Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

ΤΟ ΤΑΞΙΚΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΥ ΣΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΡΕΒΙΖΙΟΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΣΜΟ

ΤΟ ΤΑΞΙΚΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΥ
ΣΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΡΕΒΙΖΙΟΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΣΜΟ

απο τους DHIMTTER MANDRO and LULZIM HANA – οικονομολόγοι


(ALBANIA TODAY, No. 2 (39), 1978, σελ. 47-53)


Η όξυνση των αντιθέσεων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ιδιαίτερα οι θεμελιώδεις αντιθέσεις του, οδήγησαν στο παραπέρα βάθεμα της γενικής κρίσης του καπιταλιστικο-ρεβιζιονιστικού συστήματος, στους επαναλαμβανόμενους σοβαρούς, οικονομικούς, πολιτικούς και κοινωνικούς κραδασμούς, στον κλονισμό όλης της βάσης και του εποικοδομήματος, των συμμαχιών και των συνασπισμών. Η δεκαετία του 1970 μπορεί να χαρακτηριστεί σαν χρονιά του ακόμα πιο ισχυρού ξεσπάσματος και βαθέματος αυτής της κρίσης, που οδήγησε τον ιμπεριαλισμό στην παραπέρα αποσύνθεσή του. Περιγράφοντας αυτό το προτσές, στο 7ο Συνέδριο του ΚΕΑ ανάμεσα στα άλλα, ο Σύντροφος Ενβέρ Χότζα τόνισε: “Ο παγκόσμιος καπιταλισμός, που κατευθύνεται αμείλιχτα στην κρίση και στην παρακμή, όπως ακριβώς πρόβλεψαν οι Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν και Στάλιν με τόσο μεγαλοφυή τρόπο, έφτασε τώρα στο στάδιο του ιμπεριαλισμού σε αποσύνθεση”. (Ενβέρ Χότζα, Έκθεση στο 7ο Συνέδριο του ΚΕΑ, σ. 172)




1.
Άμεση έκφραση αυτού του αντικειμενικού προτσές της αποσύνθεσης και στασιμότητας της καπιταλιστικής παραγωγής και αναπαραγωγής, μαζί με όλα τα άλλα φαινόμενα της οικονομικής κρίσης που πιάστηκε σε αυτήν ολόκληρο το καπιταλιστικο-ρεβιζιονιστικό σύστημα, είναι ο πληθωρισμός. Σήμερα, έγινε γενική αρρώστια όλων των καπιταλιστικών χωρών, που επηρεάζει όχι μόνο τις λιγότερο αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, τις ρεβιζιονιστικές χώρες, και, πρώτα - πρώτα, τις δυο ιμπεριαλιστικές υπερδυνάμεις, τις ΗΠΑ και την Σοβιετική Ένωση. Και αυτό δεν είναι όλο - έγινε επίσης μόνιμος συνοδοιπόρος τους και εξελίσσεται παντού με πολύ υψηλούς, καλπάζοντες ρυθμούς.
Ο πληθωρισμός αντιπροσωπεύει συγκεκριμένη οικονομική κατηγορία του καπιταλιστικού και ρεβιζιονιστικού κόσμου, και σαν τέτοια εκφράζει συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα. Σήμερα έγινε το πιο κατάλληλο μέσο στα χέρια της μονοπωλιακής αστικής τάξης για να βγει προσωρινά από την κρίση σε βάρος των εργαζόμενων μαζών στην πατρίδα της και σε βάρος των λαών των αναπτυσσόμενων χωρών. Μόνο στην Μαρξιστική - Λενινιστική πολιτική οικονομία βρίσκουμε επιστημονική ανάλυση αυτής της οικονομικής κατηγορίας του καπιταλισμού, που όρισε το περιεχόμενο, την ουσία, τις αιτίες και τις συνέπειες του πληθωρισμού.
Αν και ο πληθωρισμός είναι φαινόμενο που δρα μέσα στην σφαίρα της διανομής (circulation), οι ρίζες του βρίσκονται στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, στις αντιθέσεις που σταθερά κατατρώγουν την καπιταλιστική παραγωγή και αναπαραγωγή. Είναι γνωστός ο κύριος ρόλος της παραγωγής έναντι όλων των άλλων φάσεων της αναπαραγωγής, συμπεριλαμβανόμενης της διανομής (circulation). Το περιεχόμενο, ο χαραχτήρας της παραγωγής, καθορίζει τον χαραχτήρα των ανταλλαγών, της διανομής και της κατανάλωσης. Ταυτόχρονα, το τελευταίο επηρεάζει την παραγωγή, ακριβώς όπως επηρεάζουν το ένα το άλλο. Το φαινόμενο του πληθωρισμού στην καπιταλιστική οικονομία της εμπορευματικής παραγωγής πρέπει να εξεταστεί και να αντιμετωπιστεί κυρίως από την σκοπιά αυτής της αμοιβαίας διαλεκτικής εξάρτησης.
Στην καπιταλιστική οικονομία, η νομισματική κυκλοφορία βασίζεται σε χαρτονομίσματα, που δεν είναι μετατρέψιμα σε χρυσάφι, όπως επίσης και στην παραγωγή εμπορευμάτων που δεν έχει σκοπό την ικανοποίηση των αναγκών και των απαιτήσεων των μαζών του εργαζόμενου λαού, αλλά, κύρια και πάνω απ’ όλα , την εξασφάλιση των μέγιστων κερδών των καπιταλιστών ιδιοκτήτων. Στην ουσία, και ο πληθωρισμός επίσης είναι ένας τρόπος των μονοπωλίων για να πετύχουν αυτό τον σκοπό μέσω της εντατικοποίησης της ληστείας των πλατιών μαζών του εργαζόμενου λαού. Η δυσλειτουργία του νόμου της νομισματικής κυκλοφορίας, που προέρχεται από την έκδοση του αστικού κράτους περισσότερων χαρτονομισμάτων για να καλύψει το έλλειμμα του προϋπολογισμού, οδηγεί στην γενική αύξηση των τιμών των μαζικών καταναλωτικών αγαθών, με μόνη εξαίρεση ένα ειδικό εμπόρευμα - την εργατική δύναμη.
Ο Μαρξ χώρισε όλα τα είδη εμπορευμάτων στην καπιταλιστική κοινωνία σε δυο μεγάλες ομάδες: κοινά εμπορεύματα, που είναι ιδιοκτησία των καπιταλιστών, και ένα ειδικό εμπόρευμα, την εργατική δύναμη, που είναι το μόνο εμπόρευμα που έχει στην κατοχή του ο εργάτης στην καπιταλιστική κοινωνία. Ο Μαρξ επίσης απόδειξε επιστημονικά ότι οι τιμές της πρώτης ομάδας εμπορευμάτων μπορεί να κυμαίνονται πάνω ή κάτω από την αξία τους, ενώ η τιμή του εμπορεύματος της εργατικής δύναμης, μπορεί να φτάνει στην αξία του στην ιδανική περίπτωση· συνήθως, η τιμή της εργατικής δύναμης κυμαίνεται κάτω από την αξία της.
Ιδιαίτερα την περίοδο του πληθωρισμού, οι τιμές όλων των εμπορευμάτων που έχουν στην κατοχή τους οι καπιταλιστές αυξάνονται σε διάφορες αναλογίες, ενώ η τιμή του ειδικού εμπορεύματος, της εργατικής δύναμης, στην πιο ευνοϊκή περίπτωση, μπορεί να έχει μια μικρή αύξηση και αυτή μόνο σαν αποτέλεσμα του πλατέματος της αποφασιστικής πάλης του προλεταριάτου ενάντια στην οικονομική και πολιτική κυριαρχία της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης. Την περίοδο του πληθωρισμού, η μονοπωλιακή αστική τάξη ιδιοποιείται όχι μόνο την υπεραξία, αλλά και μέρος της αξίας του εμπορεύματος εργατική δύναμη, επειδή οι πραγματικοί μισθοί του εργαζόμενου λαού στον καπιταλισμό συνεχώς μειώνονται, λόγω του ότι ο ελάχιστος μισθός αρχίζει να αυξάνεται μετά από την αύξηση των τιμών όπως επίσης και από το ότι κάθε αύξησή του, όταν συμβαίνει, είναι πάντα μικρότερη από την αύξηση των τιμών. Με αυτόν τον τρόπο, ενεργώντας σαν μεταμφιεσμένος φόρος, ο πληθωρισμός μειώνει παραπέρα τους μισθούς κάτω από την αξία του εμπορεύματος, της εργατικής δύναμης. Αυτό το επιπρόσθετο έσοδο, που το καπιταλιστικό κράτος εξασφαλίζει διαμέσου αυτού του είδους μεταμφιεσμένου φόρου, χρησιμοποιώντας την εξουσία του ως κράτος της δικτατορίας της αστικής τάξης, μοιράζεται ξανά με διάφορες μορφές στα μονοπώλια, πρώτα - πρώτα, σε εκείνα που εμπλέκονται στην παραγωγή για πολεμικούς σκοπούς.
Άρα, ο πληθωρισμός, ως τυπική οικονομική κατηγορία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, είναι, πρώτα - πρώτα, έκφραση της αναδιανομής του εθνικού εισοδήματος και του εθνικού πλούτου προς όφελος μιας χούφτας μονοπωλιστών και σε βάρος των μαζών του εργαζόμενου λαού, που πραγματοποιείται μέσω της ύπαρξης μεγάλης ποσότητας χαρτονομίσματος, που δεν είναι μετατρέψιμο σε χρυσάφι, στα κανάλια της νομισματικής κυκλοφορίας, πράγμα που οδηγεί στην υποτίμηση του χαρτονομίσματος και στην αύξηση των τιμών των αγαθών. Αυτός ο ορισμός της ουσίας του πληθωρισμού εξηγεί επίσης τα τρία κύρια χαρακτηριστικά του πληθωρισμού, που είναι: η αναδιανομή του εθνικού εισοδήματος σε όφελος των μεγάλων μονοπωλίων και σε βάρος των πλατιών μαζών του εργαζόμενου λαού⋅ η ύπαρξη πολύ μεγάλης ποσότητας χαρτονομίσματος στα κανάλια της νομισματικής κυκλοφορίας⋅ η πραγματική υποτίμηση του χαρτονομίσματος και η αύξηση των τιμών των αγαθών στην αγορά. Κάθε ταύτιση του πληθωρισμού με ένα μόνο από αυτά τα χαραχτηριστικά ή κάθε προσπάθεια εξάλειψης του πρώτου χαρακτηριστικού, όπως κάνουν οι αστοί και ρεβιζιονιστές ιδεολόγοι, είναι παρέκκλιση από τις σωστές θέσεις του ΜαρξισμούΛενινισμού και οδηγεί στην άρνηση της ταξικής ουσίας του πληθωρισμού και την αντιμετώπισή του σαν τεχνικό ζήτημα του μηχανισμού νομισματικής κυκλοφορίας.
Ο πληθωρισμός εμφανίζεται στην καπιταλιστική οικονομία όταν η ποσότητα των χαρτονομισμάτων που εκδόθηκαν είναι μεγαλύτερη από τα πραγματικά νομισματικά αποθέματα και την ποσότητα των εμπορευμάτων που είναι σε κυκλοφορία. Αλλά ο πληθωρισμός μπορεί να εμφανιστεί ακόμα και χωρίς την έκδοση νέας ποσότητας χαρτονομισμάτων, όταν δημιουργείται δυσαναλογία ανάμεσα στην ποσότητα των χαρτονομισμάτων που κυκλοφορούν και της ποσότητας χαρτονομισμάτων που είναι αναγκαία για αυτή την κυκλοφορία. Αυτό συνδέεται άμεσα με τις μεγάλες δαπάνες για στρατιωτικούς σκοπούς, επειδή, σε τελική ανάλυση, η αύξηση αυτής της δαπάνης και η στρατιωτικοποίηση της οικονομίας γενικά, αντιστοιχεί στην μείωση της παραγωγής υλικών αγαθών για τις μάζες του εργαζόμενου λαού, οπότε, και στην μείωση της κυκλοφορίας αυτών των εμπορευμάτων και την παραγωγή, μάλιστα, εμπορευμάτων που εξυπηρετούν την συντήρηση του μόνιμου στρατού και το στρατιωτικό οπλοστάσιο της αστικής τάξης.
Η αιτία του πληθωρισμού προέρχεται άμεσα από την δράση των αντικειμενικών νόμων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, που οδήγησε στο στάδιο του καπιταλισμού σε αποσύνθεση, στην στρατιωτικοποίηση της οικονομίας και στον αυξημένο παρασιτισμό του γραφειοκρατικού κρατικού μηχανισμού.
Η στρατιωτικοποίηση της οικονομίας, οι επιθετικές ενέργειες και ο ολόπλευρος οικονομικός, πολιτικός, ιδεολογικός και στρατιωτικός επεκτατισμός, αποτελούν τα ουσιώδη χαραχτηριστικά του ιμπεριαλισμού. Η διατήρηση μεγάλων στρατευμάτων, η δημιουργία στρατιωτικών βάσεων, η εντατικοποίηση του επιστημονικού ερευνητικού έργου για την ανακάλυψη και χρήση όπλων μαζικής εξόντωσης, η εμπλοκή ολόκληρου του στρατιωτικού τους οπλοστασίου όπου απειλούνται οι θέσεις τους από το επαναστατικό κίνημα των μαζών του εργαζόμενου λαού, η πρόκληση αναταραχών και το ανάμα εστιών πολέμου, προέρχονται από την ίδια την φύση του ιμπεριαλισμού και χωρίς αυτά δεν μπορεί να υπάρξει. Είναι προφανές ότι αυτό οδηγεί, και δεν μπορεί να μην οδηγεί, στην αύξηση των στρατιωτικών δαπανών με πολύ υψηλούς ρυθμούς. Ενώ το 1961 η δαπάνη για στρατιωτικούς σκοπούς παγκόσμια ήταν περίπου 120 δισεκατομμύρια δολάρια, δέκα χρόνια αργότερα, το 1971, αυτό το σύνολο έφτασε περίπου τα 200 δισεκατομμύρια δολάρια και σήμερα υπολογίζεται ότι είναι πάνω από 300 δισεκατομμύρια δολάρια.
Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της δαπάνης γίνεται από τις δυο υπερδυνάμεις, που αντιπροσωπεύουν τα προπύργια της σημερινής αντίδρασης. Για να κάνουν πραγματικότητα τις ηγεμονικές και επεχτατικές φιλοδοξίες τους, η Μόσχα και η Ουάσιγκτον έχουν εμπλακεί σε μια φρενήρη κούρσα εξοπλισμών, στρατιωτικοποίησαν την οικονομία τους, συνεχώς αυξάνουν και και επεκτείνουν την πολεμική τους βιομηχανία, διατηρούν μόνιμους στρατούς δύναμης εκατομμυρίων κοκ. Σήμερα οι ΗΠΑ δαπανούν πάνω από 104,3 δισεκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο για πολεμικούς σκοπούς, το μεγαλύτερο πόσο που καταγράφτηκε στα 200 χρόνια της ιστορίας αυτού του κράτους, ενώ οι Σοβιετικοί ρεβιζιονιστές δαπανούν πάνω από 100 δισεκατομμύρια δολάρια για τον ίδιο σκοπό. Προφανώς, αυτά τα κολοσσιαία ποσά που προορίζονται για στρατιωτικούς σκοπούς έχουν καταστρεπτική επίδραση στα οικονομικά αυτών των χωρών, αυξάνοντας το έλλειμμα στον προϋπολογισμό. Ταυτόχρονα, ξεσκεπάζουν την ψευτιά και τον κυνισμό της διακήρυξης από τις κεφαλές της Μόσχας και της Ουάσιγκτον και των φερεφώνων τους για “μείωση της έντασης”, “αφοπλισμό”, κλπ.
Εκτός από τις κολοσσιαίες στρατιωτικές δαπάνες, σημαντικό ρόλο στην δημιουργία της σοβαρής κατάστασης του πληθωρισμού, προκαλείται από την δαπάνη για την συντήρηση του διογκωμένου γραφειοκρατικού μηχανισμού. Όσο περισσότερο σαπίζει ο καπιταλισμός, τόσο μεγαλύτερος γίνεται ο αριθμός των ανθρώπων που βγαίνουν από την σφαίρα της παραγωγής υλικών αγαθών, που ζουν με “αποκόμματα κουπονιώναπασχολούμενοι στον τομέα των υπηρεσιών και στον γραφειοκρατικό κρατικό μηχανισμό. Για την δημιουργία ξεκάθαρης άποψης για αυτό, είναι αρκετό να τονιστεί ότι στις ΗΠΑ, ο αριθμός του προσωπικού της γραφειοκρατικής διοίκησης και της αστυνομίας αυξήθηκε πάνω από 2,5 φορές σε σχέση με πριν από 20 χρόνια. Και στις χώρες επίσης όπου είναι στην εξουσία οι ρεβιζιονιστικές κλίκες, ο κρατικός γραφειοκρατικός μηχανισμός διογκώθηκε πάρα πολύ, αυξάνοντας υπερβολικά τον αριθμό αυτών που απασχολούνται σε μη παραγωγικές υπηρεσίες σε βάρος της σφαίρας παραγωγής. Στην Σοβιετική Ένωση, για παράδειγμα, το 1974 το προσωπικό που απασχολούνταν στους μη παραγωγικούς τομείς ήταν το 21,7 τα εκατό του ενεργού πληθυσμού της χώρας, σε αντίθεση με το 15,4 τα εκατό το 1960. Αυτή η διόγκωση του γραφειοκρατικού κρατικού μηχανισμού και αυτών που απασχολούνται σε μη παραγωγικές υπηρεσίες, συνοδεύεται με μεγάλη αύξηση του μέρους του εθνικού εισοδήματος για τις αμοιβές τους. Και μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο ότι παίρνουν πολύ μεγάλους μισθούς. Από τα στοιχεία που δημοσιεύτηκαν στον Αμερικάνικο τύπο, προκύπτει ότι κοστίζει 100 δισεκατομμύρια δολάρια η συντήρηση μόνο της ομοσπονδιακής δημόσιας διοίκησης των ΗΠΑ. Από την μεριά τους, το 1973 έναντι του 1972, οι Σοβιετικοί ρεβιζιονιστές αύξησαν τις δαπάνες τους για την κρατική διοίκηση με πάνω από 50 εκατομμύρια ρούβλια.
Αυτά τα κολοσσιαία ποσά δαπανών για στρατιωτικούς σκοπούς και για την συντήρηση του διογκωμένου γραφειοκρατικού μηχανισμού αναπόφευκτα οδήγησαν στην αύξηση των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού. Για να τα βγάλουν πέρα με τις τεράστιες αυξήσεις των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού, τα αστικά κράτη ακολουθούν την γνωστή πολιτική αύξησης των φόρων και των εισφορών. Σήμερα, στον καπιταλιστικό και ρεβιζιονιστικό κόσμο, η αύξηση των φόρων και των εισφορών πήρε πρωτοφανείς διαστάσεις. Στις ΗΠΑ οι τοπικοί φόροι μόνο αυξήθηκαν περίπου 2,7 φορές το 1975 σε σύγκριση με το 1960, ενώ στην Σοβιετική Ένωση οι άμεσοι φόροι του πληθυσμού ήταν ένα εκατομμύριο ρούβλια παραπάνω από εκείνους ένα χρόνο πριν, και έφτασαν περίπου στο 9 τα εκατό των εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού.
Όμως, παρά την μεγάλη ποσότητα νομισματικών μέσων που επιστρατεύουν τα αστικά και ρεβιζιονιστικά κράτη μέσω φόρων και εισφορών, δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τις ανάγκες των μηχανισμών βίας και γραφειοκρατίας. Αυτό συνδέεται επίσης και με το ότι κάθε παραπέρα αύξηση των φόρων στις τωρινές συνθήκες θα οδηγούσε σε παραπέρα ξέσπασμα εξεγέρσεων από τις μάζες του εργαζόμενου λαού και θα έβαζε σε κίνδυνο τις θέσεις των μονοπωλίων. Κατά συνέπεια, τα καπιταλιστικά και ρεβιζιονιστικά κράτη, αυξάνουν πάρα πολύ την κρατική δανειοδότηση για να καλύψουν τις μεγάλες ανάγκες σε νομισματικά μέσα. Και αφού δεν μπορούν καλύψουν τις μεγάλες τους δαπάνες ακόμα και με αυτό τον τρόπο, αυτά τα κράτη καταφεύγουν στην έκδοση πληθωριστικού χρήματος, στην αύξηση των “έμμεσων φόρων” των πλατιών μαζών του εργαζόμενου λαού.
Σε όλο τον καπιταλιστικό και ρεβιζιονιστικό κόσμο, χρησιμοποιήθηκαν υψηλά επίπεδα πληθωρισμού, ιδιαίτερα την περίοδο μετά την δεκαετία του 1960.






2.
Ο πληθωρισμός είναι παλιό φαινόμενο του καπιταλιστικού κόσμου, που μερικές φορές εξελίσσονταν με διαφορετικούς ρυθμούς σε ομάδες κρατών ή σε ολόκληρο τον καπιταλιστικό κόσμο και άλλες φορές εντεινόταν πάρα πολύ. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αυτό το πρόβλημα, τυπικό του ιμπεριαλισμού, άρχισε να εξελίσσεται πολύ γρήγορα. Το ξεχωριστό χαραχτηριστικό του πληθωρισμού σήμερα είναι ότι, σαν συστατικό κομμάτι της οικονομικό-χρηματοπιστωτικής κρίσης, είναι δεμένο και αλληλένδετο με όλα τα άλλα φαινόμενα της κρίσης, με όλο το χάος της καπιταλιστικής παραγωγής και αναπαραγωγής. Σε αυτό το προτσές αλληλεξάρτησης, η καταστροφική δράση του πληθωρισμού γίνεται όλο και πιο βαθύτερη, έτσι που σήμερα πήρε παγκόσμιες διαστάσεις και δρα με ένταση και σφοδρότητα που είναι δύσκολο να βρεθεί κάτι παρόμοιο.
Χαραχτηρίζοντας αυτό το προτσές, ο Σύντροφος Ενβέρ Χότζα είπε στις 3 Οκτωβρίου 1974: “Δείτε τι συμβαίνει στον κόσμο! Η βαριά οικονομικό-χρηματοπιστωτική κρίση παρέσυρε ορμητικά όλες τις καπιταλιστικές χώρες. Ο πληθωρισμός ξεσπά καταστροφικό και έφτασε σε ανησυχητικές διαστάσεις”. Αρκεί να αναφερθεί ότι τα ποσοστά του πληθωρισμού την περίοδο 1974-1975 ήταν 3-5 φορές υψηλότερα από ότι εκείνα όλης της περιόδου 1955-1972.
Αυτή η ποιοτική αλλαγή στα ποσοστά πληθωρισμού, μαζί με τους αντικειμενικούς παράγοντες που έχουν την πηγή τους σε αυτήν την ίδια την φύση του αστικο-ρεβιζινιστικού συστήματος, στον συνδυασμό του πληθωρισμού με το ισχυρό ξέσπασμα όλων των φαινομένων της κρίσης της καπιταλιστικο-ρεβιζιονιστικής βάσης και εποικοδομήματος, οδήγησαν και οδηγούν σε εκείνο το νέο φαινόμενο του πληθωρισμού των ημερών μας που αποκαλείται καλπάζων πληθωρισμός, που αποδιοργάνωσε όλο το προτσές της καπιταλιστικής αναπαραγωγής, και μέσα σε ξεχωριστές χώρες και μέσα στο πλαίσιο ολοκλήρου του καπιταλιστικού ρεβιζιονιστικού κόσμου. Βάθυνε την δυσαναλογία στην ανάπτυξη των διαφόρων κλάδων της καπιταλιστικής παραγωγής, αποδιοργάνωσε το εμπόριο και το νομισματικό σύστημα, επηρέασε ιδιαίτερα σοβαρά τον τομέα των πιστώσεων, οδήγησε στην όξυνση των ανταγωνιστικών αντιθέσεων ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και μεταξύ των τελευταίων και των αναπτυσσόμενων χωρών.
Οι αιτίες αυτού του παλιού φαινομένου του καπιταλισμού, που σήμερα παίρνει νέα μορφή και μεγάλες διαστάσεις, πρέπει να αναζητηθούν και στην ισχυρή δράση των παλιών παραγόντων του πληθωρισμού, όπως επίσης και στην δράση νέων παραγόντων που έφερε στο προσκήνιο στις μέρες μας η κυκλική ανάπτυξη της οικονομίας των καπιταλιστικών και ρεβιζιονιστικών χωρών.
Δεν ασκούν μικρή επίδραση στο προτσές του πληθωρισμού και σε όλα τα άλλα φαινόμενα της κρίσης σε διάφορες καπιταλιστικές χώρες οι φάσεις που περνά η Αμερικάνικη οικονομική δραστηριότητας, λόγω της εμπλοκής του Αμερικάνικου κεφαλαίου στις οικονομίες άλλων καπιταλιστικών χωρών, ως αποτέλεσμα του πολύπλευρου οικονομικού, πολιτικού και στρατιωτικού επεκτατισμού των ΗΠΑ σε διάφορες χώρες και περιοχές του κόσμου. Σε σχέση με αυτό, η κρίση του Αμερικάνικου δολαρίου παίζει ιδιαίτερο ρόλο στο βάθεμα των σημερινών προτσές πληθωρισμού. Αφού το Αμερικάνικο δολάριο παίζει ρόλο διεθνούς συναλλάγματος, η πληθωριστική του κρίση επηρεάζει την ανάπτυξη του πληθωρισμού στις άλλες χώρες όπως επίσης και την παραπέρα όξυνση των αντιθέσεων στον κόσμο του κεφαλαίου. Αυτό συμβαίνει επειδή οι σύμμαχοι των ΗΠΑ δεν θέλουν σε καμιά περίπτωση να πληρώσουν για τις δυσκολίες της Αμερικάνικης οικονομίας, ενώ η Ουάσιγκτον το ζητά ως “μια υποχρέωση” των άλλων καπιταλιστικών χωρών προς τις ΗΠΑ.
Οξυμένες αντιθέσεις έχουν ανάψει και μέσα στην ρεβιζιονιστική φατρία. Οι δορυφόροι χώρες είναι ανήσυχες με τις αυθαίρετες ενέργειες των Σοβιετικών ρεβιζιονιστών στην αύξηση των τιμών του αερίου και του πετρελαίου που τις προμηθεύει η τελευταία. Αυτό, μαζί με την συστηματική ληστεία που ασκεί η Μόσχα σε αυτές και η εφαρμογή καπιταλιστικών μεταρρυθμίσεων στη διεύθυνση της οικονομίας, αύξησαν παραπέρα την αστάθεια της οικονομίας και των δημοσιονομικών των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, μαζί με την αυξανόμενη πολιτική και ιδεολογική ένταση σε αυτές τις χώρες.
Η τωρινή κρίση όξυνε υπερβολικά επίσης τις αντιθέσεις ανάμεσα στις μητροπόλεις και στις πρώην αποικίες. Όταν τίθεται το ζήτημα των σχέσεων με τις άλλες χώρες, όλες οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις τα βρίσκουν, “ξεχνούν” τις αντιθέσεις τους και ζητούν να πληρώσουν οι αναπτυσσόμενες χώρες τα σημερινά πληθωριστικά φαινόμενα και, γενικά, για ολόκληρη την οικονομικο-χρηματοπιστωτική κρίση, κάποιες φορές παρουσιάζοντας τις χώρες που παράγουν τις πρώτες ύλες σαν να φταίνε αυτές για την κατάσταση και άλλες φορές απειλώντας τες ανοιχτά με την χρήση βίας. Τα καπιταλιστικά μονοπώλια προσπαθούν να φορτώσουν στις αναπτυσσόμενες χώρες τα βάρη του πληθωρισμού και όλων των άλλων φαινόμενων της οικονομικής, χρηματοπιστωτικής και νομισματικής κρίσης, συνεχίζοντας το βάθεμα στις διαφορές στην τιμή ανάμεσα στις πρώτες ύλες που αγοράζουν και τα βιομηχανικά εμπορεύματα που πουλούν, προς δικό τους όφελος. Σε αυτό το πλαίσιο, επιταχύνουν τις προσπάθειές τους να υπονομεύσουν την δίκαιη πάλη που διεξάγεται από τους λαούς των αναπτυσσόμενων χωρών για να πάρουν την πλέρια κατοχή των εθνικών τους πλουτοπαραγωγικών πηγών. Όμως, οι λαοί αυτών των χωρών αρχίζουν να γνωρίζουν όλο και καλύτερα ότι η δικιά τους κοινωνικο-οικονομική ανάπτυξη και η εξάλειψη της ληστείας από τα ξένα καπιταλιστικά μονοπώλια μπορεί να γίνει πραγματικότητα μόνο με αποφασιστική πάλη ενάντια στις ληστρικές ιμπεριαλιστικές καταπιεστικές δυνάμεις, πρώταπρώτα, ενάντια στις δυο υπερδυνάμεις – τις ΗΠΑ και την Σοβιετική Ένωση.
Όπως όλα τα άλλα φαινόμενα της κρίσης, ο πληθωρισμός είναι σε βάρος του επιπέδου διαβίωσης των μαζών του εργαζόμενου λαού, πρώτα απ’ όλα, προκαλώντας το παραπέρα φτώχεμά τους και την καταστροφή τους. “Όλα τα καπιταλιστικά και ρεβιζιονιστικά κράτη”, τόνισε ο σύντροφος Ενβέρ Χότζα στο 7ο Συνέδριο του ΚΕΑ, “προσπαθούν να φορτώσουν στις μάζες του εργαζόμενου λαού τις συνέπειες της κρίσης. Και στην πραγματικότητα, για να διατηρήσουν άθικτα τα κέρδη τους, η αστική τάξη, τα μονοπώλια και όλοι οι εκμεταλλευτές παντού, κλιμάκωσαν την καταπίεση και εκμετάλλευση του προλεταριάτου και του εργαζόμενου λαού, ελαττώνοντας τα μέσα συντήρησής τους και περιορίζοντας τα δικαιώματά τους”. (Ενβέρ Χότζα, Έκθεση στο 7ο Συνέδριο του ΚΕΑ, σελ. 163).
Η τοποθέτηση μεγάλου ποσού χρημάτων σε κυκλοφορία από το αστικο-ρεβιζιονιστικό κράτος, για να καλύψει τις μεγάλες δαπάνες του για στρατιωτικούς σκοπούς και για τον γραφειοκρατικό μηχανισμό που είναι σε αποσύνθεση, συνοδεύεται με μαζικές αυξήσεις τιμών. Είναι γεγονός ότι ο πληθωρισμός σήμερα οδήγησε στην ραγδαία γενική αύξηση των τιμών, και ιδιαίτερα των εμπορευμάτων κατανάλωσης των μαζών. Οι αριθμοί για την αύξηση του κόστους διαβίωσης αποτελούν ξεκάθαρη απόδειξη. Το Νοέμβρη 1976 έναντι του 1970, η αύξηση του κόστους διαβίωσης ήταν: στις ΗΠΑ περίπου 1.5 φορά, στην Βρετανία 2.3 φορές, στην Δυτική Γερμανία 1.4 φορές, στην Γαλλία 1.7 φορές, κλπ. Παρόμοια κατάσταση επικρατεί και στις ρεβιζιονιστικές χώρες επίσης, και αυτό δείχνει ότι ο πληθωρισμός αναπτύσσεται και εκεί με μεγάλη ταχύτητα. Οι καταναλωτές νοιώθουν αυτόν τον πληθωρισμό όχι μόνο από την χρόνια έλλειψη πολλών αγαθών στην αγορά και συχνά των παραδοσιακών εμπορευμάτων, αλλά και από την αύξηση των τιμών. Έτσι, το 1975 το επίπεδο των τιμών για τα κύρια αγαθά μαζικής κατανάλωσης σημείωσαν τις παρακάτω αυξήσεις σε σύγκριση με το 1968: στην Ουγγαρία 17.7 τα εκατό, στην Πολωνία 16.1 τα εκατό, στην Γιουγκοσλαβία 29.4 τα εκατό κοκ. Και αυτές είναι μόνο οι επίσημες αυξήσεις των τιμών. Στην πραγματικότητα είναι πολύ υψηλότερες.
Σε αυτή την κατάσταση κρίσης, στην οποία βυθίστηκε ο καπιταλιστικο-ρεβιζιονιστικός κόσμος, τώρα χρειάζονται 2-3 φορές περισσότερα χρήματα για την εξασφάλιση των μέσων διαβίωσης από ότι χρειάζονταν δέκα χρόνια πριν. Η αύξηση της ανεργίας είναι επιπρόσθετο βάρος στις οικογένειες των εργαζομένων. Σαν αποτέλεσμα του πληθωρισμού, αυτή η χρόνια αρρώστια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής παίρνει ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις. Η χρεοκοπία εργοστασίων και βιομηχανικών συγκροτημάτων, που γίνονται συχνότερες λόγω των αδυναμιών των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, εξαιτίας του πληθωρισμού, αύξησαν περισσότερο τον αριθμό των άνεργων, που σήμερα φτάνει πάνω από 100 εκατομμύρια.
Ότι χάνουν οι μάζες του εργαζόμενου λαού, τα κερδίζουν μια χούφτα ιδιοκτήτες μονοπωλίων. Σε όλη την διάρκεια αυτής της περιόδου, ως αποτέλεσμα της αύξησης των τιμών, τα μονοπώλια εξασφαλίζουν υψηλά ποσοστά κερδών και αποδόσεων από το επενδυμένο κεφάλαιό τους. Αρκεί να αναφερθεί ότι, σύμφωνα με στοιχεία από τον Αμερικάνικο τύπο, το 1976 τα κέρδη των Αμερικάνικων μετοχικών εταιριών, αυξήθηκαν κατά 28 τα εκατό σε σύγκριση με το 1975. Ιδιαίτερα μεγάλα είναι τα κέρδη των πολεμικών μονοπωλίων, πολλά τα οποία διπλασιάσαν τα κέρδη τους το 1975 έναντι της προηγούμενης χρονιάς.
Έτσι η αύξηση των τιμών στη βάση του πληθωρισμού είναι από τους κύριους τρόπους των μονοπωλίων για την εξασφάλιση της αύξησης των κερδών και αποδόσεων του επενδυμένου κεφαλαίου τους. Σε αυτές τις συνθήκες, γίνεται ακόμα πιο καθαρό ότι ο πληθωρισμός δεν μπορεί να εξαλειφθεί όσο υπάρχει το καπιταλιστικό σύστημα. Είναι παράλογο να μένουν ανέπαφες οι καπιταλιστικές σχέσεις, να μένουν ανέπαφα τα κέρδη των μονοπωλίων, αντίθετα, να αυξάνονται, και την ίδια στιγμή να υπάρχει ο ισχυρισμός ότι μπορεί να εξαλειφθεί ο πληθωρισμός μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού. “Οι προσπάθειες” που κάνει δήθεν η μονοπωλιακή αστική τάξη για να εξαλείψει τον πληθωρισμό είναι μόνο δημαγωγία, ρίξιμο στάχτης στα μάτια των μαζών του εργαζόμενου λαού, εξαπατήσεις που διαδίδουν οι λακέδες της αστικής τάξης για να προκαλέσουν σύγχυση στο τρόπο σκέψης της εργατικής τάξης και των πλατιών εργαζόμενων μαζών.
Οι μάζες του εργαζόμενου λαού ξεσηκώθηκαν σε λυσσαλέα ταξική πάλη ενάντια στην χειροτέρευση της κατάστασής τους από τον πληθωρισμό. “Το ιδιαίτερο χαραχτηριστικό αυτής της πάλης”, είπε ο σύντροφος Ενβέρ Χότζα στο 7ο Συνέδριο του ΚΕΑ, “είναι το διευρυμένο πεδίο των αιτημάτων του εργαζόμενου λαού, που όλο και περισσότερο ξεπερνούν τα όρια των οικονομικών αιτημάτων. Οι απεργίες, οι διαμαρτυρίες και οι διαδηλώσεις του εργαζόμενου λαού στις Ενωμένες Πολιτείες Αμερικής, στην Βρετανία, την Ιταλία, στην Γερμανία, στην Ισπανία κλπ, που συχνά καταλήγουν σε αιματηρές συγκρούσεις με την αστική τάξη και τους μηχανισμούς της καταπίεσης, χτυπούν τα ίδια τα θεμέλια του αστικού και ρεβιζιονιστικού καθεστώτος” (Ενβέρ Χότζα, Έκθεση στο 7ο Συνέδριο του ΚΕΑ, σελ. 159). Σε αυτές τις ταξικές συγκρούσεις και μάχες, το προλεταριάτο αταλάντευτα δυναμώνει την πολίτικη του συνείδηση, δυναμώνει την πεποίθησή του ότι ο γλιτωμός από τον ζυγό του κεφαλαίου μπορεί να γίνει πραγματικότητα μόνο με την επανάσταση και μέσω της επανάστασης. Κύριως για αυτό γίνεται δυνατότερη η τάση μέρους της εργατικής τάξης να φράξει το δρόμο στην υπονομευτική επίδραση της σοσιαλδημοκρατίας και των ρεβιζιονιστών και γιατί τα νέα Μαρξιστικά – Λενινιστικά κόμματα και η επιρροή τους μέσα στις γραμμές της εργατικής τάξης δυναμώνουν.


3.
Η αλήθεια είναι ότι ο πληθωρισμός, όπως όλα τα άλλα φαινόμενα της κρίσης στο καπιταλιστικό σύστημα, έχει αντικειμενικό χαραχτήρα και πηγάζει από αυτήν την ίδια την φύση του σαν σύστημα καταπίεσης και εκμετάλλευσης. Κατά συνέπεια, αυτά τα φαινόμενα δεν μπορούν να εξαλειφθούν, ούτε ακόμα και να περιοριστούν, μέσα στα πλαίσια αυτού του κοινωνικού συστήματος. Τα μέτρα που παίρνει η αστική τάξη από καιρό σε καιρό ενάντια στον πληθωρισμό είναι μόνο τρόποι υπεράσπισης αυτών των ίδιων των δικών της συμφερόντων, να φορτώσει τις μάζες του εργαζόμενου λαού με τις συνέπειες της κρίσης.
Για αυτό τον σκοπό, η μονοπωλιακή αστική τάξη και η καπιταλιστική χρηματιστική ολιγαρχία κυκλοφορούν συνέχεια διάφορες θεωρίες, σκοπεύοντας κυρίως να δικαιολογήσουν αυτή την πολιτική τους. Αυτό που φαίνεται από τις προσπάθειες των μονοπωλιακών και κυβερνητικών κύκλων των καπιταλιστικών και ρεβιζιονιστικών χωρών, όπως επίσης μεταξύ των ιδεολόγων και απολογητών τους, είναι ότι δεν βγαίνουν ανοιχτά ενάντια στον πληθωρισμό, αλλά προσπαθούν να κρύψουν το ταξικό του περιεχόμενο και ψάχνουν να βρουν “συνταγές” έτσι ώστε να εξελίσσεται με έναν “ελεγχόμενο” τρόπο, δηλαδή, μέχρι εκείνο το επίπεδο που δεν βλάπτει τα κέρδη της αστικής τάξης ούτε στο ελάχιστο. Έτσι, οι αστοί και οι ρεβιζιονιστές ιδεολόγοι δέχονται ότι είναι δυνατόν να ζήσουμε με τον πληθωρισμό.
Οι σημερινοί αστοί θεωρητικοί, όπως ακριβώς και οι προκάτοχοί τους, προσπαθούν να ταυτίσουν την ουσία του πληθωρισμού με αυτό που φαίνεται, προσπερνώντας σιωπηρά κύρια το ότι είναι θεμελιωμένος και προέρχεται από την ίδια την φύση του καπιταλιστικού κοινωνικού συστήματος που στηρίζεται στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Μια από τις παραλλαγές των αστικών θεωριών για τον πληθωρισμό είναι εκείνη της ταύτισης του πληθωρισμού με την αύξηση των τιμών. Έτσι, ανάμεσα στα άλλα, μερικοί αστοί ιδεολόγοι, παρουσιάζουν το ζήτημα του πληθωρισμού ως ένδειξη της αύξησης του γενικού επιπέδου των τιμών, και στις περιπτώσεις όταν εξελίσσεται με αργούς ρυθμούς και στις περιπτώσεις όταν εξελίσσεται αχαλίνωτα, όπως συμβαίνει συγκεκριμένα σήμερα. Έτσι, ταυτίζουν τον πληθωρισμό με ένα από τα χαρακτηριστικά του, με την αύξηση των τιμών.
Όμως, ο Μαρξισμός – Λενινισμός μας διδάσκει ότι έχουμε αυξήσεις πληθωριστικών τιμών μόνο όταν προέρχονται από την ύπαρξη επιπλέον χαρτονομισμάτων στα κανάλια της νομισματικής κυκλοφορίας. Αν υπάρξει αύξηση των τιμών σαν αποτέλεσμα της μείωσης της τιμής του χρυσού ή της πολύ μεγαλύτερης ζήτησης από την προσφορά στην περίοδο άνθησης της καπιταλιστικής παραγωγής, αυτή η αύξηση τιμών δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με τον πληθωρισμό. Η προσπάθεια να ταυτιστεί κάθε αύξηση τιμών με τον πληθωρισμό έγινε συνειδητά για αποδείξουν ότι, η κυκλική ανάπτυξη της καπιταλιστικής παραγωγής, η μετάβαση από την φάση της άνθησης στην φάση της κρίσης είναι δήθεν συνέπεια της ανωμαλίας της νομισματικής κυκλοφορίας. Ο σκοπός εδώ είναι η άρνηση των αντικειμενικών νόμων αυτού του προτσές και η απόκρυψη των ανταγωνιστικών αντιθέσεων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.
Ο αντιεπιστημονικός χαραχτήρας των αστικών και ρεβιζιονιστικών θεωριών είναι ολοφάνερος και στον προσδιορισμό των αιτιών του πληθωρισμού. Σύμφωνα με τους άστους και ρεβιζιονιστές ιδεολόγους, η κύρια αιτία του πληθωρισμού πρέπει να αναζητηθεί στην αύξηση των μισθών των εργαζομένων. Αυτή η θεωρία, γνωστή με το όνομα της “σπειροειδής πληθωρισμός μισθού – τιμής”, έχει για στόχο να αποδείξει ότι δήθεν η αύξηση των μισθών εργασίας οδηγεί αναπόφευκτα σε αυξημένες τιμές αγαθών και ότι αυτό το προτσές επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, οδηγώντας στην “πληθωριστική αύξηση”.
Ο σκοπός της ψευτοθεωρίας τους είναι να καταστείλει την δίκαιη πάλη του προλεταριάτου και των άλλων μαζών του εργαζόμενου λαού στις καπιταλιστικές και ρεβιζιονιστικές χώρες για μεγαλύτερους μισθούς στις συνθήκες αδίστακτης καταλήστευσής τους από τα μονοπώλια. Αυτή η ψευτοθεωρία κατάγεται από την “θεωρία των παραγόντων”, που τσάκισε ο Μαρξ με αλάνθαστα επιστημονικά επιχειρήματα έναν αιώνα πριν. Οι υποστηρικτές αυτής της θεωρίας και αυτοί που την διέδιδαν ξεκινούν από την λανθασμένη υπόθεση ότι οι μισθοί εργασίας, ως ένα από τα στοιχεία του κόστους, καθορίζει το επίπεδο τιμών των εμπορευμάτων. Ο Μαρξ απόδειξε ότι κάτι τέτοιο δεν αληθεύει, επειδή η τιμή των εμπορευμάτων καθορίζεται από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο που απαιτείται για την παραγωγή τους και όχι από το κόστος παραγωγής, που σημαίνει ότι όταν οι άλλοι οροί παραμένουν σταθεροί, η αλλαγή στους μισθούς εργασίας οδηγούν στην αλλαγή των κερδών των καπιταλιστών, αλλά ποτέ σε αλλαγές της αξίας τους, οπότε και των τιμών τους. Ο Καρλ Μαρξ τονίζει: “. . . ο διαχωρισμός και η ανάλυση της αξίας που κάθε χρόνο τη προσθέτει ξανά στα μέσα παραγωγής ή στο σταθερό κεφάλαιο η νεοπροσθεμένη εργασία, η ανάλυσή της στις διάφορες μορφές εισοδήματος: σε μισθό εργασίας, κέρδος και πρόσοδο, δεν αλλάζει καθόλου τα όρια τής ίδιας της αξίας, το συνολικό ποσό αξίας που μοιράζεται ανάμεσα σ’ αυτές τις διάφορες κατηγορίες. Ακριβώς, όπως μια αλλαγή στη σχέση αυτών των ξεχωριστών μερών μεταξύ τους δεν μπορεί να αλλάξει το συνολικό της ποσό, αυτό το δοσμένο μέγεθος αξίας. Ο δοσμένος αριθμός 100 παραμένει πάντα ο ίδιος είτε αναλυθεί σε 50+50, είτε σε 20+70+10, είτε σε 40+30+30.” (Καρλ Μαρξ, “Κεφάλαιο”, Τομ. 3, σελ. 1054. Εκδ. “Σύγχρονη Εποχή”)
Οπότε, η “θεωρία” του “σπειροειδούς πληθωρισμού μισθού – τιμής” [the wage-price inflationary spiral] δεν μπορεί να αποδείξει θεωρητικά ότι η αύξηση των μισθών της δουλειάς οδηγεί στον πληθωρισμό. Στην πραγματικότητα, αντιστρέφει την αίτια και το αποτέλεσμα των σχέσεων που υπάρχουν στα πραγματικά οικονομικά φαινόμενα της καπιταλιστικής κοινωνίας. Είναι η πληθωριστική αύξηση τιμών, που, στην πραγματικότητα, προκαλεί την εξέγερση των μαζών του εργαζόμενου λαού και τα αιτήματα τους για αύξηση μισθών και όχι το αντίθετο. Η πράξη είναι η καλύτερη απόδειξη για αυτό. Σε όλες τις περιπτώσεις, η αύξηση των μισθών εμφανίζεται πριν και σε πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις από ότι οι μικρές μισθολογικές αυξήσεις, που η αστική τάξη αναγκάζεται να κάνει λόγω της αυξανόμενης πίεσης του προλεταριάτου. Ανεμίζοντας αυτήν την αντιδραστική ψευτοθεωρία, ο σκοπός των αστών και ρεβιζιονιστών απολογητών του κεφαλαίου είναι να δικαιολογήσουν την χειροτέρευση του βιοτικού επιπέδου των μαζών του εργαζόμενου λαού μέσω της εφαρμογής της νέας περιβόητης πολιτικής του “παγώματος μισθών”, με το πρόσχημα του αγώνα ενάντια στον πληθωρισμό.
Οι απολογητές της αστικής τάξης, στις προσπάθειές τους να κρύψουν τις πραγματικές αιτίες του πληθωρισμού, δημιούργησαν και άλλες θεωρίες επίσης, για παράδειγμα την “συνταγή” του Κέϊνς, σύμφωνα με την οποία, για την έξοδο από την οικονομική κρίση και την εξάλειψη της ανεργίας είναι απαραίτητο να κάνει το κράτος επενδύσεις, που θα αυξήσουν την ζήτηση εργατικής δύναμης και ότι αυτό μπορεί να επιτευχθεί διαμέσου της νομισματικής κυκλοφορίας, βάζοντας περισσότερα χαρτονομίσματα στην κυκλοφορία, όποτε μέσω του πληθωρισμού. Αυτή η θεωρία διαδόθηκε ιδιαίτερα τα τελευταία 10-15 χρόνια. Έτσι, ο Βρετανικός οικονομολόγος, Α. Φίλιπς, θέτει το ζήτημα περίπου ως εξής: είτε πληθωρισμός και σχετικά ικανοποιητική απασχόληση της εργατικής δύναμης, είτε ανεργία και σταθερότητα στις τιμές.
Δεν είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό ότι σε αυτή την περίπτωση έχουμε να κάνουμε με μια παραλλαγή της ψευτοθεωρίας του “σπειροειδούς πληθωρισμού μισθού – τιμής” [the wage-price inflationary spiral], ο σκοπός της οποίας είναι η αποδοχή των κερδών των μονοπωλίων, της συγκάλυψης της ουσίας του πληθωρισμού και να παρουσιάσει τις εργαζόμενες μάζες, που δεινοπαθούν από τον πληθωρισμό, ως υπεύθυνες για αυτόν. Η ύπαρξη και η αύξηση της ανεργίας καθορίζεται, όπως τόνισε ο Λένιν, από το γεγονός ότι η καπιταλιστική παραγωγή “ . . . δεν θα μπορούσε να υπάρχει αν δεν υπήρχε εφεδρικός βιομηχανικός στρατός (δηλαδή, πληθυσμός πάνω από την μέση ζήτηση του καπιταλισμού για εργάτες), έτοιμος ανά πάσα στιγμή να εφοδιάσει εργάτες οποιοδήποτε κλάδο της βιομηχανίας ή των επιχειρήσεων” (Β.Ι. Λένιν, Διαλεχτά Έργα, Τομ. 2, σελ. 195-166). Ο αριθμός των ανέργων δεν εξαρτάται από το επίπεδο του πληθωρισμού, αλλά, όπως τόνισε ο Μαρξ, από το “απόλυτο μέγεθος του προλεταριάτου και την παραγωγικότητα της εργασίας του” (Κ. Μαρξ, “Κεφάλαιο, Τομ. Ι, βιβλίο 3, σελ. 667, Εκδ. Σύγχρονη Εποχή). Στην πραγματικότητα, ο πληθωρισμός είναι το προϊόν της αποσύνθεσης του καπιταλισμού, της αύξησης της επιθετικότητάς του και του παρασιτισμού του. Η προσπάθεια δημιουργίας σχέσης αίτιας – αποτελέσματος ανάμεσα στον πληθωρισμό και την ανεργία, τους μισθούς και τις τιμές, όπως κάνουν οι αστοί και ρεβιζιονιστές ιδεολόγοι, σημαίνει αβάσιμη διαστρέβλωση της αντικειμενικής πραγματικότητας, για να την παρουσιάσουν τα πάνω – κάτω, αναποδογυρισμένη. Η πραγματικότητα αποδεικνύει ότι ακόμα και στις συνθήκες καλπάζοντος πληθωρισμού, η ανεργία, αντί να μειώνεται, έφτασε τώρα στο υψηλότερο επίπεδό της από τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο.
Ανάμεσα στο ατελείωτο πλήθος αστικών ψευτοθεωριών και τάσεων για τον πληθωρισμό υπάρχει επίσης και εκείνη “των συλλογικών συμβάσεων μισθών”. Οι υποστηρικτές αυτής της θεωρίας παρουσιάζουν την αστική τάξη σαν να έχει οικονομικές ζημίες από τον πληθωρισμό και ρίχνει το φταίξιμο για αυτή την χρόνια αρρώστια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στην εργατική τάξη και στις μάζες του εργαζόμενου λαού, κάνοντας έτσι παραπέρα προσπάθειες για να τις διασπάσει. Σύμφωνα με αυτήν την ψευτοθεωρία, η αιτία του πληθωρισμού είναι ότι οι εργάτες κάποιων κλάδων εκμεταλλεύονται όλες τις δυνατότητες της αγοράς για να εξασφαλίσουν μεγαλύτερο μερίδιο του εισοδήματος! Ο χαραχτήρας αυτής της ψευτοθεωρίας ως υπεράσπιση του καπιταλισμού είναι εντελώς φανερός. Στην πραγματικότητα, είναι οι καπιταλιστές που κερδίζουν, ενώ οι εργαζόμενες μάζες δεινοπαθούν ακόμα πιο πολύ, σε περιόδους αχαλίνωτου πληθωρισμού. Έτσι οι προσπάθειες της αστικής τάξης να διασπάσει το προλεταριάτο, σερβίροντας τέτοιες ψευτοθεωρίες, δεν μπορούν να έχουν επιτυχία. Η τωρινή ρωμαλέα ανάπτυξη της πάλης του προλεταριάτου και των μαζών του εργαζόμενου λαού, δείχνει ότι αυτή η πάλη την απελευθερώνει όλο και περισσότερο από τις ξένες επιρροές που την εμποδίζουν στην πραγματοποίηση των σκοπών της.
Η παλινόρθωση του καπιταλισμού στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, η δράση των αντικειμενικών οικονομικών νόμων του καπιταλισμού στις οικονομίες αυτών των χωρών, εξηγεί το γεγονός ότι, και στο πεδίο της οικονομικής θεωρίας, επίσης, οι σύγχρονοι ρεβιζιονιστές σερβίρουν και υπερασπίζουν αστικές θέσεις, παρόλο που κάποιες φόρες προσπαθούν να τις ντύσουν με Μαρξιστική αμφίεση και άλλες φορές μπαίνουν στον ρόλο των “κριτικών” του καπιταλισμού, αλλά ακόμα και αυτό γίνεται μόνο για δημαγωγικούς σκοπούς.
Στις προσπάθειές τους να στρέψουν αλλού την προσοχή των μαζών του εργαζόμενου λαού από το ότι ο πληθωρισμός, που πλήττει ολόκληρη την Σοβιετική οικονομία, έχει την πηγή του στις στρατιωτικές δαπάνες των νέων τσάρων του Κρεμλίνου, οι ρεβιζιονιστές ιδεολόγοι, ασχολούμενοι με τις αιτίες του πληθωρισμού, αρνούνται το ότι η κύρια αιτία πρέπει να αναζητηθεί στην αύξηση των στρατιωτικών δαπανών. Σύμφωνα με αυτούς, είναι η τεχνικοεπιστημονική επανάσταση, οι επιδράσεις της οποίας εμφανίζονται με την πρώτη ματιά μόνο με την μορφή των στρατιωτικών δαπανών, που δήθεν παίζει τον ρόλο “πρώτου βιολιού” στο πληθωριστικό προτσές σήμερα. Αυτή είναι ξεκάθαρος παραλογισμός, που η πράξη απορρίπτει με πολλά συγκεκριμένα στοιχεία.
Στην πορεία μετατροπής τους σε απολογητές του κεφαλαίου, οι Σοβιετικοί ρεβιζιονιστές έφτασαν στο σημείο που παρουσιάζουν και να υπερασπίζουν την άποψη ότι οι αιτίες του σημερινού πληθωρισμού στον καπιταλιστικό κόσμο πρέπει να αναζητηθούν, δήθεν, στην αύξηση των τιμών των πρώτων υλών και της ενέργειας. Συνδέοντας τις αίτιες του τωρινού πληθωρισμού “με την δυναμική του κόστους” και λαμβάνοντας υπόψη αυτό τον δείκτη μόνο για τις μητροπόλεις, δείχνουν ότι απομακρύνθηκαν εντελώς από την υλιστική διαλεκτική. Εάν δεχτούμε ότι συμβαίνει αύξηση της τιμής των υλικών στοιχείων κόστους της παραγωγής, τότε, στην βάση της Μαρξιστικής – Λενινιστικής θεωρίας, αυτή η αύξηση τιμών, που προέρχεται από την αύξηση της άξιας, δεν είναι παράγοντας πληθωρισμού. Όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση, έχουμε να κάνουμε με αύξηση της αξίας των πρώτων υλών, αλλά με τα νόμιμα μέτρα των λαών αυτών των χωρών που παράγουν αυτά τα υλικά, να μειώσουν σε κάποιο βαθμό την ληστεία από τις μητροπόλεις. Άρα, αυτή είναι η μοναδική περίπτωση ανακατανομής των κερδών ανάμεσα στις μητροπόλεις και τους παραγωγούς πρώτων υλών. Και, αφού οι μητροπόλεις δεν συμφωνούν να θιχτούν τα κέρδη τους, καταφεύγουν στην γνωστή τους μέθοδο της αύξησης των τιμών, έτσι ώστε ότι ξόδεψαν για να αρπάξουν αγοράζοντας πρώτες ύλες σε χαμηλές τιμές, τώρα το αναπληρώνουν μέσω της πώλησης εμπορευμάτων σε πολύ υψηλές τιμές στην χώρα τους και στο εξωτερικό. Επιπλέον, σε αυτές τις περιστάσεις, οι ίδιοι οι Σοβιετικοί ρεβιζιονιστές άρπαξαν την ευκαιρία να αυξήσουν τις τιμές των πρώτων υλών που πουλούν στις υποτελείς χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, για να εξασφαλίσουν υψηλά κέρδη.
Στον ρόλο τους ως υπερασπιστές της αστικής τάξης, οι Σοβιετικοί ρεβιζιονιστές προχώρησαν τόσο πολύ ώστε να υιοθετήσουν την αστική θεωρία “των παραγόντων της παραγωγής”, παρουσιάζοντας έτσι τις εργαζόμενες μάζες ως υπεύθυνες για τον σημερινό πληθωρισμό. Για παράδειγμα, μετά την εμφάνιση της θέσης ότι οι αίτιες του σημερινού πληθωρισμού πρέπει να αναζητηθούν στην “δυναμική των εξόδων παραγωγής” τονίζουν ότι “η αύξηση των ονομαστικών μισθών εργασίας ξεπερνά την αύξηση των τιμών”, όποτε ο πληθωρισμός είναι αποδεκτός. Άρα, αυτό σημαίνει ότι, σύμφωνα με αυτούς, στις συνθήκες του καπιταλισμού, όχι μόνο δεν λειτουργεί ο νόμος της απόλυτης και σχετικής εξαθλίωσης του προλεταριάτου, αλλά το προλεταριάτο είναι ο “υπεύθυνος” για τον πληθωρισμό, αυτή την χρόνια ασθένεια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Αυτή είναι η πιο ξεκάθαρη απόδειξη της αστικής ταξικής στάσης των Σοβιετικών ρεβιζιονιστών, της υπεράσπισής τους των συμφερόντων του μονοπωλιακού κεφαλαίου.
Οι προσπάθειες των αστών και ρεβιζιονιστών ιδεολόγων να αποκρύψουν τις πραγματικές αίτιες και την ουσία του πληθωρισμού, όπως επίσης και οι προσπάθειες της ίδιας της αστικής τάξης να απαγκιστρώσουν την καπιταλιστική παραγωγή από την κρίση μέσω του νομισματικού μηχανισμού, απέτυχαν και θα συνεχίσουν να αποτυγχάνουν. Ο μόνος δρόμος γλιτωμού από την οικονομικο-χρηματοπιστωτική κρίση, που είναι αποτέλεσμα των ανταγωνιστικών αντιθέσεων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, είναι μεσώ της επαναστατικής ανατροπής αυτού του κοινωνικοοικονομικού συστήματος.