική, κι όχι φραστική, όχι επινοημένη αντίφαση. Το να χωρίζουμε μ’ ένα απόλυτο, αδιαπέραστο σύνορο τη θεωρητική προπαγάνδα του αθεϊσμού, δηλ. την εκμηδένιση των θρησκευτικών πεποιθήσεων σε ορισμένα στρώματα του προλεταριάτου, και την επιτυχία, την πορεία, τις συνθήκες της ταξικής πάλης αυτών των στρωμάτων, σημαίνει ότι δεν σκεπτόμαστε διαλεκτικά, ότι μετατρέπουμε σε απόλυτο σύνορο εκείνο που είναι κινητό, σχετικό σύνορο, σημαίνει ότι διασπούμε βίαια εκείνο πού συνδέεται αδιάσπαστα στη ζωντανή πραγματικότητα. Ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Το προλεταριάτο μιας δοσμένης περιοχής και ενός δοσμένου κλάδου της βιομηχανίας αποτελείται, ας υποθέσουμε, από ένα πρωτοπόρο στρώμα αρκετά συνειδητών σοσιαλδημοκρατών που, εννοείται, είναι αθεϊστές, και από αρκετά καθυστερημένους, συνδεμένους ακόμη με το χωριό και την αγροτιά εργάτες που πιστεύουν στο θεό, πηγαίνουν στην εκκλησία ή ακόμη βρίσκονται και κάτω από την άμεση επιρροή του τοπικού παπά που ιδρύει, ας υποθέσουμε, μια χριστιανική εργατική ένωση. Ας υποθέσουμε, σε συνέχεια, πως η οικονομική πάλη σ’ αυτόν τον τόπο οδήγησε σε απεργία. Για το μαρξιστή είναι υποχρεωτικό να βάλει σε πρώτη μοίρα την επιτυχία του απεργιακού κινήματος, είναι υποχρεωτικό ν’ αντιδράσει αποφασιστικά στο χωρισμό των εργατών σ’ αυτή την πάλη σε αθεϊστές και χριστιανούς, να παλέψει αποφασιστικά ενάντια σ’ αυτό το χωρισμό. Το αθεϊστικό κήρυγμα μπορεί να είναι κάτω απ’ αυτούς τους όρους και περιττό και βλαβερό, όχι από την άποψη των στενοκέφαλων υπολογισμών να μην τρομάξουν τα καθυστερημένα στρώματα, να μη χάσουμε την ψήφο στις εκλογές κτλ., μα από την άποψη της πραγματικής προόδου της ταξικής πάλης, που στις συνθήκες της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας οδηγεί εκατό φορές καλύτερα τους χριστιανούς εργάτες στη σοσιαλδημοκρατία και στον αθεϊσμό παρά το σκέτο αθεϊστικό κήρυγμα. Ο κήρυκας του αθεϊσμού σε μια τέτοια στιγμή και κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες θα έπαιζε μονάχα το παιχνίδι του παπά και των παπάδων, που τίποτε δεν επιθυμούν τόσο, όσο την αντικατάσταση του χωρισμού των εργατών με βάση τη συμμετοχή στην απεργία, με το χωρισμό τους με βάση την πίστη στο θεό. Ο αναρχικός, κηρύσσοντας με κάθε τρόπο και μέσο τον πόλεμο κατά του θεού, στην πράξη θα βοηθούσε τους παπάδες και την αστική τάξη (όπως και πάντα οι αναρχικοί στην πράξη βοηθούν την αστική τάξη). Ο μαρξιστής πρέπει να είναι υλιστής, δηλ. εχθρός της θρησκείας, μα υλιστής διαλεκτικός, δηλ. που βάζει το ζήτημα της πάλης κατά της θρησκείας όχι αφηρημένα, όχι στη βάση ενός αφηρημένου, καθαρά θεωρητικού, πάντα αναλλοίωτου κηρύγματος, μα συγκεκριμένα, στη βάση της ταξικής πάλης που διεξάγεται στην πράξη και που διαπαιδαγωγεί τις μάζες περισσότερο απ’ όλα και καλύτερα απ’ όλα. Ο μαρξιστής πρέπει να ξέρει να υπολογίζει όλες τις συγκεκριμένες συνθήκες, να βρίσκει πάντα το σύνορο ανάμεσα στον αναρχισμό και στον οπορτουνισμό (αυτό το σύνορο είναι σχετικό, κινητό, μεταβλητό, όμως υπάρχει), να μην πέφτει ούτε στον αφηρημένο, φραστικό, στην πράξη κούφιο «επαναστατισμό» του αναρχικού, ούτε στη στενοκεφαλιά και στον οπορτουνισμό του μικροαστού ή του φιλελεύθερου διανοουμένου που φοβάται την πάλη με τη θρησκεία, ξεχνάει αυτό το καθήκον του, συμβιβάζεται με την πίστη στο θεό, καθοδηγείται όχι από τα συμφέροντα της ταξικής πάλης, μα από ένα μικροπρεπή, μίζερο μικρο-υπολογισμό: να μην στενοχωρήσει, να μην αποδιώξει, να μην τρομάξει, και από τον πάνσοφο κανόνα: «ζήσε και άσε και τους άλλους να ζουν » κτλ. κτλ.
Απ’ αυτήν την άποψη πρέπει να λύνουμε όλα τα επιμέρους ζητήματα που αφορούν τη στάση της σοσιαλδημοκρατίας απέναντι στη θρησκεία. Λόγου χάρη, συχνά προβάλλεται το ερώτημα, αν μπορεί ένας παπάς να είναι μέλος του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, και συνήθως απαντούν σ’ αυτό το ερώτημα χωρίς κανενός είδους επιφυλάξεις καταφατικά, προβάλλοντας σαν επιχείρημα την πείρα των ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Αλλά αυτή η πείρα γεννήθηκε όχι μονάχα από την εφαρμογή της θεωρίας του μαρξισμού στο εργατικό κίνημα, μα και από τις ειδικές ιστορικές συνθήκες της Δύσης, που δεν υπάρχουν στη Ρωσία (θα μιλήσουμε παρακάτω γι’ αυτές τις συνθήκες), έτσι που η δίχως όρους καταφατική απάντηση εδώ δεν είναι σωστή. Δεν επιτρέπεται μια για πάντα και για όλες τις συνθήκες να δηλώσουμε ότι οι παπάδες δεν μπορούν να είναι μέλη του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, αλλά και δεν επιτρέπεται μια για πάντα να προβάλουμε και τον αντίστροφο κανόνα. Αν ο παπάς έρχεται σε μας για μια από κοινού πολιτική δουλειά και εκπληρώνει ευσυνείδητα την κομματική δουλειά, χωρίς να δρα ενάντια στο πρόγραμμα του κόμματος, μπορούμε να τον δεχτούμε στις γραμμές της σοσιαλδημοκρατίας, γιατί η αντίφαση του πνεύματος και των βάσεων του προγράμματος μας με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του παπά θα μπορούσε να παραμείνει κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες μια αντίφαση που αφορά μονάχα αυτόν, προσωπικά αυτόν, και η πολιτική οργάνωση δεν μπορεί να υποβάλλει τα μέλη της σε εξετάσεις για το αν δεν υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στις αντιλήψεις τους και στο πρόγραμμα του κόμματος. Αλλά, εννοείται, μια τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να είναι σπάνια εξαίρεση ακόμη και στην Ευρώπη, κι’ όσο για τη Ρωσία είναι πια ελάχιστα πιθανή. Και αν, λόγου χάρη, ο παπάς έμπαινε στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα και άρχιζε να διεξάγει σ’ αυτό το κόμμα, σαν κύρια και σχεδόν μοναδική δουλειά του, ένα δραστήριο κήρυγμα των θρησκευτικών αντιλήψεων, τότε το κόμμα θα έπρεπε δίχως άλλο να τον διώξει από το περιβάλλον του. Πρέπει όχι μονάχα να δεχόμαστε, μα και να τραβούμε με κάθε τρόπο στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα όλους τους εργάτες που διατηρούν την πίστη στο θεό, είμαστε κατηγορηματικά αντίθετοι στην παραμικρότερη προσβολή των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, μα τους τραβούμε για να τους διαπαιδαγωγήσουμε στο πνεύμα του προγράμματος μας και όχι για να το καταπολεμήσουν ενεργά. Δεχόμαστε μέσα στο κόμμα την ελευθερία γνωμών, μα σε ορισμένα όρια που καθορίζονται από την ελευθερία των ομάδων: δεν είμαστε υποχρεωμένοι να βαδίζουμε χέρι με χέρι με τους δραστήριους κήρυκες απόψεων που απορρίπτονται από την πλειοψηφία του κόμματος.
Άλλο παράδειγμα: μπορούμε άραγε σ’ όλες τις συνθήκες, χρησιμοποιώντας το ίδιο μέτρο, να καταδικάζουμε τα μέλη του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος για τη δήλωση: «ο σοσιαλισμός είναι η θρησκεία μου» και για το κήρυγμα απόψεων που αντιστοιχούν σε μια τέτοια δήλωση; Όχι. Η απομάκρυνση από το μαρξισμό (και συνεπώς και από το σοσιαλισμό) είναι εδώ αναμφισβήτητη, μα η σημασία αυτής της απομάκρυνσης, το ειδικό, ας πούμε, βάρος της, μπορεί να είναι διαφορετικό σε διαφορετικές συνθήκες. Άλλο πράγμα είναι, όταν ο προπαγανδιστής ή ο άνθρωπος πού παίρνει το λόγο μπροστά στην εργατική μάζα μιλάει έτσι, για να είναι πιο κατανοητός, για ν’ αρχίσει την ανάπτυξη του θέματος, για να υπογραμμίσει πιο ρεαλιστικά τις απόψεις του με όρους πιο συνηθισμένους στην καθυστερημένη μάζα. Κι’ άλλο πράγμα είναι, όταν ένας συγγραφέας αρχίζει να κηρύσσει τη «θεοπλασία» ή το θεοπλαστικό σοσιαλισμό (λόγου χάρη, στο πνεύμα των δικών μας Λουνατσάρσκι και Σίας). Όσο στην πρώτη περίπτωση η καταδίκη θα μπορούσε να είναι μικροπρέπεια ή ακόμη και άτοπος περιορισμός της ελευθερίας του προπαγανδιστή, της ελευθερίας της «παιδαγωγικής» επενέργειας, τόσο στη δεύτερη περίπτωση η κομματική καταδίκη είναι απαραίτητη και υποχρεωτική. Η θέση: «ο σοσιαλισμός είναι θρησκεία» για άλλους είναι μορφή περάσματος από τη θρησκεία στο σοσιαλισμό, και για άλλους, από το σοσιαλισμό στη θρησκεία.
Ας περάσουμε τώρα στις συνθήκες που γέννησαν στη Δύση την οπορτουνιστική ερμηνεία της θέσης: «ανακήρυξη της θρησκείας σε ιδιωτική υπόθεση». Φυσικά, εδώ υπάρχει η επίδραση των γενικών αιτιών που γεννούν τον οπορτουνισμό γενικά, ο οποίος θυσιάζει τα βασικά συμφέροντα του εργατικού κινήματος για στιγμιαία κέρδη. Το κόμμα του προλεταριάτου απαιτεί από το κράτος ν’ ανακηρύξει τη θρησκεία ιδιωτική υπόθεση, χωρίς να θεωρεί καθόλου «ιδιωτική υπόθεση» το ζήτημα της πάλης ενάντια στο όπιο του λαού, της πάλης κατά των θρησκευτικών προλήψεων κτλ. Οι οπορτουνιστές διαστρεβλώνουν το ζήτημα έτσι που βγαίνει ότι τάχα το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα θεωρεί τη θρησκεία ιδιωτική υπόθεση!
Αλλά, εκτός από τη συνηθισμένη οπορτουνιστική διαστρέβλωση (που δεν ξεκαθαρίστηκε καθόλου στις συζητήσεις που έκανε η ομάδα μας της Δούμας σχετικά με την ομιλία για τη θρησκεία) υπάρχουν ειδικές ιστορικές συνθήκες που προκάλεσαν τη σύγχρονη, αν μπορούμε να εκφραστούμε έτσι, υπερβολική αδιαφορία των Ευρωπαίων σοσιαλδημοκρατών στο ζήτημα της θρησκείας. Οι συνθήκες αυτές είναι δυο ειδών. Πρώτα-πρώτα το καθήκον της πάλης κατά της θρησκείας είναι ιστορικό καθήκον της επαναστατικής αστικής τάξης, και στη Δύση αυτό το καθήκον σε σημαντικό βαθμό το εκπλήρωσε (ή το εκπλήρωνε) η αστική δημοκρατία την εποχή των επαναστάσεων της ή των εφόδων της κατά της φεουδαρχίας και του μεσαιωνισμού. Και στη Γαλλία και στη Γερμανία υπάρχει μια παράδοση αστικού πολέμου κατά της θρησκείας, που άρχισε πολύ πριν από το σοσιαλισμό (εγκυκλοπαιδιστές, Φόιερμπαχ). Στη Ρωσία, σε αντιστοιχία με τις συνθήκες της αστικοδημοκρατικής μας επανάστασης, και αυτό το καθήκον πέφτει σχεδόν ολοκληρωτικά στους ώμους της εργατικής τάξης. Η μικροαστική (ναρόντνικη) δημοκρατία έκανε απ’ αυτή την άποψη στη χώρα μας όχι πάρα πολλά (όπως νομίζουν οι νεοφώτιστοι μαυροεκατονταρχίτες καντέτοι ή καντέτοι μαυροεκατονταρχίτες της «Βέχι»)[3], μα πολύ λίγα σε σύγκριση με την Ευρώπη.
Από το άλλο μέρος, η παράδοση του αστικού πολέμου κατά της θρησκείας έχει κιόλας δημιουργήσει στην Ευρώπη μια ειδικά αστική διαστρέβλωση αυτού του πολέμου από τον αναρχισμό, που στέκεται, όπως από καιρό πια και επανειλημμένα εξήγησαν οι μαρξιστές, στη βάση της αστικής κοσμοθεωρίας, παρόλη τη «λύσσα» των επιθέσεών του κατά της αστικής τάξης. Οι αναρχικοί και οι μπλανκιστές στις λατινικές χώρες, ο Μοστ (που ήταν, ανάμεσα στ’ άλλα, μαθητής του Ντίριγκ) και Σία στη Γερμανία, οι αναρχικοί της 9ης δεκαετίας στην Αυστρία έφτασαν ως το nec plus ultra (τον έσχατο βαθμό) την επαναστατική λογοκοπία στην πάλη ενάντια στη θρησκεία. Δεν είναι εκπληκτικό ότι οι Ευρωπαίοι σοσιαλδημοκράτες τώρα παρατραβούν το σχοινί, που το είχαν τραβήξει προς την άλλη μεριά οι αναρχικοί. Αυτό είναι κατανοητό και, σ’ ένα ορισμένο βαθμό, δικαιολογημένο, μα εμείς, οι ρώσοι σοσιαλδημοκράτες, δεν κάνει να ξεχνάμε τις ειδικές ιστορικές συνθήκες της Δύσης.
Δεύτερο, στη Δύση, ύστερα από τον τερματισμό των εθνικών αστικών επαναστάσεων, ύστερα από την καθιέρωση μιας λίγο πολύ απόλυτης ελευθερίας της λατρείας, το ζήτημα της δημοκρατικής πάλης κατά της θρησκείας τόσο πια παραμερίστηκε ιστορικά σε δεύτερη μοίρα από την πάλη της αστικής δημοκρατίας ενάντια στο σοσιαλισμό, ώστε οι αστικές κυβερνήσεις συνειδητά δοκίμαζαν ν’ αποσπάσουν την προσοχή των μαζών από το σοσιαλισμό με την οργάνωση μιας quasi-φιλελεύθερης (δήθεν-φιλελεύθερης) «εκστρατείας» κατά της κληρικοφροσύνης. Αυτό το χαρακτήρα είχε και η Kulturkampf στη Γερμανία και η πάλη των αστών δημοκρατών της Γαλλίας κατά της κληρικοφροσύνης. Η αστική αντικληρικοφροσύνη σαν μέσο για ν’ αποσπασθεί η προσοχή των εργατικών μαζών από το σοσιαλισμό, να τι προηγήθηκε στη Δύση από τη διάδοση μέσα στους σοσιαλδημοκράτες της σύγχρονης «αδιαφορίας» τους σχετικά με την πάλη κατά της θρησκείας. Και πάλι αυτό είναι κατανοητό και δικαιολογημένο, γιατί στην αστική και τη βισμαρκική αντικληρικοφροσύνη οι σοσιαλδημοκράτες έπρεπε ν’ αντιπαρατάξουν ακριβώς την υποταγή της πάλης κατά της θρησκείας στην πάλη υπέρ του σοσιαλισμού.
Στη Ρωσία οι συνθήκες είναι εντελώς διαφορετικές. Το προλεταριάτο είναι ο ηγέτης της αστικοδημοκρατικής μας επανάστασης. Το κόμμα του πρέπει να είναι ο ιδεολογικός ηγέτης στην πάλη ενάντια σε κάθε μεσαιωνισμό, κι’ ανάμεσα στ’ άλλα ενάντια στην παλιά, επίσημη θρησκεία και σ’ όλες τις απόπειρες να την ανακαινίσουν ή να την στηρίξουν ξανά από την αρχή με διαφορετικό τρόπο κτλ. Γι’ αυτό, αν ο Έγκελς διόρθωνε με σχετική επιείκεια τον οπορτουνισμό των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών που αντικαθιστούσαν το αίτημα του εργατικού κόμματος για την ανακήρυξη της θρησκείας από το κράτος σε ιδιωτική υπόθεση, με την ανακήρυξη της θρησκείας σε ιδιωτική υπόθεση για τους ίδιους τους σοσιαλδημοκράτες και το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, είναι ευνόητο ότι η αντιγραφή από τους ρώσους οπορτουνιστές αυτής της γερμανικής διαστρέβλωσης θα επέσυρε μια εκατό φορές πιο αυστηρή καταδίκη από μέρους του Έγκελς.
Δηλώνοντας από το βήμα της Δούμας ότι η θρησκεία είναι το όπιο του λαού, η ομάδα μας της Δούμας ενήργησε απόλυτα σωστά και δημιούργησε, μ’ αυτόν τον τρόπο, ένα προηγούμενο που πρέπει να χρησιμεύσει σαν βάση για όλες τις ομιλίες των ρώσων σοσιαλδημοκρατών στο ζήτημα της θρησκείας. Έπρεπε μήπως να προχωρήσει παραπέρα, αναπτύσσοντας ακόμη πιο λεπτομερειακά τα αθεϊστικά συμπεράσματα; Νομίζουμε όχι. Αυτό θα μπορούσε ν’ αποτελέσει κίνδυνο μεγαλοποίησης της πάλης κατά της θρησκείας από μέρους του πολιτικού κόμματος του προλεταριάτου, θα μπορούσε να οδηγήσει στο σβήσιμο των συνόρων ανάμεσα στην αστική και στη σοσιαλιστική πάλη κατά της θρησκείας. Το πρώτο που έπρεπε να εκπληρώσει η σοσιαλδημοκρατική ομάδα στη μαυροεκατονταρχίτικη Δούμα, το εκπλήρωσε με τιμή.
Το δεύτερο, και ίσως το κυριότερο για τους σοσιαλδημοκράτες –η εξήγηση του ταξικού ρόλου της εκκλησίας και του κλήρου στην υποστήριξη της μαυροεκατονταρχίτικης κυβέρνησης και της αστικής τάξης στην πάλη της κατά της εργατικής τάξης– εκπληρώθηκε επίσης με τιμή. Φυσικά, πάνω σ’ αυτό το θέμα μπορούμε ακόμη να πούμε πάρα πολλά, και οι κατοπινές ομιλίες των σοσιαλδημοκρατών θα βρουν με τι να συμπληρώσουν το λόγο του σ. Σουρκόφ, μα ωστόσο ο λόγος του ήταν έξοχος και η διάδοση του από όλες τις κομματικές οργανώσεις είναι άμεση υποχρέωση του κόμματος μας.
Το τρίτο είναι ότι χρειαζόταν να ξεκαθαρίσουμε με τον πιο αναλυτικό τρόπο τη σωστή έννοια της θέσης που τόσο συχνά διαστρεβλώνεται από τους γερμανούς οπορτουνιστές: «ανακήρυξη της θρησκείας σε ιδιωτική υπόθεση». Αυτό, δυστυχώς, ο σ. Σουρκόφ δεν το έκανε. Κι αυτό είναι ακόμη πιο λυπηρό, γιατί στην προηγούμενη δράση της ομάδας είχε κιόλας διαπραχθεί πάνω σ’ αυτό το ζήτημα το λάθος του σ. Μπελοούσοφ που σημειώθηκε έγκαιρα από την εφημερίδα «Προλετάρι». Οι συζητήσεις στην ομάδα δείχνουν ότι η διαμάχη για τον αθεϊσμό επισκίασε το ζήτημα της σωστής ανάπτυξης του περίφημου αιτήματος σχετικά με την ανακήρυξη της θρησκείας σε ιδιωτική υπόθεση. Δεν θα κατηγορήσουμε γι’ αυτό το λάθος όλης της ομάδας μόνο τον σ. Σουρκόφ. Κάτι παραπάνω. Αναγνωρίζουμε ανοιχτά ότι εδώ φταίει όλο το κόμμα, που δεν ξεκαθάρισε αρκετά αυτό το ζήτημα, που δεν καλλιέργησε αρκετά στη συνείδηση των σοσιαλδημοκρατών τη σημασία της παρατήρησης που έκανε ο Έγκελς στους γερμανούς οπορτουνιστές. Οι συζητήσεις στην ομάδα αποδείχνουν ότι πρόκειται ακριβώς για μια όχι σαφή κατανόηση του ζητήματος, και κάθε άλλο παρά για άρνηση να πάρουν υπόψη τη διδασκαλία του Μαρξ, και είμαστε βέβαιοι ότι το λάθος θα διορθωθεί στις κατοπινές ομιλίες της ομάδας.
Επαναλαμβάνουμε ότι γενικά και στο σύνολο του, ο λόγος του σ. Σουρκόφ είναι έξοχος και πρέπει να διαδοθεί απ’ όλες τις οργανώσεις. Με τη συζήτηση αυτού του λόγου η ομάδα απόδειξε ότι εκτελεί με απόλυτη ευσυνειδησία το σοσιαλδημοκρατικό της χρέος. Μένει να ευχηθούμε να δημοσιεύονται πιο συχνά στον κομματικό τύπο ανταποκρίσεις σχετικά με τις συζητήσεις μέσα στην ομάδα, για να προσεγγίσει περισσότερο η ομάδα το κόμμα, για να γνωρίσει το κόμμα τη δύσκολη δουλειά που γίνεται μέσα στην ομάδα, για ν’ αποκατασταθεί η ιδεολογική ενότητα στη δράση του κόμματος και της ομάδας.

26 Μάη 1909
Ν.Λένιν   


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
——————
[1]. Το άρθρο αυτό του Λένιν γράφτηκε με αφορμή την ομιλία του σοσιαλδημοκράτη βουλευτή Π. Ι. Σουρκόφ στην ΙΙΙ Κρατική Δούμα όπου στις 14 (27) του Απρίλη 1909 συζητούσε τον Προϋπολογισμό της Ιεράς Συνόδου.
[2]. Βλέπε Καρλ Μαρξ: «Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου», Εισαγωγή, σελ. 17, Εκδόσεις «Παπαζήση».
[3]. «Βέχι» = «Ορόσημα». Μια συλλογή άρθρων καντέτων επιφανών δημοσιολόγων (Μπερντιάγεφ, Μπουλγκάκοφ, Στρούβε, Κιστιακόβσκι, Φρανκ κλπ.) που κυκλοφόρησε στη Μόσχα την άνοιξη του 1909 σε μια προσπάθεια να συκοφαντήσουν και να δυσφημίσουν τις απόψεις και τη δράση των μεγάλων επαναστατών διανοουμένων Μπελίνσκι,Τσερνισέβσκι, Ντομπρολιούμποφ, Πίσαρεφ κλπ.

Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2011

ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ

 

 

 

 

 

 

 

ΣΥΝΤΑΓΜΑ

ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ



*









ΠΟΡΕΙΑ
ΑΘΗΝΑ, 1977





Το βιβλίο τούτο φωτοστοιχειοθετήθηκε για λογαριασμό των εκδόσεων «ΠΟΡΕΙΑ» το Μάη του 1977 στο «ΦΩΤΟΓΡΑΜΜΑ» ΕΠΕ Κεραμεικοΰ 23, τηλ. 5245846



















Μεταφράστηκε από επιτροπή:

© για την ελληνική μετάφραση: Εκδόσεις «ΠΟΡΕΙΑ», Σόλωνος 77, τηλ. 3631622



Εισαγωγή


Ο αλβανικός λαός έχει ανοίξει το δρόμο της ιστορίας με το σπαθί στο χέρι. Σε σύγκρουση με τους εξωτερικούς και εσωτερικούς εχθρούς, υπεράσπισε την ύπαρξή του σα λαός και σαν έθνος, αγωνίστηκε για τη λευτεριά και την εθνική ανεξαρτησία, για τη γη και τη μητρική γλώσσα, για το ψωμί και την κοινωνική δικαιοσύνη. Ύστερα από δουλεία αιώνων κατάχτησε την πρώτη μεγάλη νίκη με την ίδρυση του ανεξάρτητου εθνικού κράτους στις 28 του Νοέμβρη 1912.
Το εθνικό, δημοκρατικό και επαναστατικό κίνημα πήρε ορμή και νέο περιεχόμενο με το θρίαμβο της Μεγάλης Σοσιαλιστικής Οκτωβριανής Επανάστασης και με τη διάδοση των κομμουνιστικών ιδεών, που σημείωσαν αποφασιστική καμπή και για τις τύχες του αλβανικού λαού.
Στη βαριά κατάσταση της φασιστικής και της ναζιστικής κατοχής, προδομένος από τις κυρίαρχες τάξεις, ο αλβανικός λαός, κάτω από την καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Αλβανίας (σήμερα Κόμμα Εργασίας), ξεσηκώθηκε και, συσπειρωμένος στο Εθνικοαπελευθερωτικό Μέτωπο, με το όπλο στο χέρι ρίχτηκε στο μεγαλύτερο αγώνα της ιστορίας του για την εθνική και κοινωνική απελευθέρωση. Στη φωτιά του αγώνα για λευτεριά, πάνω στα ερείπια της παλιάς εξουσίας γεννήθηκε το νέο αλβανικό λαϊκοδημοκρατικό κράτος, σα μορφή της διχτατορίας του προλεταριάτου. Στις 29 του Νοέμβρη 1944 η Αλβανία κέρδισε την πραγματική ανεξαρτησία και ο αλβανικός λαός πήρε στα χέρια τις τύχες του. Θριάμβευσε η λαϊκή επανάσταση και άνοιξε μια νέα εποχή, η εποχή του σοσιαλισμού.
Στις συνθήκες της λαϊκής εξουσίας, κάτω από την καθοδήγηση του Κόμματος της εργατικής τάξης, πραγματοποιήθηκαν μεγάλες οικονομικοκοινωνικές αλλαγές, που διατυπώθηκαν στο πρώτο Σύνταγμα του σοσιαλιστικού αλβανικού κράτους. Δόθηκε τέλος στην κυριαρχία του ξένου κεφαλαίου και στην καταλήστευση του πλούτου της χώρας. Οι καπιταλιστές και οι τσιφλικάδες απαλλοτριώθηκαν και τα κυριότερα μέσα της παραγωγής πέρασαν στα χέρια του λαού. Άνοιξε ο δρόμος για τη σοσιαλιστική εκβιομηχάνιση της χώρας. Η Αγροτική μεταρρύθμιση έδωσε τη γη σε κείνον που τη δουλεύει και η κολεκτιβοποίηση της γεωργίας έμπασε το χωριό στο δρόμο του σοσιαλισμού.
Τη θέση της ατομικής ιδιοκτησίας και της πολύμορφης οικονομίας την κατέλαβε η κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και το ενιαίο σύστημα της σοσιαλιστικής οικονομίας στην πόλη και το χωριό. Εξαλείφτηκαν οι εκμεταλλεύτριες τάξεις και η εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο. Όλη η κοινωνική ανάπτυξη γίνεται συνειδητά, με σχέδιο και προς το συμφέρον του λαού.
Στη σοσιαλιστική Αλβανία η εργατική τάξη είναι η ηγετική τάξη του κράτους και της κοινωνίας. Νέες σχέσεις αμοιβαίας βοήθειας και συνεργασίας εγκαθιδρύθηκαν ανάμεσα στις δύο φίλες τάξεις της κοινωνίας μας, την εργατική τάξη και τη συνεταιριστική αγροτιά, καθώς και με το στρώμα της λαϊκής διανόησης. Η ελεύθερη εργασία των ελεύθερων ανθρώπων απόβηκε ο αποφασιστικός παράγοντας άνθισης της σοσιαλιστικής πατρίδας, ανόδου της γενικής ευημερίας και της ευημερίας του καθενός. Η Αλβανία ξεπέρασε τη μακραίωνη καθυστέρηση και μετατράπηκε σε χώρα με προοδευμένη βιομηχανία και γεωργία.
Αποδεσμεύτηκαν οι ζωντανές δυνάμεις του λαού και ξέσπασε η αστείρευτη δημιουργική ενεργητικότητά του. Η Αλβανίδα στο αδιάκοπο προτσές της επανάστασης κέρδισε την ισότητα σ' όλους τους τομείς, απόβηκε μεγάλη κοινωνική δύναμη και βαδίζει προς την πλέρια χειραφέτησή της. Η παιδεία και η κουλτούρα έγιναν χτήμα των πλατιών λαϊκών μαζών και η επιστήμη και οι γνώσεις τέθηκαν στην υπηρεσία της κοινωνίας. Γκρεμίστηκαν οι βάσεις του θρησκευτικού σκοταδισμού. Η ηθική φυσιογνωμία του εργαζόμενου ανθρώπου, η συνείδηση και η κοσμοαντίληψή του διαπλάσσονται με βάση την προλεταριακή ιδεολογία, η οποία είναι η κυρίαρχη ιδεολογία.
Ο σοσιαλισμός έδειξε όλη την υπεροχή του πάνω στο παλιό εκμεταλλευτικό καθεστώς.
Η Αλβανία έχει μπει στο στάδιο της ολοκληρωτικής οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Οι μεγάλες ιστορικές αλλαγές δημιούργησαν νέες συνθήκες για τη συνεχή ανάπτυξη της σοσιαλιστικής επανάστασης.
Η διεξαγωγή της πάλης των τάξεων σε όφελος του σοσιαλισμού, το συνεχές δυνάμωμα του κράτους της διχτατορίας του προλεταριάτου και το βάθεμα της σοσιαλιστικής δημοκρατίας, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και η τελειοποίηση των σοσιαλιστικών σχέσεων στην παραγωγή, η αδιάκοπη άνοδος της ευημερίας των εργαζόμενων μαζών, το βαθμιαίο στένεμα των διακρίσεων μεταξύ της βιομηχανίας και της γεωργίας, της πόλης και του χωριού, της πνευματικής εργασίας και της χειρωνακτικής εργασίας, η αναγνώριση της προσωπικότητας του ανθρώπου μέσα στη σοσιαλιστική συλλογικότητα, η κατάχτηση της σύγχρονης τεχνικής και επιστήμης, η συνεχής επαναστατικοποίηση όλης της ζωής της χώρας, είναι οι πλατιοί δρόμοι διαμέσου των οποίων δυναμώνει και βαδίζει προς τα μπρος η σοσιαλιστική κοινωνία.
Ο αλβανικός λαός είναι αποφασισμένος να υπερασπίσει από κάθε εχθρό την εθνική ανεξαρτησία, τη λαϊκή εξουσία και τις σοσιαλιστικές καταχτήσεις του. Η σοσιαλιστική Αλβανία είναι πάντα δραστήριος παράγοντας στην πάλη για την εθνική και κοινωνική απελευθέρωση, για την ειρήνη, τη λευτεριά και τα δικαιώματα όλων των λαών ενάντια στον ιμπεριαλισμό, την αντίδραση και το ρεβιζιονισμό. Στην εξωτερική της πολιτική καθοδηγείται από τα μεγάλα ιδανικά του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού και παλεύει για το θρίαμβό τους παντού στον κόσμο.
Ο αλβανικός λαός βρήκε και βρίσκει συνεχή έμπνευση στη μεγάλη διδασκαλία του μαρξισμού - λενινισμού, κάτω από τη σημαία της οποίας, ενωμένος γύρω από το Κόμμα Εργασίας και με την καθοδήγησή του, προωθεί την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας για να περάσει έπειτα βαθμιαία στην κομμουνιστική κοινωνία.






ΜΕΡΟΣ    ΠΡΩΤΟ


 ΚΕΦΑΛΑΙΟ  I 

ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ  



Α.   ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ  


Η Αλβανία είναι Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία.

Άρθρο 2 
Η Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας εί­ναι κράτος της διχτατορίας του προλεταριάτου, που εκφράζει και υπερασπίζει τα συμφέροντα όλων των εργαζομένων.
Η Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβα­νίας στηρίζεται στην ενότητα του λάου γύρω από το Κόμμα Εργασίας της Αλβανίας και έχει θεμέλιο τη συμμαχία της εργατικής τάξης με τη συνεταιρι­στική αγροτιά κάτω από την ηγεσία της εργατικής τάξης.

Άρθρο 3 
Το Κόμμα Εργασίας της Αλβανίας, πρωτοπορία της εργατικής τάξης, είναι η μόνη ηγετική πο­λιτική δύναμη του κράτους και της κοινωνίας.
Στη Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας κυρίαρχη ιδεολογία είναι ο μαρξισμός- λενινισμός. Με βάση τις αρχές του αναπτύσσεται όλο το σοσιαλιστικό κοινωνικό καθεστώς.

Άρθρο 4 
Η Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας διεξάγει αδιάκοπα την επανάσταση εμμένοντας στην πάλη των τάξεων και έχει σκοπό να εξασφα­λίσει την τελική νίκη του σοσιαλιστικού δρόμου επί του καπιταλιστικού δρόμου, να πετύχει την πλέρια οικοδόμηση του σοσιαλισμού και του κομμουνι­σμού.

Άρθρο 5 
Όλη η κρατική εξουσία στη Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας πηγάζει από το λαό και ανήκει σ' αυτόν.
Η εργατική τάξη, η συνεταιριστική αγροτιά και οι άλλοι εργαζόμενοι ασκούν την εξουσία μέσω των αντιπροσωπευτικών οργάνων καθώς και απ' ευ­θείας.
Τα αντιπροσωπευτικά όργανα είναι η Λαϊκή Βουλή και τα Λαϊκά Συμβούλια.
Κανένας άλλος, εκτός από τα όργανα που κα­θορίζονται ρητώς στο παρόν Σύνταγμα, δε μπορεί να ασκήσει την κυριαρχία του λαού και κάθε αρμοδιότητά του στο όνομα της Λαϊκής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Αλβανίας.


Άρθρο 6 
Τα αντιπροσωπευτικά όργανα διευθύνουν και ελέγχουν τη δράση όλων των άλλων κρατικών ορ­γάνων, τα οποία είναι υπεύθυνα σ' αυτά και λογο­δοτούν ενώπιόν τους.

Άρθρο 7 
Τα αντιπροσωπευτικά όργανα και τα άλλα όρ­γανα του κράτους σ' όλη την εργασία τους στηρί­ζονται στη δημιουργική πρωτοβουλία των εργαζό­μενων μαζών, τις προσελκύουν στη διακυβέρνηση της χώρας και λογοδοτούν ενώπιόν τους.

Άρθρο 8
Τα αντιπροσωπευτικά όργανα εκλέγονται από το λαό με καθολική, ίση, άμεση και μυστική ψηφο­φορία.
Οι εκλογείς έχουν το δικαίωμα να ανακαλούν οποτεδήποτε τον αντιπρόσωπό τους, όταν αυτός χάνει την πολιτική εμπιστοσύνη, όταν δεν εκπληρώνει τα καθήκοντα που του ανατέθηκαν ή όταν ενερ­γεί αντίθετα με το νόμο.
Η οργάνωση και ο τρόπος διεξαγωγής των εκ­λογών ρυθμίζονται με νόμο.

Άρθρο 9 
Οι υπάλληλοι υπηρετούν το λαό και λογοδοτούν ενώπιον του, παίρνουν άμεσα μέρος στην παραγωγή και αμείβονται σε σωστό συσχετισμό με τους εργάτες και τους συνεταιριστές, για να μη επι­τραπεί η δημιουργία προνομιούχου στρώματος. Οι συσχετισμοί της αμοιβής καθορίζονται με νόμο.

Άρθρο 10
Η εργατική τάξη σαν ηγετική τάξη της κοινω­νίας, η συνεταιριστική αγροτικά καθώς και οι άλλοι εργαζόμενοι, κάτω από την καθοδήγηση του Κόμ­ματος Εργασίας της Αλβανίας, ασκούν άμεσο και οργανωμένο έλεγχο στη δράση των κρατικών οργά­νων, των οικονομικών και κοινωνικών οργανώσεων και των εργαζομένων τους για την υπεράσπιση των καταχτήσεων της επανάστασης και το δυνάμωμα του σοσιαλιστικού καθεστώτος.

Άρθρο 11
Η διοργάνωση του κράτους και η κρατική δράση, όλη η πολιτική και οικονομική ζωή στη Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας στη­ρίζονται στην αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού και αναπτύσσονται σύμφωνα μ' αυτόν, με το συνδυασμό της συγκεντρωτικής διεύθυνσης με τη δημιουργική πρωτοβουλία των τοπικών οργάνων και των εργαζομένων μαζών σε πάλη ενάντια στο γραφειοκρατισμό και το φιλελευθερισμό.




Άρθρο 12 
­ Η ακριβής και ομοιόμορφη εφαρμογή του Συν­τάγματος και των νόμων, που εκφράζουν τη θέ­ληση της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζόμε­νων μαζών είναι υποχρεωτική σ' όλη τη δράση των κρατικών οργάνων, των οικονομικών και κοινωνι­κών οργανώσεων καθώς και των υπαλλήλων.

Άρθρο 13 
Το κράτος στηρίζεται στις κοινωνικές οργανώ­σεις, συνεργάζεται μ' αυτές και δημιουργεί τις συν­θήκες για την ανάπτυξη της δράσης τους.
Οι κοινωνικές οργανώσεις συσπειρώνουν μάζες και πλατιά στρώματα του λαού, τα προσελκύουν οργανωμένα στη διακυβέρνηση της χώρας, στη σο­σιαλιστική οικοδόμηση και στην υπεράσπιση της πατρίδας, εργάζονται για την κομμουνιστική τους διαπαιδαγώγηση και φροντίζουν για την επίλυση των ιδιαίτερων προβλημάτων τους.

Άρθρο 14 
Στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού η Λαϊκή Σο­σιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας στηρίζεται κυ­ρίως στις δυνάμεις της.

Άρθρο 15 
Η Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας στις εξωτερικές της σχέσεις καθοδηγείται από τις αρχές του μαρξισμού-λενινισμού και του προλε­ταριακού διεθνισμού, ακολουθεί πολιτική φιλίας, συνεργασίας και αμοιβαίας βοήθειας με τα σοσιαλι­στικά κράτη, υποστηρίζει το επαναστατικό κίνημα της εργατικής τάξης και τον αγώνα των λαών για λευτεριά, ανεξαρτησία, κοινωνική πρόοδο και σο­σιαλισμό και στηρίζεται στην αλληλεγγύη τους.
Η Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας είναι υπέρ της ειρήνης και της καλής γειτονίας, υπέρ των σχέσεων με όλα τα κράτη με βάση την ισοτιμία, το σεβασμό της κυριαρχίας, τη μη επέμ­βαση στις εσωτερικές υποθέσεις και το αμοιβαίο όφελος.
Η Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας αντιτάσσεται σε κάθε μορφή επίθεσης, αποι­κιακής εκμετάλλευσης, κηδεμονίας, υπαγόρευσης και ηγεμονίας, εθνικής καταπίεσης και φυλετικής διάκρισης. Αυτή εμμένει στην αρχή της αυτοδιάθε­σης των λαών, της άσκησης της πλέριας εθνικής κυριαρχίας και ισοτιμίας όλων των χωρών στις διε­θνείς σχέσεις.




Β. ΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ

Άρθρο 16 
Η οικονομία της Λαϊκής Σοσιαλιστικής Δημο­κρατίας της Αλβανίας είναι σοσιαλιστική οικονομία, που στηρίζεται στη σοσιαλιστική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής.
Στη Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας δεν υπάρχουν εκμεταλλεύτριες τάξεις, εξαλείφ­τηκαν και απαγορεύονται η ατομική ιδιοκτησία και η εκμετάλλευση του άνθρωπου από τον άνθρωπο.

Άρθρο 17 
Η σοσιαλιστική ιδιοκτησία είναι η απαραβίαστη βάση του σοσιαλιστικού καθεστώτος, η πηγή της ευημερίας του λαού και της ισχύος της πατρίδας ∙ προστατεύεται ιδιαίτερα από το κράτος.
Η σοσιαλιστική ιδιοκτησία αποτελείται από την κρατική ιδιοκτησία και από τη συνεταιριστική ιδιοκτησία στη γεωργία.

Άρθρο 18 
Η κρατική ιδιοκτησία ανήκει σ' όλο το λαό και είναι η ανώτερη μορφή της σοσιαλιστικής ιδιοχτησίας.
Είναι ιδιοκτησία μόνον του κράτους: το έδαφος και ο πλούτος του υπεδάφους, τα ορυχεία, τα δά­ση, οι βοσκότοποι, τα ύδατα, οι φυσικές πηγές εν­έργειας, τα εργοστάσια, οι φάμπρικες, οι μηχανο- τραχτερικοί σταθμοί, οι τράπεζες, oι δρόμοι συγκοι­νωνιών και τα μέσα σιδηροδρομικών, υδάτινων και αεροπλοϊκών μεταφορών, τα ταχυδρομεία, τηλέ­γραφοι, τηλέφωνα, οι ραδιοφωνικοί σταθμοί και οι σταθμοί τηλεόρασης, η κινηματογραφία.
Κρατική ιδιοκτησία είναι επίσης και κάθε άλλη περιουσία που δημιουργείται στον κρατικό τομέα ή που αποχτάει το κράτος σύμφωνα με το νόμο.

Άρθρο 19 
Η γη δίνεται σε κοινωνική χρήση στις επιχειρή­σεις και τα κρατικά ιδρύματα, στους γεωργικούς συνεταιρισμούς και τις κοινωνικές οργανώσεις, κα­θώς και για προσωπική χρήση σε πολίτες. Η γη δίνεται σε χρήση χωρίς αμοιβή.
Η γεωργική γη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για άλλους σκοπούς μόνο με τη συγκατάθεση των αντίστοιχων κρατικών οργάνων.

Άρθρο 20 
Η προστασία της γης, του φυσικού πλούτου, των υδάτων και του αέρα από την καταστροφή και τη ρύπανση είναι καθήκον του κράτους, των οικο­νομικών και κοινωνικών οργανώσεων και όλων των πολιτών.

Άρθρο 21 
Η συνεταιριστική ιδιοκτησία ανήκει στην ομάδα των εργαζόμενων του χωριού, που ενώθηκαν εθε­λοντικά στο γεωργικό συνεταιρισμό για την άνοδο της παραγωγής και της ευημερίας, για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στο χωριό και σ' όλη τη χώρα.
Ιδιοκτησία του γεωργικού συνεταιρισμού είναι : τα χτίρια, οι μηχανές, τα εξαρτήματα, τα μεταφο­ρικά μέσα, τα εργαλεία και μέσα δουλειάς, τα ζώα δουλειάς και παραγωγής, οι καλλιέργειες οπωροφό­ρων δέντρων, τα γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα καθώς και άλλα μέσα αναγκαία για τη δράση του.

Άρθρο 22 
Το κράτος υποστηρίζει την ανάπτυξη και την ενίσχυση των γεωργικών συνεταιρισμών, τη μετα­τροπή τους σε σύγχρονα νοικοκυριά της μεγάλης σοσιαλιστικής παραγωγής.
Σε ορισμένες συνθήκες, το κράτος υποστηρίζει τη συγκρότηση και ανάπτυξη των συνεταιρισμών ανώτερου τύπου, στους όποιους παίρνει άμεσα μέ­ρος με επενδύσεις, προπαντός στα βασικά μέσα παραγωγής.
Η μετάβαση της συνεταιριστικής ιδιοχτησίας σε παλλαϊκή ιδιοκτησία γίνεται σε συνταύτιση με τις αντικειμενικές συνθήκες με βάση την ελεύθερη θέ­ληση των συνεταιριστών και με τη συγκατάθεση του κράτους.
Το κράτος εργάζεται για το στένεμα των δια­κρίσεων ανάμεσα στο χωριό και την πόλη.

Άρθρο 23 
Η προσωπική ιδιοκτησία των πολιτών αναγνωρίζεται και προστατεύεται από το κράτος.
Είναι προσωπική ιδιοκτησία: τα έσοδα από την εργασία και από άλλες νόμιμες πηγές, η κατοικία και άλλα πράγματα που χρησιμεύουν για την ικα­νοποίηση των προσωπικών και οικογενειακών υλικών και πολιτιστικών αναγκών.
Προσωπική ιδιοκτησία είναι και τα αντικείμενα που ανήκουν στη συνεταιριστική οικογένεια σύμφωνα με το καταστατικό του γεωργικού συνεταιρι­σμού.
Η προσωπική ιδιοκτησία δε μπορεί να χρησι­μοποιηθεί σε βάρος του κοινωνικού συμφέροντος.

Άρθρο 24
Ιδιαίτερα αντικείμενα της συνεταιριστικής και της προσωπικής ακίνητης ιδιοκτησίας μπορεί να περάσουν σε κρατική ιδιοκτησία, όταν το απαιτεί το γενικό συμφέρον. Τα κριτήρια μεταβίβασης και ο τρόπος ανταμοιβής καθορίζονται με νόμο.

Άρθρο 25 
Το κράτος οργανώνει, διευθύνει και αναπτύσσει όλη την οικονομική και κοινωνική ζωή με ενιαίο και γενικό σχέδιο, με σκοπό να ικανοποιηθούν οι διαρ­κώς αυξανόμενες υλικές και πολιτιστικές ανάγκες της κοινωνίας, να δυναμώσει η ανεξαρτησία και η άμυνα της χώρας, με την αδιάκοπη άνοδο και τε­λειοποίηση της σοσιαλιστικής παραγωγής με βάση την πρωτοπόρα τεχνική.

Άρθρο 26
Για την διαχείριση των μέσων που είναι παλ­λαϊκή ιδιοκτησία, το κράτος ιδρύει επιχειρήσεις, οι οποίες αναπτύσσουν τη δράση τους καθοδηγούμε­νες από τα γενικά συμφέροντα της κοινωνίας που εκφράζονται στο κρατικό σχέδιο.
Ο τρόπος ίδρυσης επιχειρήσεων και οι αρχές δράσης τους καθορίζονται με νόμο.

Άρθρο 27 
Το εξωτερικό εμπόριο είναι μονοπώλιο του κράτους.
Το εσωτερικό εμπόριο το ασκεί κυρίως το κρά­τος, το όποιο ελέγχει κάθε δράση σ' αυτό το πεδίο.
Οι τιμές πούλησης των προϊόντων των επιχειρήσεων καθώς και οι τιμές αγοράς γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων εκ μέρους του κράτους καθορίζονται από το κράτος.

Άρθρο 28 
Στη Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας απαγορεύονται οι παραχωρήσεις, η ίδρυση εταιρειών ή άλλων οικονομικών και χρηματιστικών ιδρυμάτων ξένων ή κοινών με τα μονοπώλια και τα καπιταλιστικά κράτη, αστικά και ρεβιζιονιστικά, κα­θώς και η λήψη πιστώσεων από αυτά.



Άρθρο 29
Όλη η οίκονομικο-κοινωνική ζωή της χώρας έχει θεμέλιο την εργασία. Η εργασία αποτελεί τη βασική πηγή εξασφάλισης των μέσων διαβίωσης κάθε πολίτη.
Το κράτος εργάζεται για το στένεμα των δια­κρίσεων ανάμεσα στην πνευματική και τη χειρωνακτική εργασία, ανάμεσα στην εργασία στη βιομηχα­νία και στην εργασία στη γεωργία.
Το κράτος ενδιαφέρεται και παίρνει μέτρα για την προστασία στην εργασία και για την ειδίκευση των εργαζομένων.

Άρθρο 30 
Στη Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας εφαρμόζεται η σοσιαλιστική αρχή «από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητες, στον καθένα συμφωνά με την εργασία».
Για ίση εργασία είναι εγγυημένη ίση αμοιβή.
Για την ενθάρρυνση της εργασίας για όσο πιο μεγάλα αποτελέσματα συνδυάζεται ορθά η χρησι­μοποίηση των υλικών κινήτρων με τα ηθικά κίνη­τρα, δίνοντας προτεραιότητα στα ηθικά κίνητρα.
Το κοινωνικό φόντο κατανάλωσης για την ικα­νοποίηση των κοινών αναγκών των πολιτών αυξά­νει συνεχώς συμφωνά με τις δυνατότητες που δη­μιουργεί η ανάπτυξη της οικονομίας της χώρας.
Το κράτος ασκεί έλεγχο επί του μέτρου εργασίας και κατανάλωσης.

Άρθρο 31
Οι πολίτες δεν πληρώνουν κανένα είδος φόρου και τέλους.




Γ. Η ΠΑΙΔΕΙΑ, Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ, Η ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ

Άρθρο 32 
Το κράτος αναπτύσσει πλατιά ιδεολογική και πολιτιστική δράση για την κομμουνιστική διαπαιδα­γώγηση των εργαζόμενων, για τη διάπλαση του νέου ανθρώπου.
Το κράτος φροντίζει ιδιαίτερα για την ολό­πλευρη ανάπτυξη και διαπαιδαγώγηση της νέας γενιάς στο πνεύμα του σοσιαλισμού και του κομμου­νισμού.

Άρθρο 33
Η παιδεία στη Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας οργανώνεται και διευθύνεται από το κράτος, είναι ανοιχτή για όλους και παρέχεται δω­ρεάν· οικοδομείται με βάση τη μαρξιστική-λενινιστική κοσμοαντίληψη και συνδυάζει το μάθημα με την παραγωγική εργασία και με τη σωματική και στρατιωτική αγωγή.
Η παιδεία ακολουθεί τις καλύτερες παραδόσεις του εθνικού και λαϊκού αλβανικού σχολείου.

Άρθρο 34
Το κράτος οργανώνει και διευθύνει την ανά­πτυξη της επιστήμης και τεχνικής σε στενή σύνδεση με τη ζωή και την παραγωγή, στην υπηρεσία της προόδου της κοινωνίας και της υπεράσπισης της πατρίδας.
Το κράτος υποστηρίζει την διάδοση των επιστημονικών γνώσεων στις μάζες και την πλατιά προσέλκυσή τους στην δραστηριότητα επιστημονι­κών ερευνών.

Άρθρο 35
Το κράτος προστατεύει την πολιτιστική κληρο­νομιά του λαού και ενδιαφέρεται για την ολόπλευρη ανάπτυξη της εθνικής σοσιαλιστικής κουλτούρας.
Το κράτος υποστηρίζει την ανάπτυξη της λογο­τεχνίας και της τέχνης του σοσιαλιστικού ρεαλι­σμού, που εμμένουν στα ιδανικά του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού και διέπονται από το εθνικό και λαϊκό πνεύμα.

Άρθρο 36
Το κράτος εργάζεται για την ανάπτυξη της φυ­σικής αγωγής και των σπορ με βάση τη μαζική κίνηση για το δυνάμωμα της υγείας του λαού, προ­ παντός της νέας γενιάς, για την σφυρηλάτησή τους για εργασία και άμυνα.

Άρθρο 37
Το κράτος δεν αναγνωρίζει καμιά θρησκεία και υποστηρίζει και αναπτύσσει την αθεϊστική προπαγάνδα για να ριζώσει στους ανθρώπους την υλιστική επιστημονική κοσμοαντίληψη.




ΚΕΦΑΛΑΙΟ   II



ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΩΔΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ
ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΩΝ


Άρθρο 38
Πολίτες της Λαϊκής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Αλβανίας είναι αυτοί που έχουν την αλβανική υπηκοότητα σύμφωνα με το νόμο.

Άρθρο 39
Τα δικαιώματα και τα καθήκοντα των πολιτών οικοδομούνται με βάση τη συνταύτιση των συμφερόντων του ατόμου και της σοσιαλιστικής κοινωνίας, δίνοντας προτεραιότητα στο γενικό συμφέρον.
Τα δικαιώματα των πολιτών είναι αναπόσπαστα από την εκπλήρωση των καθηκόντων τους και δε μπορεί να ασκηθούν σε αντίθεση με το σοσιαλιστικό καθεστώς.
Η διεύρυνση και το παραπέρα βάθεμα των δικαιωμάτων των πολιτών συνδέονται στενά με τη σοσιαλιστική ανάπτυξη της χώρας.

Άρθρο 40
Όλοι οι πολίτες είναι ίσοι έναντι του νόμου.
Δεν αναγνωρίζεται κανένας περιορισμός ή προνόμιο στα δικαιώματα και στα καθήκοντα των πολιτών λόγω φύλου, φυλής, εθνικότητας, παιδείας, κοινωνικής θέσης και υλικής κατάστασης.

Άρθρο 41
Η γυναίκα, απελευθερωμένη από την πολιτική καταπίεση και την οικονομική εκμετάλλευση, σα μεγάλη δύναμη της επανάστασης, παίρνει δραστήρια μέρος στη σοσιαλιστική οικοδόμηση της χώρας και στην υπεράσπιση της πατρίδας.
Η γυναίκα χαίρει ίσα δικαιώματα με τον άντρα στην εργασία, την αμοιβή, την ανάπαυση, στις κοινωνικές ασφαλίσεις, την παιδεία, σ' όλη την κοινωνικο-πολιτική δράση και στην οικογένεια.

Άρθρο 42
Στις εθνικές μειονότητες εξασφαλίζεται η προστασία και η ανάπτυξη της κουλτούρας και των λαϊκών παραδόσεων, η χρησιμοποίηση της μητρικής γλώσσας και η διδασκαλία της στο σχολείο, η ίση ανάπτυξη σ' όλα τα πεδία της κοινωνικής ζωής.
Κάθε εθνικό προνόμιο ή ανισότητα και κάθε ενέργεια που παραβιάζει τα δικαιώματα των εθνικών μειονοτήτων είναι αντισυνταγματική και τιμωρείται σύμφωνα με το νόμο.

Άρθρο 43
Οι πολίτες που συμπληρώνουν το 18ο έτος της ηλικίας τους έχουν δικαίωμα να εκλέγουν και να εκλέγονται σ' όλα τα όργανα της κρατικής εξουσίας.
Εξαιρούνται του εκλογικού δικαιώματος μόνο τα άτομα που τους έχει αφαιρεθεί το δικαίωμα αυτό με δικαστική απόφαση, καθώς και οι διανοητικά ανίκανοι, που χαρακτηρίζονται σα τέτοιοι από το δικαστήριο

Άρθρο 44
Στη Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας οι πολίτες έχουν δικαίωμα εργασίας, που εγγυάται το κράτος.
Η εργασία είναι καθήκον και τιμή για κάθε ικανό για εργασία πολίτη.
Οι πολίτες έχουν δικαίωμα να διαλέγουν και να ασκούν το επάγγελμά τους σύμφωνα με την ικανότητα και τις προσωπικές κλίσεις και σε συνταύτιση με τις ανάγκες τις κοινωνίας.

Άρθρο 45
Οι πολίτες χαίρουν του δικαιώματος ανάπαυσης μετά την εργασία. Ο χρόνος της ημερήσιας και εβδομαδιαίας εργασίας καθώς και η πληρωμένη ετήσια ανάπαυση ρυθμίζονται με νόμο.
Για την εξυπηρέτηση των εργαζόμενων δημιουργούνται σπίτια ανάπαυσης, πολιτισμού και άλλα κέντρα αυτού του είδους.

Άρθρο 46
Στους εργαζόμενους της πόλης και του χωριού εξασφαλίζονται τα αναγκαία υλικά μέσα για τη διαβίωση στα γηρατειά, σε περίπτωση αρρώστιας ή απώλειας της ικανότητας για εργασία.
Το κράτος φροντίζει ιδιαίτερα για τους ανάπηρους του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα, του αγώνα για την υπεράσπιση της πατρίδας και τους ανάπηρους της δουλειάς και δημιουργεί τις συνθήκες για την επανάκτηση των ικανοτήτων τους.
Για τα ανήλικα παιδιά των πεσόντων για την υπεράσπιση της χώρας και τη σοσιαλιστική οικοδόμηση φροντίζει το κράτος.

Άρθρο 47
Το κράτος εξασφαλίζει στους πολίτες δωρεάν την αναγκαία ιατρική περίθαλψη και την νοσήλευση στα υγειονομικά κέντρα της χώρας.

Άρθρο 48
Η μητέρα και το παιδί χαίρουν ιδιαίτερης φροντίδας και προστασίας. Η μητέρα έχει το δικαίωμα πληρωμένης ανάπαυσης πριν και μετά τον τοκετό.
Το κράτος ανοίγει μαιευτήρια και βρεφικούς και παιδικούς σταθμούς.

Άρθρο 49
Ο γάμος και η οικογένεια βρίσκονται κάτω ατό την φροντίδα και την προστασία του κράτους και της κοινωνίας.
Ο γάμος γίνεται παρουσία των αρμόδιων κρατικών οργάνων.
Οι γονείς ευθύνονται για την καλή ανατροφή και την κομμουνιστική διαπαιδαγώγηση των παιδιών.
Τα παιδιά έχουν καθήκον να φροντίζουν για τους γονείς που είναι ανίκανοι και χωρίς επαρκή μέσα διαβίωσης.
Τα εξώγαμα παιδιά έχουν τα ίδια δικαιώματα και καθήκοντα όπως και τα παιδιά που γεννιούνται από νόμιμο γάμο.
Τα παιδιά που μένουν χωρίς γονείς και χωρίς υποστήριξη ανατρέφονται και διαπαιδαγωγούνται από το κράτος.

Άρθρο 50
Οι πολίτες έχουν το δικαίωμα της προσωπικής ιδιοκτησίας.
Το δικαίωμα κληρονομιάς ρυθμίζεται με νόμο.

Άρθρο 51
Το κράτος εγγυάται την ελευθερία της επιστημονικής εργασίας και της λογοτεχνικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Τα δικαιώματα του συγγραφέα προστατεύονται με νόμο.

Άρθρο 52
Οι πολίτες έχουν το δικαίωμα εκπαίδευσης.
Η οκτάχρονη εκπαίδευση είναι γενική και υποχρεωτική. Το κράτος επιδιώκει την ανύψωση του βαθμού της υποχρεωτικής εκπαίδευσης για όλους.

Άρθρο 53
Οι πολίτες χαίρουν της ελευθερίας λόγου, τύπου, οργάνωσης, συνάθροισης, συγκέντρωσης και δημόσιας εκδήλωσης.
Το κράτος εγγυάται την πραγματοποίηση αυτών των ελευθεριών, δημιουργεί συνθήκες γι' αυτές και θέτει στη διάθεση τα αναγκαία υλικά μέσα.

Άρθρο 54
Στους πολίτες εξασφαλίζεται το δικαίωμα της ένωσης σε διάφορες οργανώσεις που δρουν στο πολιτικό, οικονομικό, πολιτιστικό πεδίο, καθώς και σε κάθε άλλο πεδίο της ζωής της χώρας.

Άρθρο 55
Απαγορεύεται η ίδρυση οποιασδήποτε οργάνωσης με φασιστικό, αντιδημοκρατικό, θρησκευτικό και αντισοσιαλιστικό χαραχτήρα.
Απαγορεύεται η φασιστική, αντιδημοκρατική, θρησκευτική, φιλοπόλεμη, αντισοσιαλιστική δράση και προπαγάνδα, καθώς και η υποδαύλιση εθνικού και φυλετικού μίσους.

Άρθρο 56
Το κράτος εγγυάται το απαραβίαστο του άτομου.
Κανένας δε μπορεί να συλληφθεί χωρίς απόφαση του δικαστηρίου ή χωρίς έγκριση του εισαγγελέα. Σε ειδικές περιπτώσεις, που προβλέπονται με νόμο, τα αρμόδια όργανα μπορεί να θέσουν υπό κράτηση ένα άτομο όχι περισσότερο από τρεις μέρες.
Κανένας δε μπορεί να τιμωρηθεί ποινικά χωρίς απόφαση του δικαστηρίου και για πράξη που δεν προβλέπεται σαν έγκλημα από το νόμο.
Κανένας δε μπορεί να τιμωρηθεί ερήμην, έκτος όταν πιστοποιείται νόμιμα η απουσία του.
Κανένας δε μπορεί να εξοριστεί ή να απελαθεί εκτός από ειδικές περιπτώσεις που προβλέπονται με νόμο.

Άρθρο 57
Η κατοικία δε μπορεί να παραβιαστεί. Χωρίς τη συγκατάθεση του αντίστοιχου άτομου δεν επιτρέπεται να εισέλθει στην κατοικία του κανένας άλλος έκτος από τους αντιπροσώπους των αρμοδίων κρατικών οργάνων και σε συνθήκες που καθορίζονται με νόμο.

Άρθρο 58
Το απόρρητο της αλληλογραφίας και των άλλων μέσων επικοινωνίας δε μπορεί να παραβιαστεί, εκτός από περιπτώσεις ερεύνησης εγκλήματος, κατάστασης εκτάκτου ανάγκης ή πολέμου.

Άρθρο 59
Οι πολίτες έχουν το δικαίωμα να αναφέρονται, να παραπονούνται, να κάνουν παρατηρήσεις και προτάσεις στα αρμόδια όργανα για ατομικές, κοινωνικές και κρατικές υποθέσεις.
Οι πολίτες, σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται με νόμο, έχουν δικαίωμα να ζητήσουν αποζημίωση από το κράτος ή από τους υπαλλήλους του για ζημίες που τους προξενούνται από παράνομες ενέργειες των κρατικών οργάνων και των υπαλλήλων κατά την άσκηση του καθήκοντος.

Άρθρο 60
Οι πολίτες είναι υποχρεωμένοι να σέβονται και να εφαρμόζουν το Σύνταγμα και τους άλλους νόμους.
Η περιφρούρηση και το δυνάμωμα του σοσιαλιστικού καθεστώτος καθώς και η εφαρμογή των κανόνων της σοσιαλιστικής συμβίωσης είναι καθήκον όλων των πολιτών.

Άρθρο 61
Οι πολίτες έχουν καθήκον να φυλάσσουν και να δυναμώνουν τη σοσιαλιστική ιδιοκτησία.
Η παραβίαση της σοσιαλιστικής ιδιοχτησίας αποτελεί βαρύ έγκλημα.

Άρθρο 62
Η υπεράσπιση της σοσιαλιστικής πατρίδας είναι το ύψιστο καθήκον και η μεγαλύτερη τιμή για όλους τους πολίτες.
Η προδοσία προς την πατρίδα είναι το πιο βαρύ έγκλημα.




Άρθρο 63
Η στρατιωτική θητεία και η συνεχής προετοιμασία για την υπεράσπιση της σοσιαλιστικής πατρίδας είναι καθήκον όλων των πολιτών.

Άρθρο 64
Οι αλβανοί πολίτες στο εξωτερικό χαίρουν της φροντίδας και της προστασίας του κράτους.

Άρθρο 65
Στη Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας παρέχεται το δικαίωμα ασυλίας σε ξένους πολίτες που διώκονται λόγω της δράσης τους υπέρ της επανάστασης και του σοσιαλισμού, της δημοκρατίας και της εθνικής απελευθέρωσης, καθώς και της προόδου της επιστήμης και του πολιτισμού.

 

 
 

ΜΕΡΟΣ    ΔΕΥΤΕΡΟ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ    I

ΤΑ ΑΝΩΤΑΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΗΣ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ


Α. Η ΛΑΪΚΗ ΒΟΥΛΗ

Άρθρο  66
Η Λαϊκή Βουλή είναι το ανώτατο όργανο της κρατικής εξουσίας, φορέας της κυριαρχίας του Λαού και του κράτους και το μόνο νομοθετικό όργανο.

Άρθρο  67
Η Λαϊκή Βουλή έχει τις εξής κυριότερες αρμοδιότητες: καθορίζει, σε συνταύτιση με τη γενική γραμμή και τις οδηγίες του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας, τις κύριες κατευθύνσεις της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής του κράτους ∙
ψηφίζει και τροποποιεί το Σύνταγμα και τους νόμους, αποφασίζει σχετικά με την εναρμόνιση των νόμων με το Σύνταγμα και κάνει την ερμήνευσή τους·
εγκρίνει το σχέδιο της οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης της χώρας και τον κρατικό προϋπολογισμό·
κηρύσσει μερική και γενική επιστράτευση, κατάσταση εκτάκτου ανάγκης καθώς και κατάσταση πολέμου σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης κατά της Λαϊκής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Αλβανίας ή όταν αυτό είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τα διεθνή σύμφωνα·
επικυρώνει και καταγγέλλει τα διεθνή σύμφωνα ιδιαίτερης σημασίας·
χορηγεί αμνηστία ∙
αποφασίζει για τα δημοψηφίσματα ∙
εκλέγει και απαλλάσσει των καθηκόντων το Προεδρείο της Λαϊκής Βουλής, το Υπουργικό Συμβούλιο, το Ανώτατο Δικαστήριο, το Γενικό Εισαγγελέα και τους αναπληρωτές του· αυτά τα όργανα είναι υπεύθυνα και λογοδοτούν ενώπιον της Λαϊκής Βουλής·
καθορίζει τη διοικητικο-εδαφική διάρθρωση·
αποφασίζει την ίδρυση ή κατάργηση υπουργείων.


Άρθρο 68
Η Λαϊκή Βουλή αποτελείται από 250 βουλευτές, που εκλέγονται σε εκλογικές ζώνες, με ίσο αριθμό κατοίκων.
Η Λαϊκή Βουλή εκλέγεται για μια τετραετία.
Η Λαϊκή Βουλή συγκαλείται σε πρώτη σύνοδο όχι αργότερα από δύο μήνες από την ημέρα της εκλογής.
Οι εκλογές της Λαϊκής Βουλής γίνονται όχι αργότερα από τρεις μήνες από την ημέρα που εκπνέει η εντολή της.
Σε περίπτωση πολέμου ή άλλες έκτακτες περιπτώσεις, η Λαϊκή Βουλή μπορεί να παρατείνει τη δράση της πέρα από την καθορισμένη προθεσμία, εφόσον συνεχίζεται η έκτακτη κατάσταση.
Σε ιδιαίτερες περιπτώσεις, η Λαϊκή Βουλή μπορεί να αποφασίσει τη διάλυσή της πριν λήξει η προθεσμία για την όποια έχει εκλεγεί.

Άρθρο 69
Η Λαϊκή Βουλή εκλέγει το προεδρείο της.
Η Λαϊκή Βουλή αναπτύσσει τη δράση της σύμφωνα με τον εγκεκριμένο απ' αυτή κανονισμό.

Άρθρο 70
Η Λαϊκή Βουλή συνέρχεται σε ταχτικές συνόδους δύο φορές το χρόνο με διάταγμα του Προεδρείου της Λαϊκής Βουλής.
Η Λαϊκή Βουλή μπορεί να συγκληθεί σε έκτακτη σύνοδο με διάταγμα του Προεδρείου της Λαϊκής Βουλής ή με αίτηση του ενός τρίτου των βουλευτών.
Οι συνεδριάσεις της Λαϊκής Βουλής γίνονται όταν παρίσταται η πλειοψηφία των βουλευτών.


Η Λαϊκή Βουλή εκλέγει από τους κόλπους της μόνιμες και προσωρινές επιτροπές.
Η Λαϊκή Βουλή στην πρώτη σύνοδο εκλέγει επιτροπή για τον έλεγχο των πληρεξουσιοτήτων των βουλευτών. Με πρόταση αυτής της επιτροπής η Λαϊκή Βουλή επικυρώνει ή ακυρώνει τα πληρεξούσια των βουλευτών.
Οι μόνιμες επιτροπές έχουν καθήκον να εξετάζουν τα νομοσχέδια και τα διατάγματα με νομικό χαραχτήρα, του Προεδρείου της Λαϊκής Βουλής, να παρακολουθούν και ελέγχουν τη δράση των κρατικών οργάνων σύμφωνα με τους αντίστοιχους τομείς και να υποβάλλουν προβλήματα στη Λαϊκή Βουλή ή στο Προεδρείο της Λαϊκής Βουλής. Οι προσωρινές επιτροπές δημιουργούνται για ορισμένα ζητήματα.

Άρθρο 72
Ο βουλευτής της Λαϊκής Βουλής έχει καθήκον να υπηρετεί με συνείδηση και πιστά τα συμφέροντα του λαού, την υπόθεση της πατρίδας και του σοσιαλισμού, να διατηρεί στενούς δεσμούς με τους εκλογείς και να λογοδοτεί σ' αυτούς.
Ο βουλευτής της Λαϊκής Βουλής έχει δικαίωμα να ζητεί εξηγήσεις απ' όλα τα κρατικά όργανα και να επεμβαίνει σ' αυτά για την ακριβή εφαρμογή του Συντάγματος και των νόμων. Τα κρατικά όργανα είναι υποχρεωμένα να εξετάζουν τις αιτήσεις και τις προτάσεις των βουλευτών και να δίνουν απάντηση εντός των καθορισμένων κανόνων.

Άρθρο 73
Ο Βουλευτής της Λαϊκής Βουλής χαίρει ασυλίας.
Ο βουλευτής δε μπορεί να κρατηθεί, να συλληφτεί ή να διωχτεί ποινικά χωρίς τη συγκατάθεση της Λαϊκής Βουλής ή του Προεδρείου της Λαϊκής Βουλής, εκτός από τις περιπτώσεις διάπραξης αυτόφωρου και βαριού εγκλήματος.

Άρθρο 74
Η νομοθετική πρωτοβουλία ανήκει στο Προεδρείο της Λαϊκής Βουλής, στο Υπουργικό Συμβούλιο και στους βουλευτές.
Οι νόμοι και οι άλλες πράξεις της Λαϊκής Βουλής θεωρούνται έγκυρα, όταν έχουν ψηφίσει υπέρ οι περισσότεροι από τους παρόντες βουλευτές.
Οι νόμοι δημοσιεύονται όχι αργότερα από 15 μέρες μετά την ψήφιση και τίθενται σε ισχύ 15 μέρες μετά την δημοσίευσή τους στην εφημερίδα της Κυβέρνησης, εκτός από περιπτώσεις που προβλέπουν διαφορετικά αυτοί οι ίδιοι νόμοι.




Β. ΤΟ ΠΡΟΕΔΡΕΙΟ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

Άρθρο 75
Το Προεδρείο της Λαϊκής Βουλής είναι ανώτατο όργανο της κρατικής εξουσίας, με διαρκή δράση.
Το Προεδρείο της Λαϊκής Βουλής αποτελείται από τον πρόεδρο, 3 αντιπροέδρους, το γραμματέα και 10 μέλη.


Άρθρο 76
Το Προεδρείο της Λαϊκής Βουλής εκλέγεται από τους κόλπους της Λαϊκής Βουλής στην πρώτη σύνοδο και συνεχίζει την δράση του ως την εκλογή του νέου Προεδρείου.
Το Προεδρείο της Λαϊκής Βουλής αποφασίζει με πλειοψηφία, όταν παρίσταται η πλειονότητά του.

Άρθρο 77
Το Προεδρείο της Λαϊκής Βουλής έχει μόνιμα τις έξης κύριες αρμοδιότητες:
συγκαλεί τις συνόδους της Λαϊκής Βουλής·
ορίζει την ημερομηνία των εκλογών της Λαϊκής Βουλής και των λαϊκών συμβουλίων·
απονέμει παράσημα και τιμητικούς τίτλους·
παρέχει ή αφαιρεί την αλβανική υπηκοότητα και αποδέχεται την εγκατάλειψή της∙
ασκεί το δικαίωμα της χάριτος∙
καθορίζει τη διαίρεση των διοικητικο-εδαφικών μονάδων·
συνάπτει, επικυρώνει και καταγγέλλει τα διεθνή σύμφωνα που δεν εξετάζει η Λαϊκή Βουλή·
με πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, διορίζει και απαλλάσσει των καθηκόντων τους διπλωματικούς αντιπροσώπους·
δέχεται τα διαπιστευτήρια και τα ανακλητήρια των αντιπροσώπων των ξένων κρατών·
δημοσιεύει τους νόμους και τα δημοψηφίσματα που αποφάσισε η Λαϊκή Βουλή.

Άρθρο 78
Το Προεδρείο της Λαϊκής Βουλής, μεταξύ των συνόδων της Λαϊκής Βουλής, ασκεί τις εξής αρμοδιότητες:
ελέγχει την εφαρμογή των νόμων και των αποφάσεων της Λαϊκής Βουλής·
ελέγχει και καλεί σε αναφορά το Υπουργικό Συμβούλιο, το Ανώτατο Δικαστήριο, το Γενικό Εισαγγελέα και κάθε άλλο κρατικό όργανο·
διορίζει ή απαλλάσσει των καθηκόντων αντιπροέδρους του Υπουργικού Συμβουλίου ή ιδιαίτερους υπουργούς με πρόταση του Προέδρου του Υπουργικού Συμβουλίου, διορίζει ή απαλλάσσει των καθηκόντων ιδιαίτερα μέλη ή τους αντιπροέδρους του Ανωτάτου Δικαστηρίου και τους αναπληρωτές γενικού εισαγγελέα∙ τα διατάγματα για το διορισμό ή την απαλλαγή τους υποβάλλονται σε κάθε περίπτωση για έγκριση στη Λαϊκή Βουλή·

εκδίδει διατάγματα και αποφάσεις· τα διατάγματα με νομικό χαραχτήρα υποβάλλονται για έγκριση στη Λαϊκή Βουλή στην προσεχή συνοδό της·
κάνει αυθεντική ερμηνεία των νόμων και την υποβάλλει για έγκριση στη Λαϊκή Βουλή στην προσεχή συνοδό της·
κηρύσσει όταν είναι αδύνατον να συνέλθει η Λαϊκή Βουλή, μερική ή γενική επιστράτευση, κατάσταση έκτακτου ανάγκης, καθώς και εμπόλεμης κατάστασης σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης κατά της Λαϊκής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Αλβανίας ή όταν αυτό είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τα διεθνή σύμφωνα. Σε καιρό πολέμου, αν είναι αδύνατο να συνέλθει ή Λαϊκή Βουλή, Το Προεδρείο της Λαϊκής Βουλής ασκεί όλες τις αρμοδιότητες της Λαϊκής Βουλής, εκτός από τροποποιήσεις στο Σύνταγμα.

Άρθρο 79
Το Προεδρείο της Λαϊκής Βουλής διευθύνει και ελέγχει τη δράση των λαϊκών συμβουλίων.
Το Προεδρείο της Λαϊκής Βουλής μπορεί να διαλύσει λαϊκά συμβούλια, να ορίσει αντίστοιχες προσωρινές εκτελεστικές επιτροπές και να αποφασίσει για την εκλογή ενός νέου λαϊκού συμβουλίου.
Το Προεδρείο της Λαϊκής Βουλής ακυρώνει τις μη νόμιμες ή μη κανονικές πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου, των λαϊκών συμβουλίων και των εκτελεστικών επιτροπών.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ   II

ΤΑ ΑΝΩΤΑΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΗΣ ΚΡΑΤΙΚΗΣ
ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

Άρθρο 80
Το Υπουργικό Συμβούλιο είναι το ανώτατο εκτελεστικό και διατάσσον όργανο.
Το Υπουργικό Συμβούλιο διορίζεται στην πρώτη σύνοδο της Λαϊκής Βουλής.
Στη σύνθεση του Υπουργικού Συμβουλίου περιλαμβάνονται: ο πρόεδρος, οι αντιπρόεδροι και οι υπουργοί.
Τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου ορίζονται, κατά κανόνα, από τις γραμμές των βουλευτών της Λαϊκής Βουλής.
Το Υπουργικό Συμβούλιο αποφασίζει με πλειοψηφία, όταν παρίσταται η πλειονότητά του.

Άρθρο 81
Το Υπουργικό Συμβούλιο έχει τις εξής αρμοδιότητες:
διευθύνει τη δράση για την πραγματοποίηση της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής του κράτους·
εκδίδει αποφάσεις, πράξεις και οδηγίες με βάση το Σύνταγμα και τους νόμους και για την εφαρμογή τους·
διευθύνει και ελέγχει τη δράση των υπουργείων, των άλλων κεντρικών οργάνων της κρατικής διοίκησης, των εκτελεστικών επιτροπών των λαϊκών συμβουλίων και ορίζει την εσωτερική τους οργάνωση·
καταρτίζει το προσχέδιο της οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης της χώρας, το σχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού, οργανώνει και ελέγχει την εφαρμογή του σχεδίου και του προϋπολογισμού, διευθύνει και οργανώνει τα οικονομικά του κράτους και το νομισματικό και πιστωτικό σύστημα∙
διευθύνει τη δράση για την εκπλήρωση των καθηκόντων στο πεδίο της άμυνας της χώρας, σύμφωνα με τις αποφάσεις του Συμβουλίου Άμυνας·
παίρνει μέτρα για την κατοχύρωση, περιφρούρηση και ενίσχυση του νομικού σοσιαλιστικού καθεστώτος και των δικαιωμάτων των πολιτών·
συνάπτει διεθνείς - συμφωνίες, εγκρίνει και καταγγέλλει τις συμφωνίες που δεν υποβάλλονται σε επικύρωση.



Άρθρο 82
Το Υπουργικό Συμβούλιο ακυρώνει τις μη νόμιμες ή μη κανονικές πράξεις των υπουργών και των άλλων κεντρικών οργάνων της κρατικής διοίκησης, καθώς και των εκτελεστικών επιτροπών των λαϊκών συμβουλίων.
Το Υπουργικό Συμβούλιο αναστέλλει την εκτέλεση των μη νόμιμων ή μη κανονικών αποφάσεων των λαϊκών συμβουλίων και παραπέμπει το ζήτημα της ακύρωσής τους στο ανώτερο λαϊκό συμβούλιο ή στο Προεδρείο της Λαϊκής Βουλής.

Άρθρο 83
Ο Πρόεδρος και οι αντιπρόεδροι του Υπουργικού Συμβουλίου αποτελούν το Προεδρείο Υπουργικού Συμβουλίου.
Το Προεδρείο του Υπουργικού Συμβουλίου παρακολουθεί, ελέγχει και αποφασίζει για την εκτέλεση των καθηκόντων που καθορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο.
Ο πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου αντιπροσωπεύει το Υπουργικό Συμβούλιο, προεδρεύει στις συνεδριάσεις και διευθύνει τη δράση του.

Άρθρο 84
Τα υπουργεία είναι κεντρικά όργανα της κρατικής διοίκησης, ειδικευμένα για ορισμένους κλάδους δράσης, που διευθύνονται από μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου.

Άρθρο 85
Οι υπουργοί ευθύνονται για τη δράση των αντίστοιχων υπουργείων και του Υπουργικού Συμβουλίου, διευθύνουν και ελέγχουν τα όργανα, τις επιχειρήσεις, τα ιδρύματα και τις οικονομικές οργανώσεις του τομέα τους.
Οι υπουργοί για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς τους, εκδίδουν διαταγές, κανονισμούς και οδηγίες με βάση τους νόμους, τις πράξεις και τις αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου και για την εφαρμογή τους.

Άρθρο 86
Οι υπουργοί ακυρώνουν τις μη νόμιμες ή μη κανονικές διαταγές και οδηγίες των οργάνων, των επιχειρήσεων και των ιδρυμάτων που εξαρτώνται απ' αυτούς και αναστέλλουν την εφαρμογή των μη νόμιμων ή μη κανονικών αποφάσεων των εκτελεστικών επιτροπών των λαϊκών συμβουλίων, που σχετίζονται με την αντίστοιχη σφαίρα δράσης, υποβάλλοντας το ζήτημα της ακύρωσής τους στο Υπουργικό Συμβούλιο.









ΚΕΦΑΛΑΙΟ    ΙΙΙ

Η ΑΜΥΝΑ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΝΟΠΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ


Άρθρο 87
Το κράτος περιφρουρεί τις καταχτήσεις της λαϊκής επανάστασης και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, υπερασπίζει τη λευτεριά, την εθνική ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της χώρας.
Το έδαφος της Λαϊκής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Αλβανίας είναι αναπαλλοτρίωτο και τα σύνορά της απαραβίαστα.

Άρθρο 88
Η υπεράσπιση της πατρίδας και των καταχτήσεων του σοσιαλισμού εξασφαλίζεται από τον ένοπλο λαό, οργανωμένο στις Ένοπλες Δυνάμεις, που αποτελούνται από το Λαϊκό Στρατό, από τις δυνάμεις του Υπουργείου των Εσωτερικών και από τις εθελοντικές δυνάμεις της Λαϊκής Αυτοάμυνας.
Ο Λαϊκός Στρατός, σαν η κύρια δύναμη της υπεράσπισης της πατρίδας, είναι στρατός του λαού και υπηρετεί το λαό.
Οι Ένοπλες Δυνάμεις καθοδηγούνται από το Κόμμα Εργασίας της Αλβανίας.

Άρθρο 89
Για τη διεύθυνση, την οργάνωση και κινητοποίηση όλων των δυνάμεων και των πηγών της χώρας για την υπεράσπιση της πατρίδας ιδρύεται το Συμβούλιο Άμυνας.
Ο Πρώτος Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας είναι Γενικός Διοικητής των Ενόπλων Δυνάμεων και Πρόεδρος του Συμβουλίου Άμυνας.
Η σύνθεση του Συμβουλίου Άμυνας καθορίζεται από το Προεδρείο της Λαϊκής Βουλής με πρόταση του Προέδρου του Συμβουλίου Άμυνας.

Άρθρο 90
Σε κανένα δεν αναγνωρίζεται το δικαίωμα να υπογράψει ή να δεχτεί εξ ονόματος της Λαϊκής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Αλβανίας τη συνθηκολόγηση ή την κατάχτηση της χώρας. Κάθε τέτοια πράξη είναι προδοσία έναντι της πατρίδας.


Άρθρο 91

Στο έδαφος της Λαϊκής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Αλβανίας δεν επιτρέπεται η εγκατάσταση ξένων στρατιωτικών βάσεων και δυνάμεων.









ΚΕΦΑΛΑΙΟ    IV

ΤΑ ΤΟΠΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

Άρθρο 92
Τα λαϊκά συμβούλια είναι όργανα της λαϊκής εξουσίας, που πραγματοποιούν τη διακυβέρνηση στις αντίστοιχες διοικητικο-εδαφικές μονάδες με την πλατιά συμμετοχή των εργαζόμενων μαζών.
Τα λαϊκά συμβούλια διευθύνουν όλη την κοινωνική ζωή στο πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικο-πολιτιστικό πεδίο, της άμυνας της χώρας και της περιφρούρησης του νομικού σοσιαλιστικού καθεστώτος, συμβιβάζοντας τα τοπικά συμφέροντα με τα γενικά κρατικά συμφέροντα.
Τα λαϊκά συμβούλια εκλέγονται για μια τριετία.

Άρθρο 93
Το λαϊκό συμβούλιο εγκρίνει το σχέδιο και τον προϋπολογισμό, εκλέγει από τους κόλπους του και απαλλάσσει των καθηκόντων την εκτελεστική επιτροπή και τις επιτροπές του συμβουλίου· διορίζει και απαλλάσσει των καθηκόντων τους τμηματάρχες της εκτελεστικής επιτροπής· διευθύνει και ελέγχει τη δράση των κατώτερων λαϊκών συμβουλίων∙ εκδίδει πράξεις και αποφάσεις στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του.

Άρθρο 94
Οι συνεδριάσεις του λαϊκού συμβουλίου διεξάγονται όταν παρευρίσκεται η πλειοψηφία των μελών.
Το λαϊκό συμβούλιο αποφασίζει με πλειοψηφία των παριστάμενων μελών.

Άρθρο 95
Το ανώτερο  λαϊκό συμβούλιο μπορεί να διαλύσει το κατώτερο λαϊκό συμβούλιο, ορίζει την προσωρινή εκτελεστική επιτροπή κι αποφασίζει τις εκλογές για το νέο λαϊκό συμβούλιο.
Το ανώτερο λαϊκό συμβούλιο μπορεί να απαλλάξει των καθηκόντων την εκτελεστική επιτροπή του κατώτερου λαϊκού συμβουλίου και να διατάξει την νέα εκλογή της.
Το λαϊκό συμβούλιο ακυρώνει τις μη νόμιμες ή τις μη κανονικές πράξεις της εκτελεστικής επιτροπής του, του κατώτερου λαϊκού συμβουλίου και της αντίστοιχης εκτελεστικής επιτροπής.

Άρθρο 96
Τα μέλη του λαϊκού συμβουλίου έχουν καθήκον να υπηρετούν συνειδητά και πιστά το λαό, να διατηρούν στενούς δεσμούς με τους εκλογείς και να λογοδοτούν σ' αυτούς· έχουν δικαίωμα να ελέγχουν τα κρατικά όργανα, τις επιχειρήσεις, τα ιδρύματα και τους γεωργικούς συνεταιρισμούς και να ζητούν απ' αυτά την ακριβή εφαρμογή της σοσιαλιστικής νομιμότητας.
Τα αντίστοιχα κρατικά όργανα είναι υποχρεωμένα να εξετάζουν τις παρατηρήσεις των μελών των λαϊκών συμβουλίων και να παίρνουν τα αναγκαία μέτρα.
Τα μέλη του λαϊκού συμβουλίου χαίρουν ασυλίας εντός της διοικητικο-εδαφικής μονάδας του λαϊκού συμβουλίου. Αυτά δε μπορεί να κρατηθούν, να συλληφτούν ή να διωχτούν ποινικά χωρίς τη συγκατάθεση του λαϊκού συμβουλίου ή της εκτελεστικής επιτροπής, με εξαίρεση τις περιπτώσεις διάπραξης αυτόφωρου και βαριού εγκλήματος.

Άρθρο 97
Η εκτελεστική επιτροπή είναι εκτελεστικό και διατάσσον όργανο του λαϊκού συμβουλίου.
Η εκτελεστική επιτροπή συνεχίζει τη δράση της και μετά τη λήξη της εντολής του λαϊκού συμβουλίου που την έχει εκλέξει, ως την πρώτη συνεδρίαση του νέου λαϊκού συμβουλίου.

Άρθρο 98
Η εκτελεστική επιτροπή, μεταξύ των συνόδων του λαϊκού συμβουλίου, ασκεί τα δικαιώματα και τα καθήκοντα του λαϊκού συμβουλίου, εξαιρέσει εκείνων που με νόμο έχουν αφεθεί στην αρμοδιότητα μόνον του λαϊκού συμβουλίου.
Η εκτελεστική επιτροπή λογοδοτεί στο λαϊκό συμβούλιο για τη δράση της, υποβάλλει σ' αυτό για έγκριση τις σημαντικότερες αποφάσεις της και δίνει αναφορά σχετικά με την εκτέλεση των αποφάσεων του λαϊκού συμβουλίου.

Άρθρο 99
Η εκτελεστική επιτροπή εξαρτάται από το λαϊκό συμβούλιο που την έκλεξε και από το ανώτερο εκτελεστικό διατάσσον όργανο.
Η εκτελεστική επιτροπή του ανώτερου λαϊκού συμβουλίου ακυρώνει τις μη νόμιμες ή μη κανονικές πράξεις της κατώτερης εκτελεστικής επιτροπής και αναστέλλει εκείνες του κατώτερου λαϊκού συμβουλίου, υποβάλλοντας το ζήτημα της ακύρωσης τους στο αρμόδιο λαϊκό συμβούλιο.




Άρθρο 100
Τα ειδικευμένα όργανα που ιδρύονται στις εκτελεστικές επιτροπές εξαρτώνται από το λαϊκό συμβούλιο, από τη εκτελεστική του επιτροπή και από τα ανώτερα όργανα της κρατικής διοίκησης, λογοδοτούν σ' αυτά καθώς και στις εργαζόμενες μάζες.








ΚΕΦΑΛΑΙΟ   V

ΤΑ ΛΑΪΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ

Άρθρο 101
Τα λαϊκά δικαστήρια είναι τα όργανα που πραγματοποιούν την απονομή της δικαιοσύνης.
Τα λαϊκά δικαστήρια προστατεύουν το νομικό σοσιαλιστικό καθεστώς, παλεύουν για πρόληψη των εγκλημάτων, διαπαιδαγωγούν τις εργαζόμενες μάζες με το πνεύμα του σεβασμού και της εφαρμογής της σοσιαλιστικής νομιμότητας, στηριζόμενα στην ενεργό συμμετοχή τους.
Επικεφαλής των δικαστικών οργάνων στέκει το Ανώτατο Δικαστήριο, το όποιο διευθύνει και ελέγχει τη δράση των δικαστηρίων.
Το Ανώτατο Δικαστήριο εκλέγεται στην πρώτη σύνοδο της Λαϊκής Βουλής. Τα άλλα λαϊκά δικαστήρια εκλέγονται από το λαό, σύμφωνα με τον τρόπο που καθορίζεται με νόμο.
Η δικαστική οργάνωση και η διαδικασία της εκδίκασης καθορίζονται με νόμο.

Άρθρο 102
Τα δικαστήρια δικάζουν ποινικές και αστικές υποθέσεις, καθώς και άλλες υποθέσεις που με νόμο έχουν αφεθεί στην αρμοδιότητά τους.
Η εκδίκαση γίνεται με τη συμμετοχή των βοηθών δικαστών και με ανοιχτές θύρες, εκτός από τις περιπτώσεις που με νόμο ορίζεται διαφορετικά.
Στη διαδικασία χρησιμοποιείται η αλβανική γλώσσα. Τα άτομα που δεν ξέρουν αλβανικά, μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη γλώσσα τους και να μιλήσουν με τη βοήθεια διερμηνέα.
Ο κατηγορούμενος χαίρει του δικαιώματος της υπεράσπισης.

Άρθρο 103
Το δικαστήριο στην εκδίκαση της υπόθεσης είναι ανεξάρτητο, αποφασίζει μόνο σε βάση το νόμο και εκδίδει την απόφαση εν ονόματι του λαού.
Η απόφαση του δικαστηρίου μπορεί να ακυρωθεί ή να αλλάξει μόνο από αρμόδιο δικαστήριο.








ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

Η ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ

Άρθρο 104
Η εισαγγελία έχει καθήκον να ελέγχει την ακριβή και ομοιόμορφη εφαρμογή των νόμων από τα υπουργεία και από τα άλλα κεντρικά και τοπικά όργανα, από τα δικαστήρια, τα ανακριτικά όργανα, τις επιχειρήσεις, τα ιδρύματα, τις οργανώσεις, τους υπαλλήλους και τους πολίτες.
Η εισαγγελία έχει το δικαίωμα ένστασης ενάντια σε κάθε μη νόμιμη πράξη και να ζητήσει από τα αντίστοιχα όργανα την ακύρωση ή την τροποποίησή της. Η αίτηση του εισαγγελέα πρέπει να εξεταστεί μέσα στην καθορισμένη με νόμο προθεσμία, διαφορετικά αναστέλλεται η εφαρμογή της πράξης.

Άρθρο 105
Ο Γενικός Εισαγγελέας υποβάλλει στη Λαϊκή Βουλή και στο Προεδρείο της Λαϊκής Βουλής τις περιπτώσεις όταν οι νόμοι και τα διατάγματα δεν εναρμονίζονται, με το Σύνταγμα, καθώς και στο Υπουργικό Συμβούλιο τις περιπτώσεις όταν οι αποφάσεις και οι πράξεις του δεν εναρμονίζονται με τους νόμους.

Άρθρο 106
Ο Γενικός Εισαγγελέας και οι αναπληρωτές του διορίζονται στην πρώτη σύνοδο της Λαϊκής Βουλής.
Οι Εισαγγελείς διορίζονται από το Προεδρείο της Λαϊκής Βουλής.






ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ    I

ΤΟ ΕΜΒΛΗΜΑ, Η ΣΗΜΑΙΑ, Η ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ

Άρθρο 107
Το έμβλημα της Λαϊκής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Αλβανίας παρουσιάζει ένα μαύρο δικέφαλο αετό, περιστοιχισμένο από δύο δέσμες σταχιών σταριού, που έχουν στην κορυφή ένα κόκκινο πεντάγωνο αστέρι και που είναι δεμένες κάτω με κόκκινες ταινίες, όπου αναγράφεται η ημερομηνία 24 Μάη 1944.

Άρθρο 108
Η κρατική σημαία της Λαϊκής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Αλβανίας παρουσιάζει ένα κόκκινο πεδίο μ' ένα μαύρο δικέφαλο στη μέση, πάνω από τον όποιο είναι ένα κόκκινο πεντάγωνο αστέρι, κεντημένο ολόγυρα με χρυσαφένιο χρώμα. Η αναλογία μεταξύ του πλάτους και του μήκους της σημαίας είναι ένα με ένα και σαράντα.

Άρθρο 109
Πρωτεύουσα της Λαϊκής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Αλβανίας είναι τα Τίρανα.




ΚΕΦΑΛΑΙΟ   II

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ


Άρθρο 110
Το Σύνταγμα είναι ο θεμελιώδης νόμος του κράτους.
Όλη η δράση για τη δημιουργία των νομικών κανόνων διεξάγεται με βάση το Σύνταγμα και σε πλέρια συνταύτιση μ' αυτό.

Άρθρο 111
Τα σχέδια για αλλαγές στο Σύνταγμα μπορεί να υποβληθούν από το Προεδρείο της Λαϊκής Βουλής, από το Υπουργικό Συμβούλιο ή από τα δύο πέμπτα των Βουλευτών.
Η ψήφιση του Συντάγματος και οι αλλαγές σ' αυτό γίνονται από τη Λαϊκή Βουλή με πλειοψηφία δύο τρίτα του συνόλου των βουλευτών.

Άρθρο 112

Το παρόν Σύνταγμα τίθεται αμέσως σε ισχύ.

*

Ψηφίστηκε από τη Λαϊκή Βουλή της Λαϊκής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Αλβανίας στη συνεδρίαση της 28.12.1976.